Άγιος Γρηγόριος Θεολόγος – 25/1

Ποιοι, πότε και πόσο να θεολογούν

Τις πρωινές ώρες βγήκε από το κελλί του. Φώναξε δύο διάκους και τους μίλησε. Έπρεπε να ειδοποιήσουνε παντού. Το απόγευμα εκείνο θα κήρυττε, φυσικά στην Αναστασία. Οι διάκοι φύγανε αμέσως. Από στόμα σε στόμα η Πόλη έμαθε. Το απόγευμα οι ορθόδοξοι μαζεύτηκαν. Μαζί και μερικοί κακόδοξοι, αρειανοί, πνευματομάχοι και απολιναριστές.

Γέμισε η Αναστασία, πλημμύρισε ο γυναικωνίτης, έξω από το ναό κι άλλος κόσμος.

Καμμιά φορά ήρθε και ο Γρηγόριος. Μικρόσωμος σκελετωμένος, λίγο κυρτός, με τα μάτια χαιρετούσε τους πιστούς, του κάνανε διάδρομο να περάσει. Μπήκε στο ιερό Βήμα. Γονάτισε στην άγια Τράπεζα κι έμεινε ακίνητος για λίγα λεπτά. Σηκώθηκε, τράβηξε το βήλο της Ωραίας Πύλης και βγήκε. Στάθηκε στο μεγάλο σκαλοπάτι, κοίταξε με αγάπη το εκκλησίασμα, έδωσε τόνο αυστηρό στη φωνή και άρχισε:

— Αρκετά, το κακό έχει πολύ προχωρήσει. Πολλοί μιλάνε για τα θεία χωρίς περίσκεψη. Ενδιαφέρονται μόνο για ωραίες φράσεις, να εντυπωσιάζουν οι λόγοι τους… και να χειροκροτούνται. Ηδονίζονται με τις λογομαχίες, είναι χειρότεροι κι από τους αρχαίους σοφιστές.

Πιο κάτω έγινε πιο αυστηρός και, κοιτάζοντας όλους στα μάτια, συνέχισε:

— Μάθατε όλοι να μιλάτε για όλα κι ας έχετε βουνό την αμάθεια. Το θράσος είναι μεγάλο. Διδάσκετε χωρίς να γνωρίζετε και το μυστήριο της αλήθειας πέφτει χαμηλά, πέφτει στα μάτια του κόσμου…

Οι πιο τολμηροί κινήθηκαν να τον διακόψουν. Συνηθιζόταν στην εποχή εκείνη να διακόπτουνε τον ομιλητή, να του φέρνουν αντιρρήσεις ή να του ζητούν εξηγήσεις. Ήσαν εκεί και «κατάσκοποι», να παίρνουν λόγια κι επιχειρήματα, να τα πηγαίνουν στους αντιπάλους του Γρηγορίου και μάλιστα στον Ευνόμιο, που ζούσε τότε στη Χαλκηδόνα απέναντι από την Πόλη.

—Kάντε υπομονή και μη με διακόπτετε, είπε αποφασιστικά. Θα σάς το πω μια και καλή. Δεν είναι του καθενός να θεολογεί, να φιλοσοφεί για το Θεό. Το έργο τούτο ανήκει μόνο σ’ αυτούς που είναι είναι δοκιμασμένοι, που έχουνε  ζήσει τα  θεία πράγματα, που έχουνε καθαρίσει την ψυχή τους από την αμαρτία ή τουλάχιστον αγωνίζονται συνεχώς για την ψυχική τους καθαρότητα. Είναι φοβερά επικίνδυνο να πλησιάζει κανείς τον καθαρό Θεό, χωρίς κι ο ίδιος να είναι καθαρός. Όπως όταν πέσουνε οι καυτερές ακτίνες του ήλιου σε μάτι άρρωστο το μάτι τότε θ’ αρρωστήσει περισσότερο. Προσοχή, λοιπόν, μην επιχειρείτε να θεολογείτε χωρίς προϋποθέσεις. Και η κάθαρση πρώτη προϋπόθεση.

Το ενδιαφέρον των ακροατών άναψε. Πολλοί θυμώσανε. Και ο Γρηγόριος συνέχισε με τη δεύτερη προϋπόθεση.

— Να θεολογούν εκείνοι που απαλλαχτήκανε από τις καθημερινές επίμοχθες εργασίες. Όσο κανείς αφιερώνεται αποκλειστικά στο έργο της θεολογίας, τόσο περισσότερο πετυχαίνει ως θεολόγος. Είναι να λυπάται κανείς, όταν βλέπει κάποιους από τη μια μέρα στην άλλη να γίνονται θεολόγοι… πέφτουνε το βράδυ να κοιμηθούνε τεχνίτες και ξυπνούνε σοφοί, αυτοχειροτόνητοι θεολόγοι.

Με τα λόγια τούτα, όλοι κατάλαβαν ότι η συντριπτική πλειοψηφία των πιστών δεν πρέπει να θεολογούν. Και προχώρησε ο κήρυκας στην τρίτη προϋπόθεση:

— Και να μη γίνεται η θεολογία σε οποιουσδήποτε και σε οποιαδήποτε ώρα. Όχι μετά τις διασκεδάσεις και τα θέατρα, τα φαγοπότια και τον ιππόδρομο. Για ν ακούσει κανείς για την αλήθεια χρειάζεται πνευματική προετοιμασία και μάλιστα πολλή.

Έχει κι άλλη μια προϋπόθεση να τους τονίσει:

— Ακόμα, πρέπει να προσέχουμε και τα θέματα της θεολογίας και το βάθος της. Ούτε για όλα πρέπει να θεολογούμε, ούτε να προχωράμε αδιάκριτα σ’ όλο το βάθος.

Μόνο ανάλογα με τις πνευματικές μας δυνάμεις και ανάλογα με τη δεκτικότητα των ακροατών, με την δύναμή τους να μας καταλάβουν.

Μικροψίθυροι γίνανε στο ακροατήριο, και ένα σωρό ερωτήσεις έβλεπε στα μάτια τους ο Γρηγόριος.

— Δηλαδή, πάτερ, δε θ’ ασχολούμαστε με το Θεό;

— Αντίθετα, φίλε μου, του απαντά ο Γρηγόοιος, ν’ ασχολείσαι και με το παραπάνω. Αν μπορείς, έχε το Θεό στο νου σου πιο συχνά κι απ’ όσο αναπνέεις. Μπορείς; Δε σε συμβουλεύω όμως να θεολογείς χωρίς τις αναγκαίες προϋποθέσεις.

Βαριές οι απαιτήσεις του Γρηγορίου. Αλλιώς είχανε μάθει οι πιστοί. Νιώθανε τανάλια να σφίγγει το λαιμό τους. Και τους έδωσε μια διέξοδο, ν’ αναπνεύσουν, γιατί τους ήρθε απότομα:

— Ακούστε, αδελφοί. Καταλαβαίνω. Πολλοί έχετε μεγάλη φιλοτιμία να θεολογείτε, μα δεν έχετε όσο πρέπει τις προϋποθέσεις. Γι’ αυτό σάς λέω και τούτο: Μπορείτε, αν θέλετε, να φιλοσοφείτε και να θεολογείτε για πολλά, όπως για τον κόσμο και τη φύση, για την ψυχή, για την ανάσταση, για την κρίση, για τα πάθη του Χριστού. Γι’ αυτά, εάν πείτε κάτι σωστό, θα’ ναι χρήσιμο. Αν πάλι κάνετε λάθος, δε θα’ ναι επικίνδυνο για τη σωτηρία. Ο λόγος όμως ο απευθείας για τον Πατέρα, τον Υιό και το άγιο Πνεύμα και τη θεία οικονομία είναι η καθαυτό θεολογία, γι’ αυτήν χρειάζονται οι δύσκολες προϋποθέσεις. Και θα τα πω τώρα πιο καθαρά: χρειάζεται να’ χει κανείς τη θεία έλλαμψη, οποίος την έχει ας προχωρήσει…

Καμμιά φορά τελείωσε η ομιλία. Και οι συζητήσεις αρχίσανε αμέσως. Πώς, γιατί, με τι τρόπο…; Έλεγε ο καθένας το δικό του. Ο Γρηγόριος από το Ιερό Βήμα τα έβλεπε, τα καταλάβαινε, αλλά δεν έκρινε ότι το βράδυ εκείνο έπρεπε να συνεχίσει. Άλλωστε ήτανε φοβερά κουρασμένος.

Πριν αποσυρθεί στο κελλί του, όρισε την ώρα και την ημέρα που θα συνέχιζε για το ίδιο θέμα.

Ήτανε πάλι εν’ απόγευμα, πριν δύσει ο ήλιος. Μελιχρή ατμόσφαιρα, όλο θαλπωρή, ο Βόσπορος έστελνε λίγη υγρασία. Περνούσε από την ακρόπολη του Βύζα, των αρχαίων μεγαρέων, προχωρούσε στ’ ανάκτορα και τον ιππόδρομο, τρύπωνε στις κιονοστοιχίες του φόρου (αγοράς) του Μεγάλου Κωνσταντίνου κι ελεύθερος έμπαινε στη φυτεμένη αυλή του Αβλαβίου. Εκεί και η Αναστασία, πάλι γεμάτη, μέσα κι έξω. Τώρα έπρεπε ο Γρηγόριος να δώσει ένα σωρό εξηγήσεις για τα προηγούμενα. Έπρεπε να συνεχίσει το λόγο του περί θεολογίας. Έπειτα να προχωρήσει στην Τριαδολογία, ποία είναι η σχέση των προσώπων της αγίας Τριάδας, δηλαδή του Πατέρα, του Υιού και του αγίου Πνεύματος. Είχε προετοιμαστεί, τα είχε σχεδιάσει καλά.

Έκανε το σημείο του σταυρού, γονάτισε δίπλα στην αγία Τράπεζα, προσευχήθηκε λίγη ώρα. Σηκώθηκε αργά και βγήκε στην Ωραία πύλη. Για να υπενθυμίσει —αν και δε χρειαζότανε— συνόψισε με λίγα λόγια την προηγούμενη ομιλία και τόνισε το ρόλο της αγίας Τριάδας. Τους είπε ότι στη θεολογία ο Πατέρας ευδοκεί, ο Υιός συνεργεί και το Πνεύμα εμπνέει. Όλα τελικά είναι θεία έλλαμψη. Τα τελευταία τούτα λόγια του φέρανε σύγχυση. Έχασε τον ειρμό, το σχέδιο που είχε ετοιμάσει. Χωρίς να καταλάβει πώς, καρδιά και νους γατζώθηκαν σε ό,τι ο ίδιος τις μέρες εκείνες είχε ζήσει. Τις νύχτες που προσευχότανε και ζητούσε να του δείξει ο Θεός την αλήθεια και πώς να μιλάει γι’ αυτήν. Ήσανε βιώματα συγκλονιστικά. Εμπειρίες που δεν τις αντέχει ο νους του ανθρώπου, έπαθε ό,τι και ο Παύλος, που «ηρπάγει εις τρίτον ουρανόν» και είδε αλήθειες άρρητες.

Πίεσε ο Γρηγόριος τον εαυτό του ν’ αφήσει τις εμπειρίες του και να προχωρήσει. Μάταια. Τρόμαξε, όταν ένιωσε ότι δεν το μπορεί. Στο ξάστερο μέτωπό του γυάλισαν σταγόνες ιδρώτα. Ούτε μπρος μπορούσε ούτε πίσω. Παραδόθηκε στο βάθος του. Έσκυψε το κεφάλι αριστερά, στην εικόνα του Χριστού, και άφησε το ποτάμι που τον πλημμύριζε να κυλήσει έτσι όπως ερχόταν, άτακτα, αλλά με νερό καθαρό και άγιο:

– Αγωνιζόμουν, αδελφοί. Ασκήτευα και προσευχόμουν. Έκλαιγα και ζητούσα τη χάρη του Θεού να ζήσω την αλήθεια, να γνωρίσω βαθύτερα τη θεότητα για να διδάσκω τα ορθά. Βίαζα τον εαυτό μου ν’ ανέβω ψηλά στο βουνό της θεολογίας, να εισχωρήσω στο πυκνό σύννεφο της αλήθειας. Το ποθούσα αφάνταστα… μα βουνό η αλήθεια!

Όμως εγώ ήλπιζα, γιατί αγαπούσα. Έτρεμα κι αγωνιούσα, γιατί γνώριζα τη μικρότητά μου κι ένιωθα τη μεγαλωσύνη του Θεού. Κι έξαφνα έγινε, αδελφοί μου, έπαθα το γλυκύ και φοβερό. Ενώ ζητούσα κι αγωνιούσα, βρέθηκα μέσα στο σύννεφο, ναι, στο πνεύμα του Θεού… υπήρχα εκεί με το Θεό, ζούσα μ’ αυτόν, δεν ένιωθα ύλη και πράματα κοσμικά, μέσα μου έβλεπα και ζούσα, με νου και καρδιά, ό,τι μπορεί κανείς να ζήσει από τη θεότητα. Δε λέω πως είδα τη θεία φύση, που μένει απρόσιτη και άγνωστη. Όχι… αυτήν μόνο ο Πατέρας, ο Υιός και το άγιο Πνεύμα την βλέπουνε. Είδα τη «δεύτερη φύση», τη μεγαλειότητα του Θεού, τη θεία δηλαδή ενέργεια, τη λάμψη της θείας φύσης, την ακτινοβολία της, που φτάνει στον άνθρωπο, εάν αυτός αγαπά, εάν αγωνίζεται να ελευθερωθεί από τα πάθη. Κι όλα την ώρα τούτη είναι άφατη μακαριότητα… χωρίς όρια η απόλαυση. Βρίσκεσαι, αδελφέ, σε ύψος δυσθεώρητο εκεί πάνω… η θεωρία του Θεού ατέλειωτη και το κάλλος της ατέλειωτο. Κι όλ’ αυτά, φίλοι μου, είναι λίγα. Μηδαμινά σε σύγκριση με όσα δε βλέπει ο άνθρωπος στην κατάσταση τούτη, θα’ λεγα ότι βλέπει μόνο μικρό απαύγασμα, ενός παμμέγιστου φωτός. Όμως αλλοίμονο σε κείνον που θέλησε ν’ ανέβει εκεί χωρίς κάθαρση, χωρίς προετοιμασία. Πέφτει, κατρακυλά κάτω και χάνεται. Για ν’ αντικρύσει κανείς εκεί την περίλαμπρη θεότητα, πρέπει να’ χει καλά καθαρίσει τα πνευματικά του μάτια, διαφορετικά τυφλώνεται, χάνει κι αυτό που έχει, το φυσικό του φως, Έτσι αλλιώς, εκεί δε φτάνει ο ανέτοιμος. Μόνο οι πολύ αγωνιστές. Κι αυτοί πάλι όχι μόνοι τους, αλλά με τη χάρη του ίδιου του Θεού, που έρχεται σε μας από τότε που ενανθρώπησε ο θείος Λόγος. Μόνο έτσι απολαμβάνουμε τη θεία μακαριότητα, μετά την ενανθρώπηση ζούμε σε άλλο βαθμό τις θείες ενέργειες…

Σε λίγο ανέκοψε το λόγο του. Το ακροατήριο του είχε παραδοθεί. Δεν περίμενε τέτοιο ποταμό προσωπικών εμπειριών, θεοπτικών βιωμάτων. Ακόμα και οι κακόδοξοι, που ήσανε παρόντες, νιώθανε κάτι από τις θείες εμπειρίες του ιερού άνδρα να τους αγγίζει. Δεν έπρεπε όμως να προχωρήσει άλλο. Θα ήτανε ασύνετο. Και προσπάθησε με τρόπο να περάσει στο σχέδιο που αρχικά ετοίμασε: Τι γνωρίζουμε, τι δε γνωρίζουμε από το Θεό, πώς εκφράζεται η γνώση αυτή και τα σχετικά. Η ανακοπή του λόγου έκανε να συνέλθουνε λίγο από την έκπληξη και οι ακροατές. Οι πιο ζωηροί, όσων η καρδιά δεν είχε κατανυγεί πολύ, θυμηθήκανε απορίες κι ενστάσεις. Βρήκανε το κουράγιο την ώρα κείνη να τις ειπούν με συντομία, με δυο λέξεις:

— Μπορούμε, πάτερ, να εκφράσουμε το Θεό; γιατί κάποιοι σοφοί λένε πως όχι…

— Ο Πλάτωνας, τους απαντάει αμέσως, ένας άπ’ όσους Έλληνες θεολογήσανε, λέει πως είναι δύσκολο να καταλάβουμε το Θεό κι αδύνατο να τον εκφράσουμε. Αλλά, εάν καταλάβεις κάτι, σίγουρα θα βρεις κάποιο τρόπο να το εκφράσεις, έστω και αμυδρά. Το θέμα είναι, λοιπόν, πώς θα καταλάβεις το Θεό! Από μόνος του ο άνθρωπος δεν μπορεί. Επεμβαίνει όμως ο Θεός και μας φωτίζει, φανερώνει δηλαδή τον εαυτό του με πολλούς τρόπους. Δε φανερώνει όμως ποτέ την ουσία του, αυτή μένει απρόσιτη, γι’ αυτήν ποτέ δε μιλάμε στη θεολογία.

Ένας από το ακροατήριο, με φιλοσοφική παιδεία, επεμβαίνει και υπενθυμίζει τους νεοπλατωνικούς:

— Η μέθοδος του αποφατισμού, πάτερ, μ’ αυτή μπορούμε να γνωρίσουμε το Θεό;

— Όχι, όχι φίλοι μου. Εμείς θέλουμε να ζήσουμε αληθινά το Θεό μας, να τον γνωρίσουμε για να ζήσουμε! Δεν είναι θέμα ζήτησης φιλοσοφικής. Μέθοδο αποφατική έχουν οι νεοπλατωνικοί, αλλ’ αυτοί δε ζούνε κείνο που επιδιώκουνε να γνωρίσουν, γιατί τελικά δε φτάνουνε σε αυτό. Με το να λες τι δεν είναι ο Θεός, δε σημαίνει ότι φτάνεις στο Θεό. Εμείς θέλουμε την αλήθεια που δίνει ζωή, άρα πρέπει να ενωθούμε με την αλήθεια. Δεν μας ικανοποιεί να επισημάνουμε τι δεν είναι αλήθεια. Γιατί αυτό μόνο κάνει ο αποφατισμός. Σου λέει μόνο μερικά πράγματα που δεν είναι ο Θεός. Κάτι βέβαια είναι κι αυτό μα όχι εκείνο που ζητάμε. Αν σε ρωτήσει κάποιος, πόσο κάνουνε πέντε και πέντε και συ του απαντήσεις ότι δεν κάνουνε τρία, δεν κάνουνε επτά, δεν κάνουνε οκτώ ή δεκαπέντε κλπ., δεν ικανοποιείς αυτόν που ερωτά. Έτσι και με τον αποφατισμό, το να λέμε ότι ο Θεός δεν είναι ύλη, δεν έχει αρχή, δεν έχει τέλος, είναι άρρητος κ.λπ., δεν απαντάμε στη ζήτηση τον Θεού. Κι εμείς πασχίζουμε και πεθαίνουμε για να έχουμε μέσα μας το Θεό, για να τον ζούμε. Με τη δική του χάρη, βέβαια, αλλά ζούμε κι έχουμε την εμπειρία της χάρης του, της ενέργειάς του, όχι της ουσίας του. Γι’ αυτό και όλη μας η θεολογία μιλάει κυρίως για το πώς αποκτάμε αυτή την εμπειρία του Θεού, όχι για το τι δεν είναι Θεός. Για να δείτε και μόνοι σας πόσο μικρής σημασίας είναι ο αποφατισμός, αναλογιστείτε και τούτο:

Για να μπορείς με σιγουριά να πεις ότι ο Θεός δεν είναι ύλη, δεν έχει αρχή κλπ., πρέπει πρώτα να τον έχεις γνωρίσει Επομένως οι αποφατικές εκφράσεις είναι αποτέλεσμα της αποκτημένης πλέον βίωσης και γνώσης του Θεού, δεν οδηγούν οι εκφράσεις αυτές στη γνώση του Θεού. Χρησιμεύουν μόνο για τους αρχάριους και συχνά με αυτές δηλώνουμε το δέος μας ενώπιον του Θεού. Ακόμα τις χρησιμοποιούμε για να δηλώσουμε ότι δεν γνωρίζουμε την ουσία του Θεού την οποία όμως ουδέποτε αναζητάμε… Τελείωσε και το λόγο του αυτό. Είχε ξεκαθαρίσει δύο βασικά στοιχεία. Ποιος είναι ο θεολόγος και τι ακριβώς είναι η θεολογία. Τι οφείλει να προϋποθέτει ο θεολόγος και ποια η εσωτερική δομή της θεολογίας. Είναι αλήθεια ότι απ’ όσα υψηλά έλεγε ο Γρηγόριος οι πολλοί καταλάβαιναν λίγα. Μα δεν γινόταν διαφορετικά. Θα’ δινε ο Θεός, οι πολλοί να ακολουθήσουν τους λίγους. Πάντα έτσι γινότανε και έτσι γίνεται.

Ο Θεός αποκαλύπτει σταδιακά

Το ενδιαφέρον, ιδιαίτερα των μορφωμένων, έγινε πιο έντονο. Μαθημένοι γενικά στην προσκόλληση στο γράμμα της γραφής είχαν καταντήσει σαν τους ιουδαίους. Αυτοί λατρεύανε το γράμμα και ούτε καν υποπτεύονταν το πνεύμα της Γραφής. Τώρα ο Γρηγόριος δοκιμάζει να τους ανοίξει τα μάτια, να δούμε καθαρά την πορεία της θείας οικονομίας και ιδιαίτερα τη δράση του Αγίου Πνεύματος:

-Δύο ριζικές αλλαγές γίνονται στον κόσμο. Έπειτα ήρθε και Τρίτη. Όλες μοιάζουν με σεισμούς και ταρακούνησαν και μεταμόρφωσαν τον κόσμο. Φυσικά, του Θεού και οι τρεις. Ποιες είναι; Οι δύο διαθήκες και η δράση του Αγίου Πνεύματος από την πεντηκοστή και μετά. Γιατί τις λέω αλλαγές, «μεταθέσεις» και «σεισμούς»; Διότι στην πρώτη διδάχτηκε ο κόσμος για τον ένα Θεό και έτσι άφησε τα είδωλα. Δηλαδή με την Παλαιά Διαθήκη αφαιρούνται τα είδωλα, ειδωλολάτρες γίνανε Ιουδαίοι, λατρέψανε τον αληθινό Θεό. Κρατήσανε όμως στις θυσίες ζώων. Στη δεύτερη ενανθρώπησε ο Κύριος, δίδαξε για τον εαυτό του και υποσχέθηκε να στείλει το Άγιο Πνεύμα. Αυτά γίνανε στην Καινή Διαθήκη, που με τη σειρά της αφαίρεσε κάτι, κατάργησε τις θυσίες της Παλαιάς Διαθήκης. Τώρα πια το στάδιο της θείας οικονομίας είναι τέλειο. Ό,τι έδωσε ο Κύριος με την Καινή Διαθήκη είναι οριστικό και αμετάβλητο. Αυτό που θα’ ρθει μετά, με τη δράση του Αγίου Πνεύματος δεν θα έχει αφαίρεση κάποιου στοιχείου από την Καινή Διαθήκη, ούτε θα είναι αλήθεια νέα, άγνωστη και αντίθετη στην αποκάλυψη του Κυρίου. Στους δύο, λοιπόν σεισμούς είχαμε και αφαιρέσεις, καταργήσεις. Η Παλαιά Διαθήκη δηλαδή κατάργησε τα είδωλα και η Καινή Διαθήκη κατάργησε τις θυσίες ζώων.

Οι πιο θερμόαιμοι δεν είχαν υπομονή και είπανε φωναχτά  τις απορίες τους:

— Γιατί ο Θεός δεν έκανε την αλλαγή μία και καλή; Και αφού με την πεντηκοστή δεν έχουμε αφαιρέσεις και καταργήσεις τι έχουμε;

Από το σημείο τούτο γινόταν ακόμα πιο δύσκολη η θεολογία. Ο Γρηγόριος, παρά τους δισταγμούς του, προχώρησε. Άλλοι θα καταλάβαιναν και άλλοι όχι. Αυτός έπρεπε να δώσει λόγο, να κοινοποιήσει τη γνώση που έλαβε από το Άγιο Πνεύμα:

— Έχουμε από το Θεό την τακτική αυτή, δηλαδή τη σταδιακή αποκάλυψη και φανέρωση της αλήθειας, γιατί ο άνθρωπος είναι και αδύνατος και ελεύθερος. Με μιας δεν μπορούσε να τα καταλάβει και να τα αφομοιώσει όλα. Θα πάθαινε πνευματικό κορεσμό, θα βαρυστομάχιαζε. Δεν θα αφομοιώνε, δηλαδή δεν θα συνειδητοποιούσε την αποκαλυμμένη αλήθεια. Και ως ελεύθερος πάλι, χρειαζότανε χρόνο, προετοιμασία για να δεχτεί ελεύθερα, με τη θέλησή του, όσα του αποκαλύπτονταν σταδιακά. Ο Θεός δεν εξαναγκάζει.

Έπρεπε όμως να τους εξηγήσει και τη διαδικασία που ακολουθείται από την Πεντηκοστή και μετά. Προσπάθησε όσο γίνεται να απλουστεύσει:

— Είπαμε, ότι στην Παλαιά και στην Καινή Διαθήκη έχουμε αφαιρέσεις, καταργήσεις. Εδώ αντίθετα, έχουμε «προσθήκες». Από την Πεντηκοστή και μετά η σταδιακή πορεία της θείας οικονομίας προχωρεί με προσθήκες, όχι πλέον αφαιρέσεις. Διότι όσα έχουμε στην Καινή είναι γνήσια και οριστικά. Και για να καταλάβετε την τακτική των προσθηκών σας επισημαίνω τούτο: Στην Παλαιά Διαθήκη ο Θεός Πατέρας αποκαλύφτηκε με σαφήνεια, «φανερώς» ενώ ο Υιός αμυδρά, ελάχιστα. Η Καινή φανέρωσε τον Υιό και μόνο «υπέδειξε» τη θεότητα του Πνεύματος. Τώρα όμως το Πνεύμα, που πλέον ενεργεί σε μας, δηλαδή στην Εκκλησία, φανερώνει σαφέστατα ό,τι για το ίδιο το Πνεύμα λέχθηκε στην Καινή, χωρίς να αλλάζει κάτι από αυτά που λέχθηκαν εκεί. Βλέπετε πώς το φως της Αγίας Τριάδας καταυγάζει την ανθρωπότητα σταδιακά;  Με τις προσθήκες έχουμε «προόδους» και «προκοπή» στη θεία δόξα. Αυτό ισχύει και για τους μαθητές του Κυρίου. Σταδιακά δεχτήκανε τον φωτισμό και προοδευτικά καταλάβανε την αλήθεια.

Σε άλλους τα λόγια τούτα φάνηκαν λογικά και σε όλους περίεργα. Δεν είχε και ο Γρηγόριος αυταπάτες. Ανάγκη πάσα να στηρίξει όλα αυτά στη Γραφή. Και το έκανε με σαφήνεια μοναδική, που δεν είχε ξαναγίνει στην Εκκλησία:

— Μην αμφιβάλλετε αγαπητοί μου. Τις προσθήκες, για τις οποίες μίλησα, τις υποσχέθηκε ο ίδιος ο Κύριος. Θυμηθείτε μόνο τι έλεγε στους Αποστόλους όταν πια έφτανε η ώρα των Αγίων παθών του. Και τι ακριβώς τους υποσχέθηκε; Ότι όταν φύγει από τη γη, θα τους στείλει τον Παράκλητο, το Άγιο Πνεύμα. Γιατί; Για να τους ενισχύει, να τους παρηγορεί. Μα και για έναν ακόμη λόγο, πολύ σπουδαίο.

Ο Κύριος τους είπε, ότι έχω κι άλλα πολλά να σας διδάξω αλλά τώρα δεν μπορείτε να τα καταλάβετε. Το Άγιο Πνεύμα που θα στείλω, αυτό θα σας διδάξει και θα σας φωτίσει. Και θα σας εξηγήσει όλα όσα εγώ σας είπα. Αυτό θα σας οδηγήσει σε όλη την αλήθεια (βλέπε Ιωάννου 14, 25-26 και 12-14). Προσέξτε καλά τους λόγους του Κυρίου. Άφησε τους Αποστόλους να καταλάβουν ότι το Άγιο Πνεύμα θα συνεχίσει το έργο του Κυρίου. Δεν θα παρουσιάσει όμως διδασκαλία αντίθετη από του Κυρίου. Θα συνεχίσει στην ίδια γραμμή θα διαφωτίσει εκείνα που λέγονται και αποκαλύπτονται στην Καινή Διαθήκη.

Μία λοιπόν από τις διδασκαλίες – αλήθειες, που ο Κύριος δεν είπε – επεξήγησε στους Αποστόλους, είναι η περί της θεότητας του Αγίου Πνεύματος. Αυτήν μας τη δίνει τώρα με το φωτισμό του το ίδιο το Άγιο Πνεύμα. Μπορεί πρόσφατα και άλλοι να φωτίστηκαν για τη θεότητα του Πνεύματος, μα εγώ θα την ομολογώ πάντα και είμαι έτοιμος να θυσιαστώ για αυτήν, διότι την έχω κυριολεκτικά με «έλλαμψιν» του Αγίου Πνεύματος. Αυτό με οδήγησε κι αυτό μου φανέρωσε τη θεότητά του. Γι’ αυτό αδελφοί μου κρατώ τη διδασκαλία τούτη ως δώρο θείο. Μ’ αυτήν ζω και μ’ αυτήν θα πεθάνω δοξάζοντας και προσκυνώντας τον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα που έχουν μία κοινή θεότητα.

Τελείωσε την ομιλία του για το Άγιο Πνεύμα. Έκανε με το παραπάνω το καθήκον του ως διδάσκαλος. Ηρέμησε. Δύο-τρεις ημέρες περάσανε γαλήνιες. Κάτι συνέβη, όμως που δεν το γνωρίζουμε. Κάποιες συζητήσεις, κάτι αντιρρήσεις… και την επόμενη Κυριακή έκρινε ότι πρέπει να επανέλθει στο θέμα της θεολογίας. Ποιος πρέπει να θεολογεί και πότε να θεολογεί (Λόγος Κ’).

Έτσι ξανατόνισε στο Ναό της Αναστασίας:

— Αλίμονο σε όποιον θεολογεί χωρίς καθαρότητα και άσκηση. Προσπαθώ, και επιθυμία μου είναι να γίνω μέσα μου πεντακάθαρος καθρέφτης, για να καθρεφτιστεί εκεί ο Θεός, η αλήθεια.

Κι επειδή έβλεπε στο ακροατήριο κάποιον ιδιώτη που χωρίς φόβο μίλαγε για οποιοδήποτε σημείο της αλήθειας, σταμάτησε το λόγο και του είπε:

— Θες  κάποτε και εσύ να γίνεις θεολόγος, φύλαγε τις θείες εντολές, πορέψου εφαρμόζοντας τα προστάγματα του Κυρίου. Και μην ξεχνάς ποτέ, για να ζήσεις τη θεωρία, θα περάσεις από την πράξη. Πρώτα η άσκηση και έπειτα έρχεται η θεοπτία.

Απόσπασμα από το βιβλίο:

Ο ΠΛΗΓΩΜΕΝΟΣ ΑΕΤΟΣ (ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ)
Του  Στυλιανού Παπαδοπούλου

πηγή

Τα Άγια Θεοφάνεια – 6 Ιανουαρίου

Εορτάζει σήμερα η αγία μας Εκκλησία τη μεγάλη εορτή των Θεοφανείων, δηλαδή της Βαπτίσεως του Χριστού στον Ιορδάνη ποταμό από τον Πρόδρομο και Βαπτιστή Ιωάννη. Και ονομάζεται Θεοφάνεια τούτο το γεγονός, διότι φανερώνεται στον κόσμο ο Τριαδικός Θεός και η παρουσία του Χριστού επί της γης, με σκοπό τη σωτηρία των ανθρώπων. Με τη Γέννηση του Χριστού έχουμε την απαρχή της παρουσίας του Θεού επί της γης, με τα Θεοφάνεια όμως γίνεται η φανέρωση της παρουσίας Του και μετά τη Βάπτιση αρχίζει ουσιαστικά το σωτήριο έργο και η διδασκαλία του Χριστού.

Έρχεται ο Χριστός στον Ιορδάνη, εκεί που ο Ιωάννης ο Πρόδρομος κήρυττε μετάνοια και βάπτιζε τον λαό, και του ζητά να βαπτίσει και τον ίδιο. Εκείνος όμως τον εμπόδιζε, λέγοντάς Του ότι ο ίδιος είχε ανάγκη από το βάπτισμα του Θεανθρώπου. Τότε ο Χριστός τού απάντησε ότι έτσι πρέπει να γίνει, και να μη φέρει αντιρρήσεις. Και τούτο, για να φανερωθεί στη συνέχεια η θεότητα του Χριστού. Υποχώρησε ο Ιωάννης, και μόλις ο Χριστός βαπτίστηκε, “ανέβη ευθύς από του ύδατος”, δείχνοντας ότι όντως ως μόνος αναμάρτητος δεν είχε ανάγκη το βάπτισμα της μετανοίας, ούτε τον συμβολικό εξαγνισμό του ύδατος. Παράλληλα, άνοιξαν οι ουρανοί και το Πνεύμα του Θεού, “εν είδει περιστεράς”, ήλθε επάνω από τον Χριστό, και ακούστηκε φωνή από τον ουρανό που έλεγε “ούτος εστίν ο Υιός μου ο αγαπητός, εν ώ ηυδόκησα”.

Αυτή η φωνή του Θεού έχει διπλό περιεχόμενο. Δηλώνει καταρχήν ότι όντως ο Χριστός είναι ο Υιός και Λόγος του Θεού, Θεός αληθινός εκ Θεού αληθινού, που σαρκώθηκε, δίδαξε, έπαθε, σταυρώθηκε και αναστήθηκε, “υπέρ της του κόσμου σωτηρίας”. Είναι ο Υιός του Θεού, στον οποίο το Πνεύμα του Θεού αναπαύεται, το Πνεύμα της αληθείας και της ειρήνης. Και δεύτερον ότι είναι ο Υιός του Θεού, στον οποίο ο Πατέρας “ευδόκησε”, δηλαδή συγκατατέθηκε με χαρά στο να πραγματώσει το έργο της σωτηρίας. Πρώτη φορά ακούμε τη λέξη αυτή στη Γέννηση του Χριστού, όταν οι άγγελοι ψάλλουν το “Δόξα εν υψίστοις Θεώ, και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία”, δηλαδή χαρά και ευφροσύνη για τους ανθρώπους, και απαλλαγή από τη θλίψη και την απελπισία. Σήμερα ο ίδιος ο Θεός Πατήρ δηλώνει ότι ευφραίνεται, διότι φανερώνεται επίσημα πλέον η παρουσία του μονογενούς Του Υιού στη γη, και γίνεται πράξη η ελπίδα όλου του κόσμου.    

Ο Χριστός βαπτίζεται στον Ιορδάνη και ταυτόχρονα τελειώνει το βάπτισμα του Ιωάννη, που ήταν βάπτισμα μετανοίας και αρχίζει η περίοδος της χάριτος του Θεού, της αποκαταστάσεως της αγάπης στις καρδιές των ανθρώπων, του βαπτίσματος εν Αγίω Πνεύματι. Αυτά είναι και τα στάδια που οφείλει να ακολουθήσει η προσωπική μας πνευματική ζωή. Η μετάνοια, η εξομολόγηση και η πνευματική μας αναγέννηση με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Όσο ο άνθρωπος παραμένει εγκλωβισμένος στο σκοτάδι της αμαρτίας και των προσωπικών του παθών, είναι αδύνατο να προσεγγίσει και να κατανοήσει τον Θεό. Χρειάζεται επομένως η μετάνοια, η αλλαγή δηλαδή του  τρόπου με τον οποίο σκεπτόμαστε και στη συνέχεια η εξομολόγηση και η συγγνώμη. Δεν είναι τυχαίο που ο Χριστός, όταν αμέσως μετά τη Βάπτισή Του στον Ιορδάνη άρχισε το δημόσιο κήρυγμά Του, χρησιμοποίησε τα ίδια ακριβώς λόγια του Ιωάννη του Βαπτιστή: “Μετανοείτε, ήγγικε γαρ η Βασιλεία των Ουρανών”. Μέσα πάλι από τα Ευαγγέλια βλέπουμε ότι ενώ δεν κατέκρινε τον αμαρτωλό, έδινε προτεραιότητα στη μετάνοια, στην επιστροφή του ανθρώπου κοντά στον Θεό, στην απαλλαγή του από την αμαρτία, στην πνευματική του μεταστροφή και μεταμόρφωση. Αλλά και κατά την Ανάληψή Του, λέει στους αγίους Αποστόλους να κηρύξουν την μετάνοια σε όλα τα έθνη.    

Την ίδια προτροπή κάνει διαχρονικά σε όλους μας, σε όσους επιθυμούν ειλικρινά να Τον ακολουθήσουν, να Τον ενστερνιστούν, να Τον συμπεριλάβουν στη ζωή τους, να γίνουν μέτοχοι του σώματός Του και κοινωνοί της ζωοποιού χάριτος του Αγίου Πνεύματος. Ο ρόλος μας δεν είναι να παραμείνουμε απλοί θεατές του θαύματος, αλλά μέτοχοι του Βαπτίσματος, του Σταυρού και της Αναστάσεώς Του. Να αφήσουμε σε δεύτερη μοίρα τα βιοτικά, χωρίς βέβαια να σταματήσουμε να ασχολούμαστε με τα απαραίτητα, αλλά και χωρίς να τα θεωρούμε ως τον βασικό σκοπό της ύπαρξής μας. Να βάλουμε “αρχή μετανοίας” στη ζωή μας, και να αναζητήσουμε στην καθημερινότητά μας την παρουσία Του και την ευλογία Του, που έχει τη δύναμη να μεταμορφώσει τη ζωή μας. Τότε μόνον θα έχουν αξία οι εορτές του Αγίου Δωδεκαημέρου, που ξεκινά από τα Χριστούγεννα και τελειώνει σήμερα, όταν έστω και λίγο αγγίξουν την ψυχή μας, όταν για την αγάπη του Θεού αποφασίσουμε να αναγεννηθούμε πνευματικά, όταν από αδιάφοροι θεατές γίνουμε γνήσιοι μαθητές του Χριστού. 

Γεώργιος Σαββίδης

πηγή

Πνευματικές Νουθεσίες 2(76)

Έτος 12ο Φύλλο 2(76)

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΕΣ ΝΟΥΘΕΣΙΕΣ

Πόνημα Νεανικής Συντροφιάς Ι. Ν. Ευαγγελιστρίας Λιβαδειάς

« Ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δέ ἐν ἐμοί Χριστός »

(διαδικτυακή κυκλοφορία: http://www.inevagelistrias.wordpress.com)

Ο κύριος Σπύρος, τα Χριστούγεννα και ο… Μίκυ Μάους

Τούτα τα χρόνια, τα χρόνια δηλαδή απ΄ όταν έκανε οικογένεια και λίγο πιο πριν, ο κύριος Σπύρος ζούσε στην πόλη, το κέντρο του νομού. Στην πρωτεύουσα λοιπόν τα είχε όλα, όχι τα υλικά, τεχνολογίες και τέτοια, όχι – όχι αυτά, είχε αυτά που ήθελε και χρειαζόταν αυτός. Τις κότες με τα αυγά τους, τις πάπιες του, τα αρνάκια του, κάνα γουρουνάκι μέσα μέσα καμιά φορά για τα Χριστούγεννα, αυτά που είχε και στο χωριό του εκείνα τα χρόνια, τα παλιά τα χρόνια που λένε, τα χρόνια τα καλά. Αν και τώρα καλά ήταν, αλλά κάτι του έλειπε.

Εκεί που μεγάλωσε λοιπόν – σωματικά και ψυχικά, βρισκόταν ανάμεσα σε ανθρώπους κάθε πάστας και αυτό το ήξερε καλά, γιατί ο παππούς του είχε περίπτερο. Ναι, με όλες τις καραμέλες, πράσινες και κόκκινες, τις στρογγυλές, αυτές που σε καίνε αλλά και από τις άλλες που ήταν όλο γλύκα και με όλα τα παγωτά εκείνης της εποχής. Κρέμονταν απ΄ έξω στα σχοινιά, όλες οι εφημερίδες, ενώ τα περιοδικά και τα κόμικς έπρεπε να τα ζητήσεις για να τα αγοράσεις, αυτοί που τα διάβαζαν ήξεραν. Τους ανθρώπους τους ήξερε καλά, γιατί ήξερε «τι καπνό φουμάρουν», όχι έτσι, στην κυριολεξία. Τεχνικές βέβαια του παππού του, του συνονόματου, Σπύρος κι εκείνος. Έβλεπε λοιπόν πως ο παππούς του, το πακέτο με τα τσιγάρα, το άφηνε πριν ακόμα φτάσει ο πελάτης, πάνω στο πιατάκι που άφηναν τα χρήματα και έπαιρναν τα ρέστα. Ήξερε τι μάρκα τσιγάρα κάπνιζε ο καθένας. Έτσι έκανε κι αυτός, όποτε καθόταν μέσα στο κουβούκλιο του περιπτέρου και σιγά σιγά έμαθε και «τι καπνό φούμαραν» και στη ζωή τους, αφού έβλεπε συμπεριφορές και αντιδράσεις στα διάφορα γεγονότα της ζωής και τα άκουγε και τα μάθαινε όλα, μιας και το περίπτερο ήταν ακριβώς στην πλατεία του χωριού με το μοναδικό καφενείο και το μοναδικό μπακάλικο. Το χωριό ήταν μικρό και όλοι περνούσαν σχεδόν κάθε μέρα απ΄ αυτά τα τρία: περίπτερο, καφενείο, μπακάλικο.

Το λεωφορείο, με τις εφημερίδες και τα περιοδικά, ερχόταν κατά τις 12 μ.μ. κι έτσι οι πιο πολλοί συνωστίζονταν εκείνην την ώρα έξω απ΄ το περίπτερο, για να συνδυάσουν τις δύο μεγάλες τους αγάπες: καπνό και εφημερίδα ή περιοδικό. Τρίτη και Πέμπτη ήξερε κι ο μικρός Σπύρος ότι κάτι είχε και γι΄ αυτόν ή μάλλον όχι κάτι, τα πάντα. Μα τι άλλο; Το αγαπημένο του κόμικ, το Μίκυ Μάους. Το κόλπο το ήξερε καλά. Ο παππούς του έκλεινε στις 1 μ.μ. για να είναι στο τραπέζι με τη γιαγιά στις 1.30 μ.μ. ακριβώς, νόμος απαράβατος. Μέσα σε μία ώρα ποιος να προλάβει να αγοράσει τα Μίκυ Μάους, άλλωστε τα παιδιά εκείνη την ώρα έπαιζαν το καλοκαίρι και θα έρχονταν το απόγευμα να τα αγοράσουν μαζί με τους παππούδες τους και να κεραστούν ένα παγωτό ή μια πορτοκαλάδα από απέναντι. Ποιο κόλπο; Μέχρι τις 4 μ.μ., που άνοιγε ξανά ο παππούς του, είχε αρκετό χρόνο. Για ποιο πράγμα; Μα για να πάρει τα Μίκυ Μάους στο σπίτι, να τα κάνει δικά του, να τα διαβάσει και να τα επιστρέψει. Επαγγελματίας, όχι έτσι. Τα ξεφύλλιζε με προσοχή και γιατί τα είχε σαν Ευαγγέλιο, αλλά και για να μην καταλάβει κανένας πελάτης ότι ήταν χρησιμοποιημένα, έπρεπε να φαίνονται άθικτα. Έτσι κι έκανε. Χανόταν μέσα στις διάφορες ιστορίες και περιπλανήσεις του φίλου του, του Μίκυ Μάους και αυτός και μόνο αυτός, πρώτος απ΄ όλα τα παιδιά, είχε την πολυτέλεια να διαβάζει στην ησυχία του σπιτιού του, τον περίφημο Μίκυ Μάους και να διατηρείται παιδί.

Τα χρόνια πέρασαν, ήρθε στην πόλη, παντρεύτηκε και απέκτησε τρία παιδιά μαζί με τη σύζυγό του. Πολυτεχνίτης, αλλά όχι ερημοσπίτης. Όλες τις δουλειές τις ήξερε, με τα πάντα καταπιανόταν, άξιος άνθρωπος. Με τα σίδερα καταπιάστηκε, με σκεπές – από στέγαστρα απλά μέχρι και σκεπές σπιτιών, με όλα σχεδόν τα επαγγέλματα της οικοδομής και όχι μόνο. Μαζί με τη σύζυγό του μεγάλωσαν και σπούδασαν τα τρία τους παιδιά, άξια και χρήσιμα και αυτά, τα παρέδωσαν στην κοινωνία. Νευρίαζε αρκετές φορές πάνω στη δουλειά, ήταν πράος όμως στην καρδιά, καλοκάγαθος όσο δεν πάει. Σήκωνε βάρη οικονομικά άλλων οικογενειών, ξεπλήρωσε χρέη άλλων, γιατί έμπαινε εγγυητής σε δάνεια για να βοηθήσει και όποιος βρισκόταν γενικά σε ανάγκη, κάπου εκεί δίπλα θα ήταν και ο κύριος Σπύρος. Τι του έδινε θάρρος, δύναμη, κουράγιο; Μα τι άλλο; Η εξαίρετη οικογένειά του, μα κι αυτός… Ποιος αυτός; Μα, ο Μίκυ! Ανακάτευε την τηλεόραση τα απογεύματα να βρει τον φίλο του και όλο κάπου τον πετύχαινε και τότε ξέχναγε όλες τις ταλαιπωρίες της ζωής και γελούσε με την ψυχή του, διατηρούνταν παιδί.

Κάποια στιγμή ήρθε στο χωριό του νέος παπάς και νέος στην ηλικία. Ε, για τον κύριο Σπύρο είχαν περάσει λίγο τα χρόνια, είχε βγει στη σύνταξη και ανάμεσα στα ζώα του και τις υποχρεώσεις του σπιτιού του, πήγαινε και στο χωριό του, στο πατρικό, ενώ έβγαινε και στο καφενείο. Εκεί γνώρισε τον παπά – εννοείται βέβαια ότι δεν ήταν αυτή η πρώτη του επαφή με την εκκλησία, τον Χριστό. Από μικρός, η μάνα του και ο πατέρας του, τον έπαιρναν στην εκκλησία μαζί με τ΄ αδέρφια του και όπως όλα σχεδόν τα παιδιά της εποχής εκείνης, ντυνόταν παπαδάκι, βοηθούσε τον παπά και μεγάλωσε μέσα σ΄ αυτή. Μετά από λίγο όμως το έχασε όλο αυτό, τον «έφαγαν» οι υποχρεώσεις της ζωής και πήγαινε στην εκκλησία, μαζί με την οικογένειά του πάντα, μόνο στις μεγάλες γιορτάδες και κάθε πότε γιόρταζε το χωριό. Γνωρίστηκε λοιπόν με τον παπά και καταπιάστηκε, καταπιάστηκε για τα καλά. Ήθελε κι εκεί να προσφέρει!

Μια μέρα του ήρθε η ιδέα: να φτιάξουν – αναπαλαιώσουν το παλιό ξωκλήσι του Αγίου Βλασίου, που στεκόταν μονάχο του σαν καλαμιά, μακριά στον κάμπο. Βρίσκει το λοιπόν τον παπά και του ρίχνει την ιδέα με έναν όρο: να δεχθεί ο παπάς τα Χριστούγεννα να γίνεται εκεί κάθε χρόνο η Θεία Λειτουργία, έτσι όπως έκαναν παλιά. Ο παπάς ενημερώθηκε από τους υπόλοιπους χωριανούς ότι για κάποιο λόγο – κάποιο τάμα ίσως στον Άγιο όταν το χωριό είχε βρεθεί σε κίνδυνο, ο προηγούμενος εφημέριος λειτουργούσε ανήμερα τα Χριστούγεννα από τις 4 π.μ., αξημέρωτα ακόμα, στον Άγιο Βλάσιο. Έτσι, δέχθηκε μετά χαράς και καθώς ήταν νέος και ορεξάτος, έγινε και συνεχιστής του προκατόχου του. Χάρηκε ο κύριος Σπύρος, χάρηκαν και οι χωριανοί και όλοι. Έτσι που ήταν και ενεργητικός και δραστήριος ο κύριος Σπύρος, με κάνα δυο μέρες ξεκίνησαν κιόλας για το μεγάλο εγχείρημα.

Με κάνα δυο μέρες; Λάθος. Την άλλη μέρα κιόλας, μετά την κουβέντα με τον παπά, είχε ήδη πάει και είχε βγάλει, μέσα στο μυαλό του, ακτινογραφία το εκκλησάκι, τι χρειαζόταν για να αποκατασταθούν οι ζημιές. Μπροστάρης, αρχηγός καθώς ήταν τόσα χρόνια στη δουλειά του, δεν το είχε σε τίποτα να ξεκινήσει άμεσα και αυτό το μεγάλο, το μέγιστο έργο. Έπρεπε άλλωστε να τελειώσει ως τα Χριστούγεννα, τι κι αν ήταν καλοκαίρι. Στο νοικοκυριό του μέσα, μέσα στο μυαλό του δηλαδή, δεν είχε πολύ χρόνο. Έτσι ήταν ο κύριος Σπύρος, αψής, γρήγορος, όταν καταπιανόταν με κάτι ήταν τακτικός, δεν κωλυσιεργούσε, δεν έχανε μέρα μέχρι να τελειώσει και όταν τελείωνε, έπιανε κάτι άλλο, άλλη δουλειά, άξιος και αξιολογότατος πάντα, καθώς ήταν. Αυτά μέσα στο μυαλό του, γιατί μέσα στην καρδιά του, κάτι ακόμα του έλειπε.

Καθώς ξεκίνησε λοιπόν, μαζί με τον παπά, κοντά του ήρθαν κι άλλοι. Μικροί – μεγάλοι, άλλος για να βοηθήσει με την τέχνη του κι άλλος σαν απλός κουβαλητής, όλοι χρειάστηκαν. Έλεγαν τις ιδέες – απόψεις του ο καθένας και όλοι μαζί πραγματοποίησαν την ανανέωση του Αγίου Βλασίου. Έριξαν τον παλιό σοβά, έβαλαν καινούργιο, έστρωσαν πλακάκια πάνω απ’ το παλιό μωσαϊκό, έριξαν καινούργια σκεπή, έφτιαξαν καινούργια πόρτα, καινούργια παράθυρα και κάγκελα σ’ αυτά, έκαναν έργα αντιστήριξης στους τοίχους, το έβαψαν κάτασπρο, κόκκινα την πόρτα και τα παράθυρα και με δωρεές έβαλαν καινούργια καντήλια και κουρτίνες. Ο Χριστός μπορούσε πάλι να έρθει να γεννηθεί μέσα σ’ αυτό το απομακρυσμένο ξωκλήσι.

Σ’ αυτό το τετράμηνο – πεντάμηνο που πέρασε, κάτι άρχισε να αχνοφέγγει στην καρδιά του. Ήταν η παρέα που δέθηκαν όλοι μαζί γι’ αυτό το αγαθό έργο; Ήταν που όλο του το βάρος ή όλη του τη ζωή την περιέστρεψε γύρω απ’ αυτό; Ήταν που μ’ αυτά και μ’ αυτά άρχισε να μη χάνει ακολουθία για ακολουθία, Κυριακή για Κυριακή στην εκκλησία του χωριού του; Κανείς δεν ξέρει. Μπορεί να ήταν ένα απ’ αυτά, μπορεί και όλα μαζί.

Η καρδιά του ζεστάθηκε για τα καλά. Ήταν αυτό που του έλειπε, το βρήκε, το κατάλαβε. Ήθελε τον Χριστό, τον Χριστό τον ίδιο, αυτό ήθελε, αυτό του έλειπε. Όχι ότι δεν τον είχε, ήθελε να εντρυφήσει, να τα καταλάβει όλα, πώς όμως; Όλα αυτά περί πίστης, περί τριαδικού Θεού, περί δόγματος, που άκουγε να λένε, του ήταν δυσνόητα. Για ποιον; Ναι, γι’ αυτόν, που μια ζωή υπήρχε για τους άλλους, που πρόσφερε τον ίδιο του τον εαυτό στον συνάνθρωπο, αυτόν που είχε ήδη την ταπείνωση μέσα του και δεν το ήξερε.

Καθώς πλησίαζαν τα Χριστούγεννα, ήταν όλα έτοιμα. Το ξωκλήσι ολοκληρώθηκε και περίμενε τον παπά του με τους πιστούς. Οι Κυριακές, που απέμεναν ως την ενανθρώπιση του Κυρίου, τελείωναν και σε κάποια απ’ αυτές πρόσεξε τα λόγια του παπά στο κήρυγμά του. Έλεγε σ’ αυτά ο παπάς πως ο Θεός, ο Πατέρας, θα έστελνε τον Υιό του πάνω στη γη, πως θα γεννιόταν σε ένα στάβλο, σε μία φάτνη, πως θα τον ζέσταιναν τα ζώα, θα ταπεινωνόταν, θα γινόταν άνθρωπος για την σωτηρία του ανθρώπου μέχρι την άκρα ταπείνωση, τη σταύρωση και την Ανάστασή Του και ότι έπρεπε κι αυτοί οι χωριανοί, να τον πάρουν ως παράδειγμα, να ταπεινωθούν και να τον υποδεχθούν. Τους είπε και τον τρόπο ο παπάς, τους αποκάλυψε το μυστικό, που δεν ήταν βέβαια αποκάλυψη του παπά, αλλά του ίδιου του Θεού. Το μυστικό για την ταπείνωση και την άλλη ζωή, την επουράνια Βασιλεία, ήταν… να γίνουν σαν τα παιδιά, που είναι άκακα, αθώα, χωρίς υστεροβουλία. Ω, τι αποκάλυψη ήταν για τον κύριο Σπύρο αυτή! Να γίνει πάλι παιδί! Να γίνει ταπεινός! Το ήθελε. Ποιος; Αυτός που σε όλη του τη ζωή υπήρξε δούλος άγιος των συνανθρώπων του, που ήταν ήδη ταπεινός, που δεν έλεγε σε κανέναν τις αγαθοεργίες του, αλλά κι αυτά τα παράπονά του απ’ τους ανθρώπους, την πικρία του. Αυτός που ήταν ήδη παιδί, που δεν έπαψε ποτέ του να είναι παιδί. Πώς όμως θα γινόταν αυτό;

Το σκάλισε μέσα στο μυαλό του, αλλά τίποτα. Το έψαξε από ΄δω, το έψαξε από ΄κει, αλλά τίποτα. Μάταια έψαχνε να βρει τη λύση με τη λογική και έφταναν Χριστούγεννα. Πώς θα κοινωνούσε, αν δεν ήταν ταπεινός, αν δε γινόταν και πάλι παιδί; Με τη λογική δεν έβγαζε άκρη, έτσι άφησε την καρδιά του ελεύθερη, άφησε να μπει μέσα της ο Χριστός. Του είχε εμπιστοσύνη, πίστευε, πίστευε πως αυτό που του έλειπε ή μάλλον αυτό που νόμιζε ότι του έλειπε, θα του το έδινε ο ίδιος ο Θεός, αυτό το μικρό παιδί που θα γεννιόταν σε λίγες μέρες, αυτός ο μικρός Θεός, ο μεγάλος. Μόνο αυτός μπορούσε να του δώσει την ταπείνωση, την παιδικότητά του πίσω. Ο ίδιος από μόνος του, μόνο τη θέληση μπορούσε να βάλει. Ποιος τα έλεγε αυτά; Αυτός. Αυτός ο ήδη ταπεινός, ο ήδη άγιος.

Την παραμονή, μετά τις Ώρες που διαβάζονται στην εκκλησία, ήταν είδη ήρεμος και ταπεινός στην καρδιά. Η σύζυγός του, τον έστειλε στην αγορά για τα τελευταία ψώνια και μετά στην αποθήκη, που βρισκόταν στο ισόγειο του σπιτιού τους, για να βρει και να της φέρει απ΄ την κούτα με τα γυαλικά, την πολύ μεγάλη πιατέλα που χρειαζόταν για να βάλει τα γλυκά της άλλης μέρας, τα γλυκά που θα μοίραζε στον Άγιο Βλάσιο για το καλό, για τον Χριστό. Έψαχνε να την βρει, αλλά τίποτα. Ανάμεσα στις άλλες κούτες, άνοιξε και την τελευταία, την πιο σκονισμένη. Επιτέλους, την βρήκε ανάμεσα σε κάτι βιβλία. Ποιος ξέρει, εκεί θα την είχε βάλει η σύζυγός του για πρόχειρα, έτσι θα της είχε έρθει. Μα τι στο καλό; Κοιτάζει καλύτερα! Αυτά δεν ήταν ακριβώς βιβλία! Ήταν τα παλιά κόμικς, που είχε κρατήσει απ΄ τον παππού του όταν έκλεισε μία και για πάντα το περίπτερο! Ο φίλος του ο Μίκυ Μάους! Ξαφνικά πλημμύρισε η καρδιά του, θυμήθηκε, ένιωσε! Αυτή ήταν η ευκαιρία του! Το απόγευμα, πήρε τα ατσαλάκωτα ακόμα Μίκυ Μάους του και καθήμενος δίπλα στο τζάκι, επί τρεις ώρες διάβαζε και διάβαζε και διάβαζε… ασταμάτητα, χωρίς κούραση, ενώ πού και πού γελούσε δυνατά, αρκετά δυνατά! Αυτή ήταν η ευκαιρία του και την άρπαξε. Έγινε πάλι παιδί, αυτός που πάντα ήταν παιδί και δεν το ήξερε, αλλά του αποκαλύφθηκε ο Θεός! Ένιωσε την άλλη χαρά, την εσωτερική χαρά, τη μεγάλη χαρά! Έγινε ΠΑΙΔΙ με κεφαλαία γράμματα. Ηρέμησε και αποκοιμήθηκε.

Την επαύριον και από ώρα 4π.μ. έως 7π.μ., στο μισοσκόταδο των κεριών του Αγίου Βλασίου γεννήθηκε ο Χριστός. Ω, χαράς ευαγγέλια! Ω, ευφροσύνη! Ω, αγαλλίαση! Ο κύριος Σπύρος, αφού κοινώνησαν, αυτός και η οικογένειά του, των Αχράντων Μυστηρίων, είχε βρει αυτό που του έλειπε, αλλά πάντα είχε: την ταπεινότητα – παιδικότητα – αγιοσύνη! Γύρισαν όλοι μαζί στο σπίτι και αφού έφαγαν από νωρίς, έπιασε και πάλι τον φίλο του, τον Μίκυ Μάους, αυτή αλλά και τις επόμενες μέρες…

(στον άγιο φίλο μου)

Χριστὸς ἐτέχθη

Στρατηγόπουλος: Δέν μᾶς σταματάει τίποτε, εἴμαστε ἀποφασισμένοι γιά ὅλα! Ἤ στά βουνά ἤ στίς φυλακές, τίποτε δέν μᾶς σταματάει νά τελέσουμε Θεία Λειτουργία!

Ἀπομαγνητοφωνημένο ἀπόσπασμα ὁμιλίας ἀπὸ τὸ «Ῥωμαίικο Ὁδοιπορικό», τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου πατρός Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου, μέ θέμα «Α’ πρός Τιμόθεον Ἐπιστολή τοῦ Ἀποστόλου Παύλου», ἐκφωνήθηκε 04-04-2013. 

Ποιά πράξη τῆς Πολιτείας μέ ἐμποδίζει νά λειτουργηθῶ καί νά ΄μαι Χριστιανός καί νά ζῶ σωστά; Πές μου ποιά πράξη; Πέρα ἀπό τά βρώμικα πού μᾶς πλασάρουν καί τά ψέματα, ἀλλά αὐτό δέν μέ ἐμποδίζει ἐγώ νά ΄χω καθαρό μυαλό καί νά τό ξεπεράσω. Νά καταλαβαίνω ποῦ εἶναι τό ψέμμα καί ἡ ἀλήθεια. Ποιά πράξης μίας ὁποιασδήποτε πολιτείας, ἔστω καί ἀντιχριστιανικῆς, ἔστω καί διωκούσης τόν Χριστό, δέν εἶναι τώρα ἀκόμη ἔτσι, ἐξωτερικά δέν εἶναι, θά τολμοῦσε νά σταματήσει τήν Λειτουργία τῆς Ἐκκλησίας στίς καρδιές τῶν πιστῶν; Κανείς! Ἐπειδή ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἐκείνη πού «πύλαι ἅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς», κανένας ἅδης, καμμιά Πολιτεία, κανένα σκληρό μέτρο δέν μπορεῖ νά σταματήσει… τήν Ἐκκλησία. Εἶναι ἀδύνατον νά γίνει, παρά μόνο ἄν ἐμεῖς λόγω φόβου, ἀδυναμίας καί ἀσπιστίας τό ἐπιτρέψουμε. Δέν γίνεται «πύλαι ἅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς» Ἐμεῖς συνεχίζουμε τήν Χριστιανική μας ζωή πέρα ἀπό τίς ὁποιεσδήποτε ἀνώμαλες, ἀντιχριστιανικές ἀποφάσεις παίρνουνε. Τίποτε δέν μᾶς ἐμποδίζει καί δέν θά ἐνδώσει ὁ Χριστιανός σέ καιρούς διωγμῶν νά λειτουργήσει. 

Ἐδῶ ὅταν μπαίνετε σέ μία ἐκκλησία μέσα, βλέπετε μία Ἁγία Τράπεζα πάντα στό κέντρο. Ἔτσι εἶναι σήμερα δομημένη ἡ Ἁγία Τράπεζα ὁποιασδήποτε ἐκκλησίας βλέπετε. Ἄν αὔριο μία κρατική ἐξουσία ἀπαγορεύσει τήν Λειτουργία καί πεῖ «διώκονται ὅλοι οἱ Χριστιανοί, κανείς δέν θά πάει Λειτουργία, ἀπαγορεύονται οἱ Λειτουργίες» καί βάλουν ἀπ΄ ἔξω στρατιωτικούς. Εἶναι ἔτσι δομημένη (ἡ Ἐκκλησία / ὁ ναός), ὁ παπᾶς πού τό ξέρει νά πάρει τήν Ἁγία Τράπεζα στήν τσέπη του, ὅπως τό λέω, τό Ἀντιμήνσιο. Ὑπάρχει ἕνα πανί πού λέγεται Ἀντιμήνσιο, λατινικά anti mensa = ἀντί τραπέζης, πού εἶναι ἁγιασμένο καί ἀντικαθιστᾶ τήν Ἁγία Τράπεζα. 

Νά ξέρω πού αὔριο τό πρωί βγῆκε διαταγή νά μή λειτουργήσω, νά πάρω τό Ἀντιμήνσιο πού εἶναι ἔτσι φτιαγμένο καί ραμμένο, τό διπλώνω καί μπαίνει στό μικρό μου τσεπάκι. Καί νά πάω στά βουνά καί νά κάνω Λειτουργία μαζί σας ἄν ἔχετε τήν τόλμη. Καί ἄν ἀκόμη μέ βάλουνε φυλακή καί ποῦν «εἶσαι τρελός δέν θά λειτουργεῖς», καί μοῦ πάρουν καί τό Ἀντιμήνσιο, τότε στήν φυλακή ἄν εἴμαστε φυλακισμένοι μαζί, θά σοῦ πῶ «ξάπλωσε κάτω». Θά ξαπλώσεις κάτω καί θά κάνω Λειτουργία πάνω στό στῆθος σου χωρίς Ἀντιμήνσιο! Ὁ κάθε πιστός εἶναι εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Καί ἐπειδή εἶναι εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ὁ κάθε πιστός εἶναι μία Ἁγία Τράπεζα. Θά βάλω πάνω στό στῆθος σου ἕνα πλαστικό ποτηράκι, λίγο ψωμί πού θά βρῶ ἀπό τό φαγητό τῶν φυλακισμένων καί ἕνα πιάτο ὁποιοδήποτε καί θά κάνω Λειτουργία! Δέν μᾶς σταματάει τίποτε, εἴμαστε ἀποφασισμένοι γιά ὅλα! Ἤ στά βουνά ἤ στίς φυλακές, τίποτε δέν μᾶς σταματάει! Ποιά ἐξουσία λοιπόν; 

Πῶς γινόταν Λειτουργία τόσα χρόνια διωγμῶν; Αὐτά τά σκεφτήκατε ποτέ; Τά περιγράφει πανέμορφα, πάρα πολύ ὡραία αὐτά τά γεγονότα ὁ πατήρ Βίργκιλ Γκεοργκίου, αὐτές τίς ἀκραῖες περιπτώσεις. Γιατί ἔζησε σέ ἕνα καθεστώς πού ἐδίωκε τούς Χριστιανούς. Καί μάλιστα ἦταν ὁ βιώσας καί ὁ πράξας, ὑπό τήν ἔννοια ὅτι πρίν γίνει κληρικός ἦταν Γενικός Γραμματέας τοῦ Κομμουνιστικοῦ Κόμματος Ρουμανίας, δέν ἦταν τυχαία προσωπικότητα. Καί ξέρει τήν πράξη τῶν γεγονότων, ὅταν τά περιγράφει. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι Κοινωνία καί χωρίς Κοινωνία δέν γίνεται τίποτε! Δέν ἔχω νά πῶ κάτι ἄλλο.

πηγή

Πνευματικές Νουθεσίες 1(75)

Έτος 12ο Φύλλο 1(75)

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΕΣ ΝΟΥΘΕΣΙΕΣ

Πόνημα Νεανικής Συντροφιάς Ι. Ν. Ευαγγελιστρίας Λιβαδειάς

« Ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δέ ἐν ἐμοί Χριστός »

(διαδικτυακή κυκλοφορία: http://www.inevagelistrias.wordpress.com)

ΜΝΗΜΗ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΤΟΥ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΥ ΚΑΙ ΜΥΡΟΒΛΥΤΟΥ

ΕΚΑΤΟ ΕΤΗ ΑΠΟ ΤΗΣ ΟΣΙΑΚΗΣ ΑΥΤΟΥ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ

Ὁ ἅγιος Νεκτάριος, μητροπολίτης Πενταπόλεως, ὑποψήφιος γιὰ τὸν πατριαρχικὸ θρόνο τοῦ ἀποστόλου Μάρκου, διευθυντὴς τῆς Ριζαρείου Σχολῆς (1894-1908) καὶ κτίτωρ τῆς μονῆς Ἁγίας Τριάδος στὴν Αἴγινα (1904/6), ἐξεδήμησε πρὸς Κύριον στὶς 9 Νοεμβρίου τοῦ ἔτους 1920. Ἑορτάζουμε, λοιπόν, σήμερα ὄχι μόνον τὴν ἱερά του μνήμη, ἀλλὰ καὶ τὰ ἑκατὸ ἕτη ἀπὸ τῆς ὁσιακῆς κοιμήσεως αὐτοῦ. Πρόκειται γιὰ ἡμέρα χαρμόσυνο, πλήρη εὐλογίας καὶ χάριτος.

Ὁ μέγας αὐτὸς Πατὴρ θεωρεῖται καὶ εἶναι ἐκ τῶν λαμπροτέρων Ἁγίων τῆς ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας, θεωρεῖται καὶ εἶναι ὁ πυρσὸς ὁ φωτεινὸς τῆς εὐσεβείας, ὁ ὁποῖος ἔμελλε νὰ καταυγάσει τὶς ψυχὲς τῶν Ὀρθοδόξων στὰ ἔσχατα χρόνια. Οὐδέποτε ἐφάνη Ἅγιος μὲ τέτοια δύναμη θαυματουργική. Πλῆθος εἶναι τὰ καταγεγραμμένα αὐτοῦ θαύματα, καὶ ἀμέτρητες οἱ «παράδοξες» ἰάσεις καὶ οἱ ἐπεμβάσεις πρὸς ἀποτροπὴ τοῦ κακοῦ, ὄχι μόνο μετὰ τὴν κοίμησή του ἣ μετὰ τὴν ἐπίσημη ἁγιοκατάξή του (20 Ἀπριλίου 1961), ἀλλὰ ἤδη ἀπὸ τὴν παιδική του ἡλικία. Ἡ παρρησία αὐτὴ πρὸς τὸν Χριστό, πιστοποιεῖ ὅτι ὁ ἅγιος Νεκτάριος ἦτο παιδιόθεν σκεῦος ἐκλογῆς, ἀλλὰ καὶ στήριγμα πάντων τῶν κλονουμένων καθόλη τὴν διάρκεια τῆς ζωῆς του.

Περὶ τοῦ ἁγίου Νεκταρίου ἔχουν εἰπωθεῖ πλεῖστα ὅσα. Ὡστόσο, τὸ ἔργο του, θεολογικό, ὁμιλητικό, καὶ ποιμαντικό, δὲν εἶναι γνωστὸ στὸ χριστεπώνυμο πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας. Ὡς ἐκ τούτου, καὶ μὲ ἀφορμὴ τὴν σημερινὴ ἐπέτειο, στὸ παρὸν φυλλάδιο παρουσιάζεται συνοπτικὰ ἡ ἀγάπη τοῦ Ἁγίου πρὸς τὴν Ἐκκλησία, ὡς σῶμα εὐχαριστιακό, καὶ κατ’ ἐπέκταση ὁ λόγος του περὶ τῆς θείας Εὐχαριστίας, ἐπίκαιρος ὅσο ποτὲ ἄλλοτε.

Σὲ ἁρμονία μὲ τοὺς πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, ὁ ἅγιος Νεκτάριος μαρτυρεῖ ὅτι ἡ Ἐκκλησία, ὡς σῶμα Χριστοῦ, ὡς σύναξη πιστῶν ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ, συγκροτεῖται, θεμελιώνεται καὶ τελειοῦται στὸ Μυστήριο τῶν Μυστηρίων, δηλαδὴ στὴν θεία Εὐχαριστία. Ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὴν μετοχὴ στὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, στὸ Δεῖπνο, τὸ ὁποῖο παραθέτει ὁ Θεός- Πατὴρ, προσφέρων πρὸς βρῶσιν τὸν Μόσχο τὸν Σιτευτό. Ἔξω καὶ πέρα ἀπὸ αὐτὸ Ἐκκλησία δὲν ὑπάρχει.

Ἐντούτοις, στὶς ἡμέρες μας παρατηρεῖται ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὴν θεία Κοινωνία καὶ ἐπιφύλαξη ἕναντι τοῦ ἁγίου Ποτηρίου. Κατὰ τὸν ἅγιο Νεκτάριο, ὅμως, ἡ κοινωνία τῶν θείων καὶ φρικτῶν Μυστηρίων, καὶ μάλιστα ἡ συχνὴ καὶ τακτική, εἶναι πέρα καὶ πάνω ἀπὸ κάθετι ἐπωφελὴς καὶ ἀναγκαία γιὰ τὴν σωτηρία μας, γιὰ τὴν εἴσοδό μας στὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Γιὰ τὸν ἴδιο λόγο, ὁ Ἅγιος διερωτᾶται, ἐν σχέσει μὲ ἐκείνους ποὺ ἀποφεύγουν νὰ κοινωνοῦν: «Σὲ ποία τάξη χριστιανῶν νὰ κατατάξουμε αὐτούς; Ἆραγε αὐτοὶ εἶναι ἀληθινοὶ χριστιανοί; Δὲν γνωρίζουμε. Αὐτὸ ὅμως ποὺ μποροῦμε νὰ ἰσχυρισθοῦμε εἶναι ὅτι οἱ τοιοῦτοι πελαγοδρομοῦν ἄνευ πυξῖδος, ἄνευ πηδαλίου καὶ ἄνευ κυβερνήτου. Οὐαί σὲ αὐτοὺς κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Κρίσεως. Ἕρημοι τότε καὶ στερημένοι ἀπὸ τὴν θεία παρηγορία, θὰ ἀτενίζουν μὲ βλέμμα ἀπελπισίας τὰ ἀνοιγόμενα πρὸ τῶν ποδῶν τους βάραθρα, τὰ ἀπειλοῦντα αὐτοὺς μὲ καταποντισμὸ καὶ παντελῆ ἀφανισμό». Τονίζει, μάλιστα, ὁ Ἅγιος τὴν ψυχικὴ καὶ σωματικὴ ὠφέλεια ἀπὸ τὴν συχνὴ θεία Μετάληψη, «διότι ἡ ὑγεία τῆς ψυχῆς ἐπιδρᾶ καὶ ἐπὶ τῆς ὑγείας τοῦ σώματος, καὶ ἀντιστρόφως». Ὑπογραμμίζει δὲ ἐπίσης ὅτι «ὁ ἐπαξίως κοινωνήσας ἐνδύεται τὴν θεία πανοπλία, ἡ ὁποία τὸν προφυλάσσει ἀπὸ κάθε κακό».

Ἡ θεία εὐχαριστία ὡς ὁ ἄξονας τοῦ βίου τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι τὸ μεγαλύτερο θαῦμα τῆς ὑπερφυοῦς δυνάμεως καὶ προπαντὸς τῆς ἀβυσσώδους ἀγάπης τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἁμαρτωλὸ ἄνθρωπο. Σημειώνει ὁ ἅγιος Νεκτάριος: «Τὸ παραδοθὲν ἀπὸ τὸν Χριστό μας Μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας εἶναι τὸ θαυμασιώτερο τῶν θαυμάτων, ἀπὸ ὅσα ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ ἐξετέλεσε, τὸ ὑψηλότερο ἐξ ὅσων ἡ σοφία τοῦ Θεοῦ ἐπενόησε. Εἶναι δὲ καὶ τὸ τιμιώτερο ὅλων τῶν χαρισμάτων, ὅσα ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἐχάρισε στοὺς ἀνθρώπους… Τοῦτο διότι ὅλα τὰ θαύματα προέρχονται ἐξ ὑπερβάσεως ὁρισμένων νόμων τῆς φύσεως. Τὸ Μυστήριο ὅμως τῆς θείας Μεταλήψεως ὑπερβαίνει πάντα ὁρατὰ καὶ ἀόρατα. Ὡς ἐκ τούτου, δικαίως μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ Μυστήριο τῶν Μυστηρίων καὶ θαῦμα τῶν θαυμάτων… Θαῦμα, διότι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι ταυτοχρόνως καὶ στὸν οὐρανὸ καὶ στὴν γῆ, καὶ ὁ ἴδιος εἶναι ἐπίσης στὸ ἱερὸ θυσιαστήριο. Θαῦμα, διότι τὸ ἄχραντο σῶμα τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἄφθαρτο καὶ ἀθάνατο, τὸ δὲ τίμιο αἷμα Του εἶναι πηγὴ ζωῆς αἰωνίου.

»Τὸ Μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας εἶναι θαῦμα κατὰ τὴν οὐσία. Ἐνῶ τὰ ἅγια δῶρα πρὶν ἀπὸ τὴν εὐλογία εἶναι οὐσία ἄρτου καὶ οἴνου, μετὰ τὴν εὐλογία καὶ τὸν ἁγιασμό, εἶναι οὐσία τοῦ σώματος καὶ τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ.

»Τὸ Μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας εἶναι θαῦμα κατά ποσόν, διότι ὁλόκληρο τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ βρίσκεται σὲ ὅλο τὸν ἅγιο ἄρτο καὶ ταυτοχρόνως ὁλόκληρο σὲ κάθε μερίδα.

»Τὸ Μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας εἶναι θαῦμα κατὰ ποιόν, γιατί αἰσθανόμαστε τὴν ποιότητα τοῦ ἄρτου καὶ τοῦ οἴνου, ἀλλὰ τρῶμε καὶ πίνουμε τὸ ἴδιο τὸ ἄχραντο σῶμα καὶ τὸ αἶμα τοῦ Χριστοῦ…

»Τὸ Μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας εἶναι θαῦμα κατὰ τὸ πού, διότι ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι καὶ στὸν Ουρανὸ καὶ στὴν γῆ, καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος εἶναι στὸ ἱερὸ θυσιαστήριο…

»Τὸ Μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας εἶναι θαῦμα κατὰ τὸ κεῖσθαι, γιὰ τὸν λόγο ὅτι στὴν θεία Λειτουργία ὁ Ἰησοῦς θεωρεῖται κείμενος μέσα στὴν φάτνη κατὰ τὴν Γέννησή Του, στὸν Γολγοθᾶ κατὰ τὴν σταύρωσή Του, τὰ πάθη, καί τὴν Ἀνάστασή Του, ὅπως καὶ ἀνερχόμενος στοὺς Οὐρανούς κατὰ τὴν Ἀνάληψή Του, καὶ καθήμενος στὰ δεξιὰ τοῦ Πατρὸς ὡς Υἱὸς καὶ Θεός.

»Τὸ Μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας εἶναι θαῦμα κατὰ τὸ ἔχειν, διότι τὸ ἄχραντο σῶμα καὶ τὸ τίμιο αἷμα τοῦ Κυρίου ἔχουν ὡς ἐξωτερικὴ περιβολὴ τὰ εἴδη τοῦ ἄρτου καὶ τοῦ οἴνου.

»Τὸ Μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας εἶναι θαῦμα κατὰ τὸ ποιεῖν ἣ ἐνεργεῖν, διότι ἡ μετάληψη τῶν ἀχράντων Μυστηρίων ἀγγίζει μὲν τὴν αἴσθηση, ἀλλὰ ἐνεργεῖ ἁγιάζοντας τὸ πνεῦμα.

»Τὸ Μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας εἶναι θαῦμα, τέλος, κατὰ τὸ πάσχειν, διότι ὁ θεῖος ἄρτος διαμελίζεται μέν, ἀλλὰ ἐπειδὴ εἶναι σῶμα Χριστοῦ δὲν διαιρεῑται, τρώγεται μέν, ἀλλὰ ὡς σῶμα Χριστοῦ δὲν ἐξαντλεῖται.

»Ὡς ἐκ τούτου, ἐπειδὴ ἡ θεία Εὐχαριστία ὑπερβαίνει ὅλους τοὺς ὅρους ἣ τὶς κατηγορίες μὲ τὶς ὁποῖες ἐκδηλώνονται οἱ νόμοι τῆς φύσεως εἶναι τὸ ἀνώτερο ὅλων τῶν θαυμάτων. Μὲ τὸ Μυστήριο αὐτὸ ὁ πανάγαθος Θεός, ὡς ὄντως Δυνατός, φανέρωσε τὴν μέγιστη δύναμη τῆς θείας Του παντοδυναμίας, ὡς ὄντως Σοφός, τὸ ἀπόλυτο ὕψος τῆς θείας παναγαθότητος».

Ἐντούτοις, ἡ κατανόηση τῆς ἀλήθειας τοῦ Μυστηρίου τῆς θείας Εὐχαριστίας, τοῦ Μυστηρίου τῶν Μυστηρίων, καὶ ἡ μετοχὴ σὲ αὐτὸ δὲν εἶναι ἄνευ ὅρων. Ὁ διάκονος κατὰ τὴν θεία Λειτουργία ἀναφωνεῖ: «Τὰ Ἅγια τοῖς Ἁγίοις». Ἐὰν κάποιος/α δὲν εἶναι ἅγιος/α, εἶναι προτιμότερο νὰ μὴν πλησιάζει στὸ ἅγιο ποτήριο. Μὲ τὴν φράση αὐτὴ ἡ Ἐκκλησία ἀναφέρεται σὲ ὅσους εἶναι πραγματικὰ ἅγιοι, καὶ ὄχι σὲ ὅσους εἶναι ἁπλῶς καθαροὶ ἀπὸ ἁμαρτίες. Διότι τὸν ἅγιο δὲν τὸν κάνει μόνον ἡ διὰ τῆς ἐξομολογήσεως ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τὰ ἁμαρτήματα, ἀλλὰ καὶ ἡ παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐντὸς αὐτοῦ. Πῶς δὲ ἀποδεικνύεται αὐτή; Ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὸν συνεχὴ καὶ ἀδιάλειπτο ἀγώνα τῶν ἁγίων γιὰ τὴν τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἀπόκτηση τῶν θείων ἀρετῶν, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸν πλοῦτο τῶν ἀγαθῶν τους ἔργων. Ἀποδεικνύεται ἐπίσης ἀπὸ τὸ ὅτι ἡ ἁμαρτία ἀδυνατεῖ νὰ δεσμεύσει αὐτούς, καθόσον οἱ ἅγιοι ἀγωνίζονται μὲ αὐταπάρνηση ἐναντίον τοῦ κόσμου καὶ ἐναντίον τοῦ θελήματος τῆς ἴδιας τῆς σαρκός τους.

Ὁ ἱερεὺς ἀναφωνεῖ: «Μετὰ φόβου Θεοῦ, πίστεως, καὶ ἀγάπης προσέλθετε: Κατὰ τὸν ἅγιο Νεκτάριο, τὸ «Μετά φόβου» σημαίνει ζωὴ σύμφωνη μὲ τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ. Τὸ «Πίστεως» ὑποδηλώνει μὲ πίστη στὴν ἀλήθεια τοῦ Μυστηρίου, καθόσον ὅποιος δὲν πιστεύει ἀκράδαντα ὅτι ὑπὸ τὴν μορφὴ τοῦ προσφερόμενου ἄρτου καὶ τοῦ οἴνου εἶναι ὅντως τὸ ἄχραντον σῶμα καὶ τὸ τίμιον αἷμα τοῦ Κυρίου καλύτερα νὰ μὴν προσέλθει στὸ Μυστήριο. Τὸ «ἀγάπης» σημαίνει μὲ ἀγάπη ὁλοκληρωτικὴ πρὸς τὸν πλησίον, πρὸς τὸν συνάθρωπο, διότι ὁ μή ἀγαπῶν τὸν πλησίον του εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀγαπήσει τὸν Θεό».

Σὲ συμφωνία δὲ μὲ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο (Α΄ Κορ. ια΄, 28-29), ὁ Ἅγιος τοῦ αἰώνα μας σημειώνει: «Ἄς ἐξετάζει καθένας ἀπὸ ἐμᾶς τὴν συνείδησή του, γιὰ νὰ γνωρίσει τὴν ἠθική του κατάσταση, τὴν ἀναξιότητά του ἐν σχέσει μὲ τὸ Δῶρο καὶ τὴν σχέση του μὲ τὸν Θεὸ καὶ τὸν πλησίον. Καὶ ἐὰν βρεῖ αὐτὲς σὲ θεάρεστη κατάσταση, ἄς προσέλθει νὰ κοινωνήσει, ἀλλιῶς ἄς ἐπιφυλαχθεῖ, διότι δέν ὑπάρχει τίποτε κοινό μεταξύ ἁγίου καὶ βέβηλου…. Ὁφείλουμε νὰ προσερχόμαστε στὴν θεία Κοινωνία μὲ κάθε εὐλάβεια, καθαροὶ παντὸς μολυσμοῦ σαρκὸς καὶ πνεύματος… Γιὰ τὸν λόγο αὐτό, ἀδελφέ μου, διάκοψε κάθε δεσμὸ ἔχθρας πρὸς τὸν πλησίον σου, λῦσε κάθε ἄδικη συναλλαγή, δῶσε πίσω τὰ ξένα καὶ κλεμμένα, ἀπομακρύνσου ἀπὸ κάθε πηγὴ ἁμαρτίας καὶ ἀπὸ κάθε κακό… ἐπέστρεψε στὸν Κύριο, καὶ ἔλα νὰ ἁγιασθεῖς ὁλόκληρος, νὰ φωτισθεῖς καὶ νὰ γίνεις ταμεῖο τῆς θείας Χάριτος, ὥστε νὰ ἑνωθεῖς μὲ τὸν γλυκύτατο Ἰησοῦ, νὰ μείνεις σὲ Αὐτὸν καὶ Αὐτὸς μέσα σὲ ἐσένα».

»Ὁ Χριστὸς λέγει: Ὁ τρώγων μου τὴν σάρκα καὶ πίνων μου τὸ αἷμα ἔχει ζωὴν αἰώνιον, καὶ ἐγὼ ἀναστήσω αὐτὸν ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρα (Ἰω. στ΄53-54). Κατὰ συνέπεια, ἡ αἰώνια ζωὴ παρέχεται μόνον σὲ αὐτοὺς ποὺ ζοῦν κατὰ Θεόν, δηλαδὴ σὲ ἀπόλυτη συμφωνία μὲ τὶς ἐντολὲς καὶ τὰ κρίματά του. Μέση ὁδὸς δὲν ὑπάρχει. Πράγματι, πόσο εὐτυχὴς καὶ μακάριος πρέπει νὰ θεωρεῖται αὐτὸς ποὺ μεταλαμβάνει ἀξίως τὰ θεῖα Μυστήρια! Ἐξέρχεται ἀπὸ τὸν ναὸ ἐντελῶς ἀνανεωμένος, διότι τὸ πῦρ τῆς θεότητος ἔκανε μέτοχο τὴν ψυχή του. Τὶς μὲν ἁμαρτίες κατέκαψε, τὴν δὲ ψυχή του γέμισε μὲ τὴν θεία χάρη. Ἁγίασε τὴν διάνοιά του, ἐνίσχυσε τὶς δυνάμεις τῆς ψυχῆς του, φώτισε τὸν νοῦ του, καθήλωσε τὴν σάρκα καὶ τὴν διάνοιά του μὲ τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ, καὶ τέλος ἀνέδειξε αὐτὴν κατοικία τοῦ Ἁγίου καὶ ζωοποιοῦ Πνεύματος».

»Αὐτὸς ποὺ κοινωνεῖ ἀξίως λαμβάνει ὡς ἀρραβῶνα τὴν Οὐράνια Βασιλεία, ἐνδύεται τὴν θεία πανοπλία, ἡ ὁποία τὸν προφυλάσσει ἀπὸ κάθε κακὸ καὶ κάθε σκευωρία τοῦ πονηροῦ, καθιστῶντας αὐτὸν φοβερὸν στοὺς δαίμονες. Ἡ καρδιὰ τοῦ πιστοῦ ποὺ κοινωνεῖ ἀξίως εἶναι πλημμυρισμένη ἀπὸ ἀνείπωτη χαρά καὶ ἄφατη εὐχαρίστηση. Αὐτὸς μόνο αἰσθάνεται τὴν ἀλλοίωση τῆς Δεξιᾶς τοῦ Ὑψίστου, καὶ εὐφραίνεται γιὰ αὐτὴν τὴν ὑπερφυᾶ αὐτὴ ἀνανέωση… Ἡ ψυχικὴ γαλήνη, τὴν ὁποία δίδουν τὸ αἴσθημα τῆς καταλλαγῆς καὶ τῆς κοινωνίας μὲ τὸν Τριαδικὸ Θεὸ καὶ ἡ οὐράνια εἰρήνη ποὺ βασιλεύει σἐ αὐτὸν καθρεπτίζονται στὸ πρόσωπο ἐκείνου ποὺ κοινώνησε ἐπαξίως. Ἡ ὄψη του ἡ ἐξωτερικὴ μαρτυρεῖ σαφῶς τὴν ἐσωτερική του κατάσταση». Καὶ εἶναι χρήσιμο στὴν συνάφεια αὐτὴ νὰ θυμηθοῦμε τὸν Μωϋσέα, πὼς ἔλαμψε μετὰ τὴν συνομιλία του μὲ τὸν Θεὸ στὸ ὄρος Σινᾶ. Ἦταν δὲ τόσο ἐκτυφλωτικὸ τὸ φῶς, τὸ ὁποῖο ἐξέπεμπε τὸ πρόσωπο τοῦ Μωυσέως ποὺ οἱ ἀδελφοί του δὲν μποροῦσαν νὰ τὸν κοιτάξουν, καὶ τοῦ εἶπαν: σκέπασε τὸ πρόσωπό σου γιατὶ ἀδυνατοῦμε νὰ σὲ ἰδοῦμε. Γιατί ὅμως ἄστραφτε ἀπὸ δόξα τὸ πρόσωπό του; Διότι συνομίλησε μὲ τὸν Θεό. Πόσο, λοιπόν, πιὸ λαμπεροὶ θὰ ἔπρεπε νὰ εἴμεθα ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι δὲν ὁμιλοῦμε ἁπλῶς μὲ τὸν Θεό, ἀλλὰ λαμβάνουμε μέσα μας τὸ ἄχραντο σῶμα καὶ τὸ τίμιο αἶμα Του;

Εἶναι, πρὸς τούτοις, σημαντικὸ νὰ εἰπωθεῖ ὅτι ὁ ἅγιος Νεκτάριος, τοῦ ὁποίου ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν Χριστό ἦταν καὶ εἶναι ἀδιανόητη γιὰ ἑμᾶς τοὺς ἀνθρώπους τῶν ἐσχάτων χρόνων, δὲν ξεχνᾶ νὰ μᾶς ὑπενθυμίσει ὅτι εὐθὺς ἀμέσως μετὰ τὴν θεία Εὐχαριστία, ἀντὶ νὰ μωρολογοῦμε καὶ νὰ φλυαροῦμε ἀσκόπως, ὀφείλουμε νὰ σπεύσουμε νὰ ὑμνήσουμε καὶ νὰ εὐχαριστήσουμε ἀπὸ καρδίας τὸν Κύριο, γιατὶ μᾶς ἀξίωσε νὰ γίνουμε κοινωνοὶ τοῦ σώματος καὶ αἵματός Του, παρὰ τὴν ἀναξιότητά μας.

Ὑποστηρίζει, λοιπόν, ὅτι ὁ πιστὸς χριστιανός, μετὰ τὴν λήψη τῶν θείων Ἁγιασμάτων, δὲν δικαιοῦται νὰ ἐπιτρέψει στὸν ἑαυτό του νὰ λυπήσει στὸ ἑξῆς τὸν Χριστὸ καὶ τὸν φύλακα Ἄγγελό του. Λέγει: Μὴν πεῖς ὅτι καὶ πάλι θὰ μετανοήσω καὶ πάλι θὰ καθαρισθῶ…, διότι ὁ Θεὸς δὲν περιμένει τὸν ἁμαρτάνοντα συνειδητά… Ἐπιθυμεῖς τὴν σωτηρία; Γίνε ἀληθινὸς Χριστιανός, ἔχε φόβο Θεοῦ, πίστη στὸ Μυστήριο τῆς θείας Μεταλήψεως, καὶ ἀγάπη στὸν Θεὸ καὶ στὸν πλησίον σου. Φρόντισε νὰ κάνεις γρήγορα, γιατὶ ὁ χρόνος δὲν σὲ περιμένει… ὁ Θάνατος ἔρχεται σὰν κλέπτης… καὶ ἀλλοίμονο σὲ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος θὰ βρεθεῖ στερημένος ἀπὸ τὸ μόνο ἀναγκαῖο ἐφόδιο, τὸ ἐφόδιο τῆς θείας καὶ φρικτῆς Μεταλήψεως».

Ἔχοντες ὑπόψη τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ ἁγίου Νεκταρίου τοῦ θαυματουργοῦ, τοῦ ὁποίου σήμερα τὴν μνήμη ἑορτάζουμε, ἄς καθαρίσουμε τὴν ψυχὴ καὶ τὴν συνείδησή μας, καὶ ἄς προσέλθουμε στὴν τράπεζα τοῦ Χριστοῦ, ᾧ πᾶσα δόξα, τιμὴ καὶ κράτος, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Κωνσταντίνος Βαφειάδης, καθηγηγητής Ανωτάτης Εκκλησιαστικής Ακαδημίας Αθηνών

Απούσης φυσικής παρουσίας καλό αντάμωμα ἐν τῷ αὐτῷ θυσιαστηρίῳ καί διά μέσῳ αὐτοῦ

Αφέντες και δούλοι. Μια προσπάθεια προσέγγισης της δουλείας του φόβου και της αφεντιάς της θυσίας

«Σέ ἐκλιπαρῶ, παρθένε Φράιτζγουαϊντ, δῶσε μου ἕνα φιλί στό ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ».

Τζών Μπλαίρ, Αγία Φράιτζγουαϊντ Ἡ κυρά τῆς Ὀξφόρδης, εκδ. Ἐν πλῷ

Στην αχλή του αδυσώπητου, εκδικητικού και αφιλόξενου πνευματικού χειμώνα που διανύουμε, «σαν κάτι νόστιμο να λιγόστεψε». Σαν ξάφνου να χάθηκε η έννοια της θυσίας, της ανιδιοτελούς αγάπης, της αυταπάρνησης, της αλληλεγγύης, της ουσιαστικής αλληλοπεριχώρησης, αλλά και της ευθύνης σε όλους τους τομείς. Λες πως μια καταρρακτώδης βροχή μαστιγώνει τις ανθρώπινες συνειδήσεις, ενώ ένα τέλος καλπάζει αδηφάγο για να εξαλείψει το νόημα της βαθύτερης συνάντησης ­–κατά πρόσωπον– με τον άλλο, τον αδελφό. Η ουσιαστική –χωρίς μάσκες– επαφή με τον συνάνθρωπο και η θυσιαστική προσφορά προς χάριν του πλησίον μάλλον αποτελεί πια θέμα ελάσσονος σημασίας, ζήτημα μιας ξε-περασμένης εποχής.

Μήπως η Εκκλησία –οι άνθρωποι που την απαρτίζουν σήμερα κι όχι η ίδια ως Σώμα Χριστού– (ξ)έχασε την οντολογική και ιεραποστολική της υπόσταση; Μήπως παρερμήνευσε την ιερή της αποστολή; Πόσο λανθασμένα διαβάσαμε το Ευαγγέλιο… Κι όμως αν θυμόμαστε πως κάθε συνάντηση με τον Θεό και κάθε βαθύτερη συνάντηση με τον συν-άνθρωπο αποτελούν μια απόφαση, μια κρίση, θα αναζητούσαμε τον Θεό με περισσότερη θέρμη στο πρόσωπο του άλλου.

Ένας από τους δύο «ελέφαντες της ρωσικής γης», ο Φιόντορ Ντοστογιέφσκι, έγραψε στο πρώτο σημαντικό μυθιστόρημά του Το υπόγειο: «Το να αγαπάς είναι να υποφέρεις και δεν μπορεί να υπάρχει καμία αγάπη διαφορετικά». Ο ίδιος, στο Αδεφλοί Καραμαζώφ κάνει λόγο για την Κόλαση και τονίζει πως αυτή μπορεί να συνοψιστεί σε δύο λέξεις: «πολύ αργά»! Λέξεις, πράξεις ή απλές χειρονομίες που θα μπορούσαν να γεμίσουν μια σχέση, δεν μπορούν πλέον εκεί να λεχθούν ή να πραγματοποιηθούν.

Ο θεμελιωτής του μοναχικού βίου Άγιος Αντώνιος αιώνες πριν βεβαιώνει: «Η ζωή και ο θάνατος της ψυχής εξαρτάται από τον πλησίον». Κι ο Αββάς Αγάθων συμπληρώνει: «Αληθινή αγάπη είναι να βρω ένα λεπρό και να του χαρίσω ευχαρίστως το υγιές σώμα μου και να πάρω το δικό του».

Σ’ αυτό ακριβώς το πνεύμα κινείται το αποκαλυπτικό αριστουργηματικό διήγημα του δεύτερου «ελέφαντα της ρωσικής γης» και γίγαντα της ρωσικής λογοτεχνίας, Λέοντος Τολστόι Αφέντης και δούλος. Γραμμένο περίπου 125 χρόνια πριν, είναι ίσως πιο επίκαιρο από ποτέ άλλοτε. Πρόκειται για μια συνέχεια –θα μπορούσε να πει κανείς– της παραβολής του άφρονος πλουσίου με αίσιο αυτή τη φορά τέλος για τον άνθρωπο ή αλλιώς μια αναζήτηση του νοήματος της ζωής.

Η υπόθεση εκτυλίσσεται σε μια ρωσική επαρχιακή πόλη και αναφέρεται στη θυσία του πλούσιου αφεντικού κατά τη διάρκεια μιας νύχτας που παγιδεύτηκαν μαζί με το δούλο του από τη χιονοθύελλα του γνωστού ρωσικού αμείλικτου, αδυσώπητου χειμώνα. Δυο εντελώς διαφορετικοί κόσμοι συναντιούνται μπροστά στον φόβο των κινδύνων από τα στοιχεία της μανιασμένης φύσης και πάνω απ’ όλα της απειλής του θανάτου.

Για τον πλούσιο έμπορο τίποτε δεν ήταν πιο σημαντικό από το να υπολογίζει τα πλούτη του ξανά και ξανά, να καυχάται γι’αυτά όσο τίποτε άλλο στη ζωή του και να ονειρεύεται ακόμη περισσότερα. Οι άνθρωποι γι’αυτόν δεν είχαν καμία αξία.

Ο φτωχός Νικήτα απ’ την άλλη, μπροστά στην απειλητική παγωνιά, αισθανόμενος την παρουσία του «Ουράνιου Πατέρα» του, όπως Τον αποκαλεί, και συναισθανόμενος την ταπεινή, αμαρτωλή ζωή του, είναι έτοιμος για όλα. Άλλωστε,η σκέψη του θανάτου δεν φάνταζε γι’αυτόν πολύ δυσάρεστη, ούτε πολύ τρομαχτική, αφού η ζωή του ήταν μια αδιάκοπη σκλαβιά μέσα στην ελευθερία της.

Οι δύο αυτοί άνθρωποι ενώνονται κάτω από τον ζυγό του τρόμου του θανάτου. Για πρώτη φορά ο αφέντης αισθάνεται την αξία της πραγματικής παρουσίας του άλλου. Τη σπουδαιότητα του αγγίγματος, του ακούσματος της φωνής. Και το νιώθει μόνο όταν αφουγκράζεται την ανάσα του Νικήτα την ώρα που ο ίδιος –ξαπλωμένος από πάνω του– προσπαθεί να τον ζεστάνει και να τον κρατήσει έτσι στη ζωή. «Εμείς οι άλλοι, έτσι…». Η ανιαρή, ψεύτικη ζωή του πλουσίου αποκτά μέσα σε λίγες στιγμές πραγματικό νόημα, οντότητα και αξία.

Δια της ουσιαστικής προσφοράς, μέσα στη δύναμη της σιωπής, η αλήθεια της αιωνιότητας της συντροφικότητας ενδύεται σάρκα και οστά και μεταμορφώνει… Μια ανεκλάλητη χαρά που ξεπηδά μέσα από την αυταπάρνηση και αυτοπροσφορά κατακλύζει τον μέχρι πρότινος αλαζόνα, υπερόπτη, κενόδοξο διώκτη της αγάπης, της ανθρωπιάς και της φιλίας αφέντη… «Όμως εκείνος δεν σκεφτόταν ούτε τα πόδια του, ούτε τα χέρια του. Το μόνο που τον ένοιαζε ήταν να ζεστάνει τον άνθρωπο που ήταν ξαπλωμένος από κάτω». «Όμως δεν μπορούσε να αποφασίσει να εγκαταλείψει ούτε για μια στιγμή τον Νικήτα και να ταράξει αυτή τη χαρά που ένιωθε μέσα του. Τώρα δεν είχε κανένα φόβο». «Ωστόσο, αυτή η εξάντληση όχι μόνο δεν του ήταν δυσάρεστη, αλλά αντίθετα τον έκανε να νοιώθει μια μοναδική χαρά για πρώτη φορά στη ζωή του». Ο ήρωας στο τέλος του έργου συνειδητοποιεί πως «κανείς δεν έχει δικαίωμα να ευτυχεί μόνος του» (Μέγας Βασίλειος) και πως «για να ζήσεις την απόλυτη ευτυχία, θα πρέπει να έχεις κάποιον για να τη μοιραστείς» (Μάρκ Τουαίν). «Ο Νικήτα ζει, αυτό λοιπόν σημαίνει ότι ζω κι εγώ» σκέφτεται με θριαμβευτική χαρά.

Η νουβέλα του Τολστόι προσφέρει μια ασύλληπτη ευκαιρία για προβληματισμό. Μέσα στην τρομαχτική, χιονισμένη ερημιά –όχι μόνο την κυριολεκτική– ποικίλες αποχρώσεις χαρακτηριστικών προσωπικότητας και γνωρισμάτων συμπεριφοράς εμφαίνονται: απληστία, ατομισμός, άκρατος εγωισμός που φθάνει στην έπαρση, στην αφροσύνη και την ύβρη, έλλειψη αληθινής πίστης (τυπολατρεία), υποκρισία, παντελής έλλειψη αγάπης. Κυριαρχεί η ιδέα της αφιλίας, της αποξένωσης, της στέρησης της ζεστασιάς της συντροφιάς του άλλου. Αυτή και επιδιώκει στο τέλος της ιστορίας να αναπληρώσει ο πλούσιος αφέντης πέφτοντας πάνω στο παγωμένο απ’ το χιόνι σώμα του δούλου για να το ζεστάνει και να το κρατήσει ζωντανό, όχι μόνο για να καταπολεμήσει τον φόβο της μοναξιάς και του θανάτου, αλλά περισσότερο «εἰς ἑαυτὸν ἐλθὼν» (Λουκ. 15, 17), συναισθανόμενος δηλαδή πως άξιζε να ζει για τον Θεό και τον συνάνθρωπο και όχι για τον εαυτό του. Πως το άνοιγμα της αγκαλιάς και της καρδιάς και ο ευγενής πόθος για συντροφικότητα και μοίρασμα της χαράς είναι αυτά που σηματοδοτούν τη ζωή.

Σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο κινήθηκαν αμέτρητοι άγιοι της Ορθοδόξου Εκκλησίας στο πέρασμα των αιώνων. Άνθρωποι που πάλεψαν μέσα στις φλόγες της αφιλίας και ρίχτηκαν άοκνα στην υπηρεσία και την ανάπαυση του συνανθρώπου, χωρίς φόβο –αλλά με πολύ πάθος. Τα παραδείγματα δεν εξαντλούνται σε ένα ταπεινό ανθρώπινο κείμενο –είναι γραμμένα, άλλωστε, στο βιβλίο του Ουρανού. Ωστόσο, ενδεικτικά θα γίνει μια μνεία σε ορισμένα, χωρίς να σημαίνει ότι θεωρούνται περισσότερο σημαντικά από άλλα. Όλοι τους άνθρωποι που έδωσαν αίμα για να λάβουν πνεύμα, κατά το «Δὸς αἷμα καὶ λάβε πνεῦμα» (Αγ. Πέτρος ο Δαμασκηνός).

Μορφές αγίων που θέλησαν να νικηθεί η αμετρία του κακού από την αγάπη και το καλό δίχως μέτρο και που εν τούτοις ένιωσαν τόσο ανάξιοι μέσα στον πλούτο και τη χάρη της ταπείνωσής τους, αισθανόμενοι πολύ μικροί για να αλλάξουν τον κόσμο και έχοντας την συναίσθηση πως «η καρδιά δεν μπορεί να στεγάσει το σύμπαν» (Αγ. Μαρία Σκόμπτσοβα). Εν τούτοις βούτηξαν στο μαρτύριο με την πίστη ότι «εἴτε πάσχει ἓν μέλος, συμπάσχει πάντα τὰ μέλη» (Α΄ Κορ. 12, 26). Ότι δηλαδή ο Χριστιανισμός ή είναι πυρ ή δεν είναι τίποτε. Ότι κανείς δεν μπορεί να είναι Χριστιανός με μέτρο, αλλά πάντες οφείλουν να ζουν «πάντα ξεχασμένοι στην αγάπη» (Γ. Κότσιρας), φλεγόμενοι από ευαισθησία προς τον κάθε άλλο, στο πρόσωπο του οποίου έβλεπαν τον Άλλο, τον ένα και μοναδικό Θεό. Πεποίθηση και πόθος τους η ανακούφιση της δυστυχίας, του πόνου έτσι, απλά, χωρίς να φοβούνται τίποτε, χωρίς να προσμένουν απολύτως τίποτε από αυτό το δόσιμο, από αυτή τη σχέση, παρά μόνο την πληρότητα και πλήρωση που «μαγικά» εισέπρατταν μέσα από ένα χαμόγελο του πάσχοντος.

Επιχειρώντας μια προσέγγιση στην ανυπολόγιστη προσφορά τέτοιων γιγάντων της πίστης, της αγάπης και της διακονίας, μπορεί κανείς να σταθεί σε ορισμένους ελεήμονες αγίους. Κάποιοι από αυτούς άλλοτε –σπανιότερα– κατά παραχώρηση Θεού ασθένησαν και οι ίδιοι και κοιμήθηκαν εκπληρώνοντας ιερή αποστολή, προσφέροντας τον εαυτό τους λαμπάδα –θυσία τῷ Θεῷ– και άλλοτε διακόνησαν με αυταπάρνηση μέσα σε εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες, σε καιρούς φοβερών λοιμών και φονικότατων πανδημιών, βγαίνοντας –θαυμαστῷ τῷ τρόπῳ– αλώβητοι και συνεχίζοντας απρόσκοπτα… Ορισμένοι μάλιστα τελειώθηκαν δια του μαρτυρικού θανάτου, ενώ άλλοι κοιμήθηκαν ειρηνικά πλήρεις ημερών.

Οι Άγιοι Διονύσιος Αλεξανδρεύς και Κυπριανός Καρχηδόνος, ζώντας σε περίοδο πανώλης και λιμού που ακολούθησε το διωγμό του Δεκίου (252 μ.Χ.), όχι μόνο πρωτοστάτησαν στη διακονία των πασχόντων, αλλά και οργάνωσαν τους Χριστιανούς της Καρχηδόνας προς τη διακονία των ασθενών και των συγγενών τους. Η εθνική κοινωνία κατά τη δύσκολη εκείνη περίσταση εμφάνισε όλη της την αγριότητα. Κάθε εθνικός σκεπτόταν αποκλειστικά τη δική του επιβίωση. Οι άρρωστοι δεν τύχαιναν καμίας απολύτως περιποίησης, ενώ οι αποθνήσκοντες ρίπτονταν από τα παράθυρα των σπιτιών στους δρόμους και έμεναν άταφοι. Οι δεσμοί της συγγενείας και της φιλίας διαλύθηκαν.

Μήπως άραγε αυτά θυμίζουν κάτι από το σήμερα; Να λοιπόν που η ιστορία επαναλαμβάνεται… Υπό αυτές τις συνθήκες κάποιοι εκ των Χριστιανών ασθένησαν και οι ίδιοι –περιποιούμενοι τους αδελφούς ή θάπτοντας τους νεκρούς– ενώ άλλοι συνέχισαν το αγιαστικό έργο τους χωρίς να τους αγγίξει το κακό… Η μεγάλη αυτοθυσία των Χριστιανών προκάλεσε εξαιρετικό θαυμασμό στους εθνικούς, πράγμα που αποτέλεσε την αιτία πολλοί να προσέλθουν στο Χριστιανισμό. Οι Άγιοι Διονύσιος και Κυπριανός εξήλθαν σώοι και αβλαβείς.

Μια άλλη ηγετική φυσιογνωμία είναι αυτή του Αγίου Παχωμίου του Μεγάλου, ιδρυτή του κοινοβιακού μοναχισμού. Πηγή ανεξάντλητης φιλανθρωπίας και φιλόστοργος πατέρας, δε θα μπορούσε να αρνηθεί τη μέχρι τέλους διακονία των πνευματικών του τέκνων, μοναχών, ως ηγούμενος του μοναστηριού. Το 348 μ.Χ., περιποιούμενος ο ίδιος την αδελφότητα που ασθένησε από πανώλη, αρρώστησε και αυτός και κοιμήθηκε σε ηλικία 56 ετών, φανερώνοντας έτσι την τόλμη και το μεγαλείο των γνήσιων φίλων του Θεού.

Στο διάβα της εκκλησιαστικής ιστορίας πέρασαν πολλά ακόμη –αχνόφωτα ίσως μα όχι απολησμονημένα– φωτεινά παραδείγματα αγιασμένων μορφών που έζησαν «ἐν ἀγάπῃ ἐρριζωμένοι καὶ τεθεμελιωμένοι» (Ἐφ. 3, 18). Ως ένα μικρό δείγμα, αξίζει να γίνει αναφορά σε ορισμένα ονόματα: Ο Άγιος Γρηγόριος Φωτιστής της Αρμενίας, ο οποίος οργάνωσε για πρώτη φορά στην ιστορία την κοινωνική περίθαλψη. Ο Όσιος Αγάθων, ο Άγιος Σαμψών ο Ξενοδόχος (6ος αι.), η Αγία Βασίλισσα Ειρήνη, κόρη του βασιλιά της Ουγγαρίας, η Αγία Ραδεγόνδη, βασίλισσα των Φράγκων, η οποία ως διακόνισσα λεπρών τούς δεχόταν παράμερα και δίχως μάρτυρες φρόντιζε τα πυώδη έλκη τους, έπλενε το πρόσωπό τους και το ασπαζόταν με αγάπη. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς το 1361 κλήθηκε για να βοηθήσει σε λοιμική θανατηφόρα ασθένεια, ενώ πολλοί εκ των γιατρών δεν τόλμησαν να τον ακολουθήσουν.

Ακόμη πιο σύγχρονοι, ο Γέροντας Ιωσήφ Γεροντογιάννης, ο Όσιος Άνθιμος ο Χίος, εφημέριος στο Λωβοκομείο της Χίου, κοινωνός και σύν-τροφος των λεπρών που κοιμήθηκε 91 ετών, ο Άγιος Νικηφόρος ο Λεπρός, καθώς και ο υποτακτικός του πατήρ Ευμένιος Σαριδάκης, ο οποίος είχε επίσης προσβληθεί από τη νόσο του Χάνσεν. Όλοι τους ταγμένοι στην υπηρεία και περίθαλψη των ανθρώπων εκείνων που η δυστυχία τους γινόταν αφορμή για τη διαφθορά των ψυχών τους. Πίσω από την αποκρουστική τους όψη διέκριναν το πρόσωπο του Θεού, αλλά και την πείνα τους για αγάπη, ενδιαφέρον, άγγιγμα και στοργή. Αγιασμένες ψυχές, δωρεοδέκτες του Αγίου Πνεύματος που αντιστάθηκαν στη θραύση της ασθένειας…

Ανάμεσα σ’ αυτά τα παραδείγματα-σταθμούς στην ιστορία και διακονία της Εκκλησίας, θα σταθούμε σε δυο γυναικεία πρόσωπα αγίων, αρκετά άγνωστα, που όμως έχουν αναμφίβολα πολλά να πουν εξαιτίας της φλογερής, αγωνιστικής τους παρουσίας:

Η πρώτη είναι η Αγία Φράιτζγουαϊντ. Μια πριγκίπισσα, κόρη βασιλιά της Οξφόρδης (7ος-8ος αι.), η οποία φορώντας πάντα ένα τρίχινο πουκάμισο, ζούσε αφιερωμένη στον συνάνθρωπο και την προσευχή στο Θεό. Η ίδια στην πορεία γίνεται μοναχή και καταδιώκεται από ένα νεαρό ασεβή και μοχθηρό βασιλιά, παράφορα ερωτευμένο μαζί της. ΄Υστερα από όραμα, με βάρκα μέσα στη νύχτα –με θαυμαστό τρόπο – δραπετεύει και φθάνει σε δάσος, όπου ζει για τρία χρόνια . Εκεί γίνεται γνωστή και θαυματουργεί βοηθώντας τον κάθε πάσχοντα. Επιστρέφοντας στην Οξφόρδη, την ώρα ακριβώς που έμπαινε στην πόλη, ένας νεαρός γεμάτος λέπρα έτρεξε κοντά της και της είπε: «Σε εκλιπαρώ, παρθένε Φράιτζγουαϊντ, δώσε μου ένα φιλί στο όνομα του Ιησού Χριστού». Γεμάτη όπως πάντα από το Άγιο Πνεύμα, έκανε το σημείο του σταυρού και του έδωσε το φιλί στο όνομα του Κυρίου. Αμέσως ο νεαρός καθαρίστηκε από τη λέπρα.

Η δεύτερη μορφή είναι μια «δια Χριστόν σαλή» της σύγχρονης εποχής. Μια ποιήτρια και συγγραφέας, με μια ολόκληρη ζωή «αντισυμβατικής αγιότητος», μεστή ελευθερίας και ολοκαυτώματος για τον αδελφό σε κάθε επίπεδο. Πρόκειται για την Αγία Μαρία Σκόμπτσοβα (1891-1945). Μια φιγούρα εκδηλωτική, ατρόμητη, ακούραστη, με μια καλή αναρχία και ένα πλατύ χαμόγελο, συνοδευόμενο από μια πλατιά αγκαλιά· μια μοναδική φυσιογνωμία που ακτινοβολούσε ζεστασιά προς τους  πάντες.

Μέσα από μια πολυτάραχη ζωή –στα πρώιμα νεανικά της χρόνια θεωρούσε τον εαυτό της άθεο, δύο φορές καταδιώχθηκε από την εξουσία και διασώθηκε από εκτέλεση , παντρεύτηκε και χώρισε δύο φορές αποκτώντας τρία παιδιά– ανέλαβε σημαντική φιλανθρωπική δράση:ίδρυσε σανατόριο για στερημένους ανθρώπους που υπέφεραν από φυματίωση, ενοικίασε κτίριο που έγινε το μοναστήρι της –το 1932 εκάρη μοναχή –και καταφύγιο για τους απόβλητους της κοινωνίας, αλλά ταυτόχρονα και εστία συνάντησης σπουδαίων προσωπικοτήτων. Το 1937 μ.Χ. θα φτάσουν να σερβίρονται ως 120 γεύματα σε απόρους. Η ίδια παρακαλούσε για το φαγητό των απόρων, ώστε όλο το Παρίσι άρχισε να γνωρίζει την καλόγρια –ζητιάνα που κάπνιζε, φορώντας το μοναχικό σχήμα! Κατάφερνε όμως να συγκεντρώνει μεγάλες ποσότητες τροφής για όσους είχαν ανάγκη για πολλά χρόνια, ως τα μέσα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Γνώμονάς της ήταν το «ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν» (Μάρκ. 12, 31) και το «Δεν αγαπάμε για να μας αγαπήσουν. Αγαπάμε γιατί έτσι νιώθουμε» (Λέο Μπουσκάλια). «Μοναχισμός μέσα στον κόσμο» ήταν το κύριο πιστεύω της. Το «αγγελικό σχήμα» της ήταν συνήθως γεμάτο λεκέδες από τα λίπη της κουζίνας και τις μπογιές από το εργαστήρι της. Σύχναζε στα μπαράκια αργά τη νύχτα, φαινόταν να έχει ελάχιστη υπομονή με τις μακροσκελείς ορθόδοξες λειτουργίες και τις αυστηρές και συχνές νηστείες έμοιαζε να τις θεωρεί βαρύ φορτίο. Η ίδια έκανε ό,τι έκανε με ευγενή, φιλάνθρωπα πάντα κίνητρα. Έλεγε: «Μόνο όταν μια ψυχή κουβαλάει στον ώμο της κάποιου άλλου τον σταυρό, τις αμφιβολίες του,τις θλίψεις του, τους πειρασμούς του, τις πτώσεις του, τις αμαρτίες του, τότε μόνο είναι δυνατόν να μιλάμε για σωστή σχέση με τον άλλον». Και συνέχιζε: «Ο σταυρός του πλησίον μας θα ’πρεπε να είναι ένα σπαθί που τρυπά την ψυχή μας».

Σ’ αυτό το πλαίσιο κινούμενη, συνέχισε το έργο της και όταν το 1940 το Παρίσι έπεσε στα χέρια των Ναζί. Για να γλιτώσει Εβραίους τούς προμήθευε πλαστές βεβαιώσεις ότι είχαν βαπτιστεί Χριστιανοί. Τελικά, αφού περιέθαλψε δεκάδες Εβραίους και προσέφερε βοήθεια σε πολλά παιδιά στον καιρό της κατοχής, οι Ναζί τη συνέλαβαν και ύστερα από διετή παραμονή στο στρατόπεδο συγκεντρώσεως στο Ravensbruck στη Γερμανία παρέδωσε την ψυχή της στο θάλαμο αερίων ως μια τελευταία κίνηση αυτοθυσίας, αφού πήρε τη θέση μιας άλλης γυναίκας (Μάρτιος 1945, Μ. Παρασκευή). Ήξερε καλά πως η αγάπη είναι ακριβώς σαν την αναπνοή: αν σταματήσει κανείς να αναπνέει, πεθαίνει. Κατά τον ίδιο τρόπο, η αγάπη είναι η βαθύτερη, ουσιαστικότερη αναπνοή· η ψυχή ζει και αναπτύσσεται με το να αγαπά και να αγαπιέται. Και αυτό σφράγιζε την αγιασμένη ζωή της. Άλλωστε, ο θάνατος δεν ήταν αυτό που τη φόβιζε, γιατί είχε αναστημένη ψυχή. Όσοι τη γνώρισαν στο στρατόπεδο ήταν μάρτυρες του κουράγιου, της ελπίδας και της αισιοδοξίας που μετέδιδε στους άλλους, κάτω από τις χειρότερες συνθήκες.

Λόγω της έντονης και αντιφατικής ζωής της, άργησε η Ορθόδοξη Εκκλησία να την κατατάξει ανάμεσα στους αγίους της. Παρότι έζησε μια ζωή γεμάτη αρετή και ηρωισμό και κατατάσσεται στους μάρτυρες του 20ου αι., ο δυναμισμός με τον οποίο εναντιώθηκε σε κάθε μορφή εθνικισμού και αρρωστημένης προσκόλλησης της εκκλησιαστικής ζωής στην παράδοση προκαλεί. Προκαλεί μέσα σε μια πραγματικότητα προσκολλημένη στα ημίμετρα, στην ατομική ευχαρίστηση, στη στείρα ευσέβεια και τη γενική αδιαφορία, ενώ συνάμα μέσα από τη «σαλότητά» της προσκαλεί τους ανθρώπους της Εκκλησίας και τον καθένα μας ξεχωριστά –που νομίζει πως ανήκει στο σώμα Της– σε μια θυσιαστική, αναστημένη ζωή, αρνούμενη τη μιζέρια της αδηφάγου απληστίας, της υποκρισίας και της αφιλίας.

Παρόμοια πρόκληση δημιουργούν και οι ασύγκριτες μορφές των Ντοστογιέφσκι και Τολστόι. Δύο αναστήματα που μέσα από τους θριάμβους και τις δυστοκίες τους σφυροκόπησαν και σφυροκοπούν την ηθική ποταπότητα και ψευτιά. Που με τα πελώρια πινέλα τους ξεσκεπάζουν και απογυμνώνουν τις πλάνες και παραισθήσεις και δηλώνουν την ένστασή τους και τη δυσπιστία τους σε ό,τι αποκαλείται ανθρώπινη τάξη και «ευπρέπεια», καλυμμένη με ταπεινά κίνητρα ολιγοπιστίας, μικροψυχίας και καθωσπρεπισμού.

Ντοστογιέφσκι, Τολστόι, Αγία Φράιτζγουαϊντ, Αγία Μαρία Σκόμπτσοβα: Δύο λογοτεχνικά ιερά τέρατα και δύο αγίες αναστήματα πρώτου μεγέθους. Όλοι αφηγητές τής ανθρώπινης ψυχής και του μεγαλείου του Θεού, που η παρουσία τους σφράγιζε όποιον συναντούσαν. Κυρίαρχο πιστεύω τους πως «Ο κάθε άνθρωπος εικονίζει τον Θεό» και πως «Η πραγματική αγάπη πάντοτε δημιουργεί, ποτέ δεν  καταστρέφει» (Λέο Μπουσκάλια). Άνθρωποι αληθινοί, με αδάμαστο ηθικό θάρρος και ανήσυχο πνεύμα, που γνώριζαν καλά πως  το ουσιαστικό είναι αόρατο στο μάτι.

Δύο άνδρες και δύο γυναίκες. Οι άνδρες, κοινοί θνητοί –αν επιτρέπεται να τους αποκαλέσει κανείς έτσι– έζησαν έμφορτοι με πάθη, αδυναμίες, λάθη και ατέλειες, προικισμένοι όμως με διάθεση μετανοίας, αλλαγής, μεταστροφής, θέλησαν να φωτίσουν την άβυσσο του ανθρώπινου πόνου.Ταυτόχρονα, πρόκειται για ποιητές που μέσα από το magnum opus τους εξυμνούν την ευαγγελική αγάπη. Στρέφονται ενάντια σε μια κοινωνία με προσωπείο –με μάσκες θα λέγαμε σήμερα– που έχει μάθει να συμβιβάζεται με το  εύκολο και που αρνείται πεισματικά να αναζητήσει την αλήθεια μέσα από το διαφορετικό, γιατί ο δρόμος γι’ αυτό είναι δύσκολος και λιγότερο ταξιδεμένος…

Τζών Μπλαίρ, Αγία Φράιτζγουαϊντ Ἡ κυρά τῆς Ὀξφόρδης, εκδ. Ἐν πλῷ

Γι’ αυτή τους την τόλμη της αλήθειας αμφισβητήθηκαν, πολεμήθηκαν, εκδιώχθηκαν, κατακρίθηκαν από την εξουσία, τόσο την κοσμική, όσο και την εκκλησιαστική. Η ρωσική Ιερά Σύνοδος αφόρισε τον Τολστόι το 1901. Αφορμή γι’ αυτό στάθηκε το τελευταίο του μυθιστόρημα Ανάσταση, όπου καταδίκαζε την υποκρισία της Εκκλησίας και την αδικία της ανθρώπινης εξουσίας, ενώ ουσιαστικά επικαλούνταν τη βιβλική εντολή: «Μὴ κρίνετε, ἵνα μὴ κριθῆτε» (Ματθ. 7, 1). Εν τούτοις και οι δυο τους παρέμειναν αδούλωτοι, ελεύθεροι, με μια πορεία ανηφορική από τα κάτεργα του έκλυτου βίου στην Αθανασία.

Ακριβώς αυτή την Αθανασία αγάπησαν και οι δύο αγίες, που κι αυτές αμφισβητήθηκαν και διώχθηκαν. Άφοβες όμως, με πνεύμα αναρχικό και αδάμαστο θάρρος, αλλά και ετοιμότητα για μαρτυρία και μαρτύριο, αντιτάχθηκαν σθεναρά στην εξουσία του θανάτου, της εγκατάλειψης, του χειμώνα της μοναξιάς και της ερημιάς της αφιλίας, με τη συναίσθηση και τη συνειδητοποίηση του μοναχικού: «Αν πεθάνεις πριν πεθάνεις, δε θα πεθάνεις όταν πεθάνεις».

Έχω την πικρή αίσθηση ότι αυτό που λείπει ιδιαίτερα στις μέρες μας, στην «πόλη χιόνι» που ζούμε, είναι η τόλμη για θυσία. Περίσσεψε η δειλία, η υποκρισία, το βόλεμα, η έλλειψη ευαισθησίας (αυτή νομίζω είναι η «μαγική λέξη»), πάθους για αγάπη και προσφορά, η άρνηση του οράματος. «Αυτός ο κόσμος που αλλάζει με τρομάζει, με τρομάζει…» (Αλκίνοος Ιωαννίδης). Σε έναν κόσμο όπου η αγάπη «κουράστηκε και πάει να κοιμηθεί» (Μ. Μερκούρη), έναν κόσμο που διαφοροποιείται καθημερινά αποδεικνύοντας ολοένα και πιο πολύ την ασχήμια του, ας αντιτάξουμε με ελπίδα μια εικόνα ύψιστης θυσίας από το όρος των Ελαιών: «Κάποιο δειλινό ήταν κάποιος άντρας, επίσης νέος στην ηλικία, τριαντάρης, που περίμενε το θάνατο· οι φίλοι Του γύρω είχαν πέσει σε ύπνο. Εκείνος περίμενε τους δημίους Του, γιατί είχε αποδεχτεί να πεθάνει στη θέση μας… Έναν θάνατο προς χάριν των άλλων, απίθανο, αλλόκοτο». (Antony Bloom, Θέλει τόλμη η προσευχή).

Στον βίο των αγίων Τεσσαράκοντα μαρτύρων εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι ένας από τους σαράντα, ύστερα από παραμονή ωρών μέσα στην παγωμένη λίμνη, δεν άντεξε, δείλιασε και βγήκε απ’ αυτήν, κατευθυνόμενος προς την κοντινή φωτιά που ως πρόκληση έκαιγε. Αυτομάτως, λόγω της απότομης αλλαγής θερμοκρασίας, εξέπνευσε. Βλέποντας την υπομονή των πολλών στο μαρτύριο, αλλά και σαράντα στεφάνια να κατέρχονται από ψηλά, ένας εκ των φρουρών όρμησε πέφτοντας στη λίμνη για να πάρει τη θέση του.

Φορητή εικόνα Αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων Ι. Μ. Βατοπεδίου Αγ. Όρους

Η βυζαντινή παράσταση της εικόνας αυτής αποτελούσε και θα αποτελεί –ιδιαίτερα σήμερα– μια ζωντανή πρόκληση. Άραγε, ποια από τις δύο αυτές μορφές θα ακολουθήσουμε; Του άτολμου ή του τολμηρού; Του αφέντη της θυσίας ή του δούλου της φοβίας; Όποια κι αν είναι η διάθεσή μας, ας προσευχηθούμε θερμά με την επίγνωση πως: «Όταν είμαστε ανίκανοι να αναρριχηθούμε στις βουνοκορφές της αρετής, εκείνο που πρέπει να κάνουμε είναι να κατέβουμε τουλάχιστον στο φαράγγι της ταπείνωσης. Η ταπείνωση είναι ο πιο σίγουρος μεσολαβητής μας μπροστά στον θρόνο του Κυρίου. Το ταπεινό φρόνημα και η αυτομεμψία είναι που θα κάνουν τους έσχατους  να γίνουν πρώτοι» (Στάρετς Μακάριος). Εξάλλου, οι δρόμοι που οδηγούν στον Ουρανό και τη θέωση είναι τόσοι, όσοι και οι άνθρωποι που έζησαν και θα ζήσουν στη γη.

«Σαν βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη, να εύχεσαι να ’ναι μακρύς ο δρόμος…» (Κ. Καβάφης). Στην ανηφορική αυτή πορεία του Σταυρού, ας ευχηθούμε να μην νιώθουμε –και να μη μείνουμε– μόνοι. «Υπάρχουν άνθρωποι που ζουν μονάχοι, όπως του πελάγου οι βράχοι, ο κόσμος θάλασσα που απλώνει κι αυτοί βουβοί, σκυφτοί και μόνοι, ανεμοδαρμένοι βράχοι, άνθρωποι μονάχοι. Άνθρωποι μονάχοι σαν ξερόκλαδα σπασμένα, σαν ξωκλήσια ερημωμένα, ξεχασμένα… σαν εσένα, σαν εμένα… (Β. Μοσχολιού). Ελπίδα μας να μην ακούσουμε απέναντί μας την παγερή ηχώ της φωνής μας, αλλά να γίνουμε μάρτυρες –συν-πάσχοντας και συν-μαρτυρώντας– των στιγμάτων του αναστημένου Χριστού με τη διαβεβαίωση «Vincit qui partitur» (Αυτός που πάσχει νικά)…

Το στάδιο, ο αγώνας ανοίγεται τώρα μπροστά μας. «Νύν ὑπέρ πάντων ὁ ἀγών!» (Αισχύλου, Πέρσαι). «Και οι άνθρωποι φεύγουν κι εμείς δεν αντιδράμε… Μάθαμε να ξεχνάμε και να μένουμε μόνοι… Μα η καρδιά πονάει πάντα όταν ψηλώνει, να το θυμάσαι μικρή μου καρδιά, η καρδιά πονάει πάντα όταν ψηλώνει, πάντα…» (Ν. Μποφίλιου).

«Δυο δρόμοι χωρίζονταν σ’ ένα κιτρινισμένο δάσος.

Λυπόμουν που και τους δύο δε γινόταν να διαβώ.

Γιατί ένας ταξιδιώτης ήμουν, στάθηκα για ώρα

να κοιτάζω τον ένα ως πέρα μακριά

στο σημείο που στα χαμόκλαδα χανόταν.

Ύστερα, δίκαια κι ωραία, τον άλλο πήρα,

ίσως επειδή ταίριαζε καλύτερα

μια κι ήτανε χορταριασμένος και απάτητος.

Αν και εκεί μπροστά στην αρχή τους

ήταν όμοια και οι δύο πατημένοι.

Όμοιοι απλώνονταν μπροστά μου εκείνο το πρωί.

Τα φύλλα κανένα βήμα δεν είχε μαυρίσει.

Ω! άφησα τον πρώτο για μια άλλη μέρα!

Ξέροντας ωστόσο πως η μια διαδρομή σε άλλη οδηγεί.

Αμφέβαλλα αν ποτέ μου θα κατάφερνα να γυρίσω πίσω.

Θα το λέω αυτό με έναν αναστεναγμό

σε κάποιο τόπο ύστερα από χρόνια και χρόνια:

Πως σ’ ένα δάσος ήταν ένα σταυροδρόμι, κι εγώ –

πήρα τον δρόμο τον λιγότερο ταξιδεμένο,

Και τούτο έκανε όλη τη διαφορά».

Ο δρόμος που δεν πάρθηκε (Ρόμπερτ Φροστ)

«Ό,τι αξίζει πονάει κι είναι δύσκολο»…

Ελένη Αργυροπούλου-Σαραφοπούλου

Πτυχιούχος Θεολογίας