Μην κρίνουμε μόνο από αυτά που βλέπουμε… (Διδακτική ιστορία)

Μεγάλο κακό το να κρίνουμε μόνο από αυτά που βλέπουμε.
Ο ιερέας μόλις είχε τελειώσει το συμβούλιο με την εκκλησιαστική επιτροπή. Είχε βραδιάσει πια. Η βροχή έκανε τους δρόμους να γυαλίζουν στο φως του φεγγαριού.
Μπήκε στο αμάξι του και πήρε τον δρόμο για το σπιτικό του. Ήταν πολύ κουρασμένος. Σωματικά αλλά και ψυχικά. Όλη την ημέρα άκουγε τα προβλήματα του κόσμου προσπαθώντας να καθοδηγήσει, προσπαθώντας να μην αποκάμει ο ίδιος με αυτά που άκουγε δίνοντας συγχρόνως συγχώρεση και ελπίδα.
Καθώς είχε διασχίσει σχεδόν όλη την διαδρομή για το σπίτι του ξαφνικά πάτησε φρένο μπροστά σε ένα μαγαζί που πουλούσε σάντουιτς.
Κατέβηκε και με δυο τρία γρήγορα βήματα μπήκε μέσα στο κατάστημα. Η βροχή είχε δυναμώσει. Τα γυαλιά μυωπίας του θόλωσαν. Τα έβγαλε και τα σκούπισε με το εσώρασό του.
Στο κατάστημα δεν υπήρχε άλλος πελάτης. Δύο κοπέλες πίσω από το γκισέ και ένας νεαρός ο οποίος μάλλον πήγαινε τις παραγγελίες στα σπίτια.
«Θα ήθελα παρακαλώ, δύο σάντουιτς με γύρο και δύο με σουβλάκι…» είπε ο ιερέας.
Οι δύο κοπέλες κοιτάχτηκαν στα μάτια, με διάθεση να αστειευτούν.
Ο ιερέας κατευθύνθηκε προς το ψυγείο με τα αναψυκτικά και πήρε δύο. Τα τοποθέτησε δίπλα στην ταμειακή μηχανή. Αυτά που ζήτησε ήταν έτοιμα.
«Τι οφείλω παρακαλώ…», απευθύνθηκε στην κοπέλα που κτυπούσε τα πλήκτρα τις ταμειακής βαριεστημένα. Αντί όμως για την τιμή της παραγγελίας ο ιερέας δέχτηκε μία ερώτηση…
«Πάτερ, ξέρετε τι ημέρα είναι σήμερα; Μήπως ξεχάσατε»;
Ο ιερέας παραξενεύτηκε… «Τι ημέρα είναι…»;
«Είναι Παρασκευή πάτερ…δεν είναι νηστεία; Εσείς δήθεν πρέπει να μας δείχνεται το καλό παράδειγμα και όχι να τρώτε κρέατα τέτοια ημέρα…».
Ο ιερέας χαμήλωσε το κεφάλι του. Έβγαλε από το πορτοφόλι του το ποσό που είδε να αναγράφεται πάνω στην ταμειακή μηχανή.
«Κρατήστε τα ρέστα… θα ήθελα να προσεύχεστε για μένα, είμαι ένας ταλαίπωρος άνθρωπος γεμάτος πάθη…» είπε και βγήκε από το μαγαζί.
Η κοπέλα παρατήρησε ότι ο ιερέας βγαίνοντας από το μαγαζί τους δεν κατευθύνθηκε προς το αυτοκίνητό του, γεμάτη ικανοποίηση γι’ αυτό που είπε έκανε να βγει και αυτή έξω…
«Μα που πάει;…» είπε κοιτώντας την άλλη κοπέλα η οποία είχε σαστίσει με το όλο σκηνικό.
Ο ιερέας κατευθύνθηκε προς την αντίθετη πλευρά που βρισκόταν η πορεία του προς το σπίτι του. Με γοργό βήμα σε λίγα δευτερόλεπτα βρέθηκε στο σημείο που ήθελε. Ένας κάδος σκουπιδιών. Η βροχή άρχισε να δυναμώνει ακόμα περισσότερο.
«Αδελφέ, μπορώ να σε απασχολήσω λίγο…» ήταν τα λόγια του ιερέως προς τον άνδρα ο οποίος έψαχνε μέσα στα σκουπίδια.
Ο άνδρας άφησε τις σακούλες που είχε στο χέρι του. Κατευθύνθηκε προς τον ιερέα.
Στάθηκε ακριβώς μπροστά του. Τα μάτια τους κοινωνούσαν την ίδια βροχή, τον ίδιο αέρα, το ίδιο κρύο…
Ο ιερέας δεν είπε κάτι άλλο. Άπλωσε τα χέρια του τις σακούλες με τα σάντουιτς και τα αναψυκτικά.
Ο άνδρας δεν άπλωσε τα δικά του. Μάλλον δεν πίστευε ότι αυτό του συμβαίνει. Ένα μικρό παιδάκι, μάλλον ο γιος του, το οποίο στεκόταν δίπλα του άπλωσε τα μικρά και αδύνατα χεράκια του και πήρε τις σακούλες και άρχισε να τα περιεργάζεται.
Ο ιερέας με ένα νεύμα συγκατάβασης γύρισε και απομακρύνθηκε.
Φτάνοντας στο αυτοκίνητό του, το οποίο το είχε αφήσει μπροστά στο σαντουιτσάδικο, τον περίμενε μια έκπληξη.
Η κοπέλα η οποία του είχε κάνει την παρατήρηση είχε βγει έξω για να δει που πήγε… τα είχε δει όλα.
«Πάτερ… συγνώμη…». Δεν πρόλαβε όμως να ολοκληρώσει. Ο ιερέας της έπιασε τα χέρια και διακόπτοντάς της είπε: «Μην στεναχωριέσαι… να εύχεσαι για μένα, καλό σου βράδυ».
Τα μάτια της κοπέλας βούρκωσαν… δύο τρία δάκρυα κύλισαν στα μάγουλά της καθώς έβλεπε το αυτοκίνητο του ιερέως να χάνεται μέσα στην βροχερή νύχτα.
Από το απέναντι πεζοδρόμιο περνούσαν τώρα ο μελαψός άνδρας με το μικρό παιδάκι του γελώντας και τρώγοντας αυτά που τους πρόσφερε ο ιερέας.
Η κοπέλα μπήκε μέσα στο μαγαζί.
«Είσαι καλά»; την ρώτησε η συνάδελφός της.
«Μεγάλο κακό το να κρίνουμε γρήγορα και επιπόλαια μόνο από αυτά που βλέπουμε…» είπε με τρεμάμενη φωνή.

πηγή

Ο,ΤΙ ΚΑΝΕΙΣ, ΛΑΜΒΑΝΕΙΣ! –Αληθινή ιστορία του Αγίου Πορφυρίου

Ένας μεγάλος έμπορος εδέχθη μια μέρα έναν πελάτη του, που τον παρακάλεσε πολύ να του δώσει διακόσιες χιλιάδες δραχμές για να πληρώσει την εφορία του, διότι κινδύνευε να τον κλείσουν στη φυλακή. Αυτός όμως του είπε ότι δεν είχε να του δώσει.      

Το βράδυ που πήγε στο σπίτι του όμως ήταν σκεφτικός και η γυναίκα του τον ρώτησε τι του συνέβαινε. Εκείνος της ανέφερε το περιστατικό και η γυναίκα του τού είπε να πάει να τα δώσει τα χρήματα. Ήταν έντεκα το βράδυ, σηκώνεται από το κρεβάτι του και πηγαίνει στο σπίτι του πελάτη του, αλλά βρίσκει μόνο τη γυναίκα του, που του είπε ότι τον άνδρα της τον πιάσανε εκείνη τη μέρα και τον βάλανε στη φυλακή. Εκείνος της έδωσε 200.000 δραχμές, για να πάει την άλλη μέρα να πληρώσει το χρέος και να τον βγάλει.

Ο άνθρωπος βγήκε τελικά από τη φυλακή και σ’ ένα μήνα επέστρεψε όλα τα χρήματα στον έμπορο. Την ημέρα όμως που συναντήθηκαν για να του δώσει τα χρήματα, τον είδε πάρα πολύ στεναχωρημένο. Τον ρώτησε λοιπόν τι συνέβαινε και ο έμπορος του απάντησε ότι η γυναίκα του ήταν πολύ άρρωστη και ότι είχε όγκο στο κεφάλι και έπρεπε μέσα σε δυο μέρες να χειρουργηθεί, διότι αλλιώς θα πέθαινε. Μόνο όμως στο Μόναχο της Γερμανίας μπορούσε να κάνει τη συγκεκριμένη εγχείρηση, διότι εκεί ήταν ένας γιατρός που έκανε τις εγχειρήσεις αυτές. Και του είπε μάλιστα και το όνομα του γιατρού.     

Τότε του λέει ο αποφυλακισθείς: «Αυτόν τον γνωρίζω πολύ καλά, διότι ένα βράδυ είχε μείνει το αυτοκίνητό του σε μιαν έρημη περιοχή και έβρεχε κι εγώ, περνώντας από εκεί, κατέβηκα από το αυτοκίνητό μου, έδεσα το δικό μου στο δικό του και τον τράβηξα μέχρι το σπίτι του, δίχως να δεχθώ απ’ αυτόν ούτε μια δραχμή. Αυτό συνέβη στην περιοχή του Μονάχου, στη Γερμανία. Τότε, εκείνος ο μεγάλος γιατρός καθηγητής, μού έδωσε την κάρτα του και μου είπε: “Ό,τι χρειαστείς να με πάρεις τηλέφωνο· να και η κάρτα μου!”».      

Του τηλεφώνησε αμέσως, κλείσανε ραντεβού στο νοσοκομείο του Μονάχου για την άλλη μέρα και πήγε και ο ίδιος μαζί με το ανδρόγυνο. Βρήκανε τον καθηγητή έτοιμο στο χειρουργείο και, όταν τελείωσε ο γιατρός, του είπε ότι σε δύο ώρες θα πέθαινε η γυναίκα, εάν δεν εγχειριζότανε. Τελικά, σε αυτή τη ζωή ό,τι κάνεις λαμβάνεις!…

[Αληθινή ιστορία που διηγήθηκε ο ίδιος ο Άγιος Πορφύριος στον Ιωάννη Μαρουσιώτη και ελήφθη από το βιβλίο του με τίτλο: «Όσα είδα και άκουσα από τον Γέροντα Πορφύριο», εκδόσεις «Η Μεταμόρφωσις του Σωτήρος», Μήλεσι, Ιούλιος 2012.]

πηγή

Πόσος χρόνος πιστεύεις ότι σου μένει έως ότου κλείσεις και εσύ τα μάτια σου μία για πάντα;

Αλήθεια, το έχεις ποτέ σκεφτεί;
Μία ώρα;
Μία μέρα;
Μία εβδομάδα;
Ένας μήνας;
Πέντε χρόνια;
Ίσως πενήντα;
Όπως για όλους έτσι έρχεται και για εσένα η στιγμή αυτή.
Είσαι έτοιμος;
Είσαι έτοιμος να αφήσεις αυτόν τον κόσμο;
Είσαι έτοιμος γι’ αυτό σου το ταξίδι;
Μία απλή εκδρομή πάει κανείς και φροντίζει να πάρει μαζί του ένα σωρό αποσκευές.
Για τη στιγμή αυτή;
Για το πιο σημαντικό ταξίδι της ζωής σου;
Είσαι έτοιμος;
‘’Εγώ δεν τα σκέφτομαι αυτά’’, ίσως βιαστείς να μου απαντήσεις.
Κακώς.
Κακώς δεν τα σκέφτεσαι.
Γιατί ο θάνατος ξέρεις είναι το πιο σίγουρο πράγμα στη ζωή.

πηγή

Χριστός Ανέστη!

Ερμηνεία της εικόνας της Ανάστασης Του Κυρίου

Η εκκλησία του Σωτήρα Χριστού της χώρας (Καχριέ Τζαμί) στη Κωνσταντινούπολη χρονολογείται από τον Ε΄ αιώνα και ανοικοδομήθηκε τον ΙΒ΄ αιώνα. Στο παρεκκλήσι δίπλα η κόγχη είναι αφιερωμένη στην Ανάσταση, που καθαρίσθηκε υπό τη διεύθυνση του Βυζαντινού Ινστιτούτου Αμερικής από το μουσουλμανικό ασβέστη.

Στο κέντρο της εικόνας σκιρτά ο Χριστός – κεραυνός, λάμποντας από το άκτιστο φως, Κύριος της Ζωής, γεμάτος με δυναμισμό του Αγίου Πνεύματος και ακτινοβολώντας θείες ενέργειες.

Το πρόσωπό Του εξουσιάζει και κυριαρχεί βασιλικά ως ελευθερωτής μετά τη πασχαλινή λειτουργία που έγινε στον Άδη. Η δύναμη της χειρονομίας του, αυτή η βία, που κυριεύει τους ουρανούς και διέρχεται τους αιθέρες ενισχύεται από το ιμάτιό του που κυματίζει. Περιστοιχίζεται από μια φωτεινή δόξα που αποτελείται από ουράνιες σφαίρες στολισμένες με φωτεινά άστρα και που διασχίζονται από την ακτινοβολία του. Είναι ντυμένος με φως, χαρακτηριστικό του δοξασμένου σώματος και σύμβολο της θείας Δόξας, της θεότητάς Του. Γι’ αυτό τα ενδύματά του είναι από μια υπερφυσική λευκότητα και αναφέρονται στα χρώματα του Θαβώρ (στη Μεταμόρφωση).

Σε άλλες εικόνες, αυτό είναι κίτρινο επίχρυσο και σκεπασμένα με επίβλημα, με χρυσές ακτίνες. Ο Χριστός είναι με βασιλικά ενδύματα, είναι ο Κύριος, αλλά η μόνη δύναμή του είναι η σταυρωμένη Αγάπη και η αήττητη δύναμη του Σταυρού. Σε άλλες εικόνες φέρει στο χέρι του το τρόπαιο της νίκης, το Σταυρό.

Κάτω από τις συντετριμμένες πύλες του Άδη που έσπασε ο Χριστός, απεικονίζεται στο σκοτάδι του σπηλαίου ένας γέρος αναμαλλιασμένος, ή και γυμνός, δεμένος με αλυσίδες και έντρομος, είναι ο θάνατος ή ο Σατανάς. Μέσα στο σκοτάδι είναι πεταμένα και σκορπισμένα τα κλειδιά, οι σύρτες και οι μοχλοί του βασιλείου του Άδη. (συνέτριψε πύλας χαλκάς και μοχλούς σιδηρούς συνέθλασε – Ψαλμ. 106,16)

Με μια δυνατή κίνηση των χεριών του αρπάζει στον Άδη τον Αδάμ και την Εύα, ταραγμένους, ως εκπροσώπους του ανθρωπίνου γένους. Είναι η ανατρεπτική Συνάντηση των δύο Αδάμ που τώρα συμπίπτουν και συνταυτίζονται. Ανέβηκε στο σταυρό για να αναζητήσει αυτόν που χάθηκε και κατέβηκε στον Άδη λέγοντας: Έλα δική μου εικόνα και ομοιότης μου. (Ύμνος αγίου Εφραίμ).

Οι ομάδες αριστερά και δεξιά παριστάνουν το δεύτερο σχέδιο, την ανθρωπότητα, τους ανθρώπους. Είναι οι δίκαιοι και οι προφήτες. (Άβελ, Ενώχ, Ησαϊας, Ιερεμίας). Αριστερά βρίσκονται οι βασιλείς Δαβίδ και Σολομών, προηγούνται από τον Πρόδρομο που εκφράζει τη χειρονομία μάρτυρα και προσδιορίζει το Σωτήρα, είναι πρόδρομος και στον Άδη. Δεξιά ο Μωυσής φέρει τις πλάκες του νόμου. Όλοι αναγνωρίζουν το Σωτήρα και κρατώντας το χέρι του Αδάμ ανέβηκε από τον Άδη και όλοι οι άγιοι τον ακολούθησαν.

Ο Χριστός δεν βγαίνει από τον τάφο, αλλά εκ νεκρών, βγαίνει από τον εξουθενωμένο Άδη σαν από ένα νυμφικό ανάκτορο…

Το Άγιο Πνεύμα εξαφανίζει τα σκοτάδια του θανάτου, το φόβο της Κρίσεως, το βαθύ χάσμα του Άδη. Το φως του μετασχηματίζει τη πασχαλινή νύχτα σε Συμπόσιο Χαράς, εορτή της Συναντήσεως.

πηγή

Μεγάλη Τρίτη εσπέρας

Αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν τυμπάνῳ καὶ χορῷ, αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν χορδαῖς καὶ ὀργάνῳ.

«Ὅτε ἡ ἁμαρτωλὸς προσέφερε τὸ μύρον, τότε ὁ μαθητὴς συνεφώνει τοῖς παρανόμοις• ἡ μὲν ἔχαιρε κενοῦσα τὸ πολύτιμον, ὁ δὲ ἔσπευδε πωλῆσαι τὸν ἀτίμητον• αὕτη τὸν Δεσπότην ἐπεγίνωσκεν, οὗτος τοῦ Δεσπότου ἐχωρίζετο• αὕτη ἠλευθεροῦτο, καὶ ὁ Ἰούδας δοῦλος ἐγεγόνει τοῦ ἐχθροῦ. Δεινὸν ἡ ρᾳθυμία! μεγάλη ἡ μετάνοια! ἥν μοι δώρησαι, Σωτήρ, ὁ παθὼν ὑπὲρ ἡμῶν καὶ σῶσον ἡμᾶς».

Ὅταν ἡ ἁμαρτωλὴ γυναῖκα πρόσφερε τὸ μύρο, τὴν ἴδια στιγμὴ ὁ μαθητὴς (ὁ προδότης) συμφωνοῦσε τὴν προδοσία μὲ τοὺς παρανόμους• ἐκείνη μὲν ἔχαιρε, ἀδειάζοντας τὸ πολύτιμο (μύρο), αὐτὸς δὲ βιαζόταν νὰ πουλήσει ἐκεῖνον, ποὺ δὲν ἔχει τιμή• αὐτὴ ἀναγνώριζε τὴ θεότητα τοῦ Δεσπότη, αὐτὸς δὲ ἀποχωριζόταν ἀπ’ αὐτόν• αὐτὴ ἐλευθερωνόταν (ἀπὸ τὸ δεσμὸ τῆς ἁμαρτίας) καὶ ὁ Ἰούδας γινόταν δοῦλος τοῦ ἐχθροῦ. Φοβερὸ πρᾶγμα ἡ ἀμέλεια! Μεγάλη ἡ ἀξία τῆς μετάνοιας! Τὴν ὁποία χάρισέ μου, Σωτῆρα, ἐσὺ ποὺ πέθανες γιά μᾶς, καὶ σῶσε μας.

πηγή

Πνευματικές Νουθεσίες 5(79)

Έτος 12ο Φύλλο 5(79)

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΕΣ ΝΟΥΘΕΣΙΕΣ

Πόνημα Νεανικής Συντροφιάς Ι. Ν. Ευαγγελιστρίας Λιβαδειάς

« Ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δέ ἐν ἐμοί Χριστός »

(διαδικτυακή κυκλοφορία: http://www.inevagelistrias.wordpress.com)

ΤΡΙΩΔΙΟΝ – Γ΄ ΜΕΡΟΣ: ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΣ

Τὸ Σάββατο τῆς ΣΤ΄ Ἑβδομάδος τῶν Ἁγίων Νηστειῶν περατοῦται ἡ περίοδος τῆς τεσσαρακονθημέρου νηστείας καὶ εἰσερχόμεθα στὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Ἑβδομάδα. Μεγάλη διότι ἑκάστη ἐκ τῶν ἡμερῶν αὐτῆς ἐκφράζει νόημα ἀπόρρητο, βαθὺ καὶ ἰδιαίτερο: Τὴν ψυχωφελῆ πληρώσαντες Τεσσαρακοστήν, καὶ τὴν ἁγίαν ἑβδομάδα τοῦ πάθους Σου αἰτοῦμεν κατιδεῖν, φιλάνθρωπε. Καὶ ὅπως κάποτε ὁ Μωυσῆς ἀνέβηκε στὴν καιομένη κορυφὴ τοῦ ὄρους Σινᾶ, προκειμένου νὰ συναντήσει τὸν Θεὸ καὶ νὰ παραλάβει τὶς πλάκες τοῦ Νόμου, ἔτσι καὶ ἐμεῖς μετὰ τὸν ἁγνισμὸ τῶν σαράντα ἡμερῶν καὶ ἔχοντες προετοιμασθεῖ μὲ τὴν νηστεία ἀπὸ κάθε ἁμαρτία, εἰσοδεύουμε μαζὶ μὲ τὸν Χριστό, ὥστε νὰ ἀνέλθουμε στὸ ὄρος τῆς χάριτός Του, τὴν ἁγία Ἱερουσαλήμ, τὴν Ἐκκλησία: Χαῖρε καὶ εὐφραίνου, πόλις Σιών, τέρπου καὶ ἀγάλλου, ἡ Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ· ἰδοὺ γὰρ ὁ βασιλεύς σου παραγέγονεν ἐν δικαιοσύνῃ.

Οἱ τρεῖς πρῶτες ἡμέρες τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος, ἀπὸ τὸ ἑσπέρας τῆς Κυριακῆς τῶν Βαΐων (ὁπότε ψάλλεται ὁ Ὄρθρος τῆς Μ. Δευτέρας) ἕως τὸ ἑσπέρας τῆς Μ. Τρίτης, ἡ Ἐκκλησία μνημονεύει σειρὰ Παραβολῶν καὶ ἁγιογραφικῶν γεγονότων, ἐν σχέσει μὲ τὴν ἀρετὴ καὶ τοὺς καρπούς της καὶ ἐν σχέσει μὲ τὴν πίστη καὶ τὴν μετάνοια. Διότι δίχως πίστη καὶ ἔργα μετανοίας εἶναι ἀδύνατο νὰ ἀντιληφθοῦμε τὸ μέγεθος τῆς φιλανθρωπίας τοῦ Χριστοῦ, τὸ ἄρρητο τῆς σταυρικῆς Του θυσίας καὶ ἑπομένως νὰ γίνουμε μέτοχοι τοῦ Παραδείσου. Ὅλα αὐτὰ ὅμως πραγματώνονται ἐντὸς τῆς περὶ ἐσχάτων εὐαγγελικῆς παραδόσεως.

Τὴν Μ. Δευτέρα, στὸ εὐαγγέλιο τοῦ Ὄρθρου τῆς ἡμέρας, ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς ὁμιλεῖ γιὰ τὴν ἄκαρπη συκιά, ἀπὸ τὴν ὁποία δὲν μπόρεσε νὰ ἀποκομίσει τίποτε ἄξιο, ὑποδηλώνοντας τὸ τέλος ἐκείνων ποὺ μέλλει νὰ ἀναδειχθοῦν ἀνάξιοι τῆς δωρεᾶς καὶ τῆς υἱοθεσίας Του. Ἀναφέρεται ἐπίσης στὸν ἀμπελῶνα Του, γιὰ τὸν ὁποῖο οἱ κακοὶ καὶ πονηροὶ ἐργάτες ὄχι μόνον ἀδιαφόρησαν, ἀλλὰ ἔφθασαν στὸ ἔσχατο σημεῖο ἀναισχυντίας νὰ φονεύσουν τὸν ἴδιο τὸν Υἱὸ τοῦ Κυρίου τοῦ ἀμπελῶνος. Ἀλλὰ ἐπειδὴ καὶ ἐμεῖς σήμερα σταυρώνουμε τὸν Χριστό, καταφρονώντας τὴν σωτήριο διδασκαλία καὶ τὰ Μυστήριά του. Γιὰ τὸν λόγο αὐτό, τὸ εὐαγγέλιο τῆς Λειτουργίας τῆς ἴδιας ἡμέρας προμηνύει τὴν καταστροφὴ τῆς Ἱερουσαλὴμ καί, κατ’ ἐπέκταση, τὸν διωγμὸ τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ: τότε παραδώσουσιν ὑμᾶς εἰς θλῖψιν καὶ ἀποκτενοῦσιν ὑμᾶς, καὶ ἔσεσθε μισούμενοι ὑπὸ πάντων τῶν ἐθνῶν διὰ τὸ ὄνομά μου, καὶ τότε σκανδαλισθήσονται πολλοὶ καὶ ἀλλήλους παραδώσουσι…, καὶ διὰ τὸ πληθυνθῆναι τὴν ἀνομίαν ψυγήσεται ἡ ἀγάπη τῶν πολλῶν. Ὁ δὲ ὑπομείνας εἰς τέλος, οὗτος σωθήσεται. Στὸ ἴδιο πλαίσιο ἐντάσσεται ἡ παραβολὴ τῶν Ταλάντων καὶ ἰδίως τῶν Δέκα Παρθένων κατὰ τὴν Μ. Τρίτη. Ὁ Νυμφίος τῆς Ἐκκλησίας ἔρχεται γιὰ νὰ τελέσει γάμο λαμπρὸ μὲ τὴν ψυχή μας σὲ χρόνο ἄγνωστο καὶ ἀπροσδόκητο, καὶ εἶναι μακαρία ἡ ψυχὴ τοῦ χριστιανοῦ ἐκείνου ποὺ ἀναμένει ἀγρυπνοῦσα τὸν Κύριο μὲ τὴν λαμπάδα τῶν ἀρετῶν ἀναμμένη.

Ὅλα αὐτὰ τὰ ἐσχατολογικά, τὰ ὁποῖα διόλου τυχαῖα διαβάζονται τὶς πρῶτες τρεῖς ἡμέρες ὁδηγοῦν στὰ φρικτὰ γεγονότα τοῦ δευτέρου μέρους τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος, μὲ σύνδεσμο πρόσφορο τὴν Πόρνη, ἡ ὁποία ἄλειψε τὰ πόδια τοῦ Κυρίου, καὶ ἀφετέρου τὴν Προδοσία τοῦ Ἰούδα: Ὅτε ἡ ἁμαρτωλὸς προσέφερε τὸ μῦρον, τότε ὁ Μαθητής συνεφώνει τοῖς παρανόμοις. Παράδοξα πράγματα! Ὁ Ἰούδας, ἕνας ἐκ τῶν μαθητῶν τοῦ Κυρίου καὶ ἔχων προσωπικὴ ἐμπειρία ἀπὸ τὸν λόγο καὶ τὴν θαυματουργική Του δύναμη προστρέχει στοὺς Ἑβραίους ἀρχιερεῖς, γιὰ νὰ τοὺς προσφέρει αὐτὸ ποὺ ἐπιθυμοῦν: τὸν θάνατο τοῦ Νομοθέτου καὶ Λυτρωτή τοῦ Ἱσραήλ. Ἀντιθέτως, μιὰ ἁμαρτωλὴ γυναῖκα προστρέχει συντετριμμένη καὶ παραδίδεται στὴν εὐσπλαχνία τοῦ Χριστοῦ, ἀναγνωρίζοντας τὴν μεσσιανική Του ἰδιότητα καὶ δύναμη.

Τὴν Μ. Πέμπτη (Μ. Τετάρτη ἑσπέρας), ἡμέρα τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου, ὁ Δεσπότης Χριστὸς παραθέτει πρὸς βρῶσιν τὸ ἄχραντο σῶμα Του καὶ τὸ τίμιο αἷμα Του, συγκροτώντας διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ τὴν Ἐκκλησία, ὡς ἑνότητα τῶν πιστῶν ἐν τῷ σώματι καὶ τῷ αἵματί Του. Ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὴν μετοχὴ στὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, στὸ Δεῖπνο, τὸ ὁποῖο παραθέτει γιὰ ἐμᾶς ἐν τῇ φιλανθρωπίᾳ Του. Κάθε λοιπόν προσπάθεια ἄμεσης ἣ ἔμμεσης ἀμφισβητήσεως τοῦ Μυστηρίου τῆς θείας Εὐχαριστίας καταλύει εὐθέως καὶ συλλήβδην τὴν Ἐκκλησία. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐτό· ὁ καταφρονῶν τὴν θεία Μετάληψη, ἰδίως τὴν Μ. Πέμπτη καὶ τὸ Μ. Σάββατο, εἶναι ἔκθετος στὸν διάβολο. Ὁ Ἰούδας πρόδωσε τὸν Χριστὸ ἀμέσως μετὰ τὴν λήψη τοῦ Σώματος τοῦ Κυρίου: καὶ μετὰ τὸ ψωμίον [= τὴν μετάληψη τοῦ Σώματος τοῦ Κυρίου], τότε εἰσῆλθεν εἰς ἐκεῖνον [= τὸν Ἰούδα] ὁ σατανᾶς (Ἰω. 13, 27). Ὁ Ἰούδας δαιμονίστηκε μόνον ὅταν κοινώνησε ἀναξίως, καὶ τότε ἔσπευσε νὰ προδώσει τὸν Χριστὸ καὶ νὰ Τὸν ὁδηγήσει στὸν σταυρικὸ θάνατο.

Μεγάλη ἱερὴ καὶ σεβασμία ἡ ἡμέρα τῆς Μ. Παρασκευῆς, κατὰ τὴν ὁποία βιώνουμε τὸ Πάθος τοῦ Κυρίου, τὴν Ἄκρα Ταπείνωση, τὴν ἄκρα μακροθυμία Του. Ἡ θεία Λειτουργία ἀναστέλλεται ἐνώπιον τῆς ἀκραίας θυσίας τοῦ Ἀμνοῦ καὶ Μεγάλου Ἀρχιερέως. Καθὼς οἱ εὐαγγελικὲς περικοπὲς διαδέχονται ἡ μία τὴν ἄλλη, θρηνοῦμε καὶ συμπάσχουμε μαζί Του, γιὰ ὅσα καταδέχθηκε γιὰ ἐμᾶς καὶ ἀπὸ ἐμᾶς ὁ Ἰησοῦς, ἡ ἐσταυρωμένη Ἀγάπη. Ψάλλεται τὸ Σήμερον, ὄχι κάποτε, «Σήμερον κρεμᾶται ἐπὶ ξύλου», καὶ λιτανεύει ὁ ἱερεὺς μὲ τὸν σταυρὸ στὸν ὦμο καὶ ὑψώνει Αὐτὸν στὸ μέσον τοῦ ναοῦ. Παριστάμεθα καὶ ἐμεῖς ἐκεῖ, μαζὶ μὲ τὴν Παναγία καὶ τὸν Ἰωάννη καὶ τοὺς ἀγγέλους.

Ἆραγε, ἔχουμε συνείδηση τῆς πρὸς ἐμᾶς ἀρρήτου θυσίας τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς πρὸς ἐμᾶς ἀβυσσώδους ἀγάπης Του; Ἐὰν ναί, γιατί ἀρνούμεθα νὰ σπεύσουμε στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ Κυρίου μας, ὅταν Αὐτὸς μᾶς προσκαλεῖ μὲ τὰ ἁπλωμένα στὸν σταυρό χέρια; Ἔχουμε γνώση τῆς ἀδιαφορίας καὶ σκληρότητός μας; Ἀλλοίμονο! Κλῆρος καὶ λαὸς πληγώνουμε ἀνηλεῶς τὸ ματωμένο σῶμα τοῦ Ἰησοῦ· ἄλλος μὲ τὰ βέλη τῆς ἀπιστίας καὶ πονηρίας, ἄλλος μὲ τὴν λόγχη τῆς ὑπερηφάνειας, ἄλλος μὲ τὸν πέλεκυ τῆς μνησικακίας καὶ τῆς κατακρίσεως, ἄλλος μὲ τὴν φιλαργυρία καὶ τὴν ἀδικία, ἄλλος μὲ τὴν πορνεία καὶ τὴν ἀναισχυντία… χειρότεροι καὶ πιὸ θρασεῖς καὶ ἀπὸ αὐτὸν ἀκόμη, ποὺ ράπισε τὸν Κύριο.

Μ. Παρασκευή, μεγάλη καὶ ἡ συγκίνηση τῶν Ὀρθοδόξων στὴν Ἀποκαθήλωση καὶ στὸν Ἐνταφιασμὸ τοῦ Χριστοῦ, ὁπότε μαζὶ μὲ τὸν Ἰωσήφ Ἀριμαθείας καὶ τὸν Νικόδημο ἀλλὰ καὶ μαζὶ μὲ τὶς οὐράνιες δυνάμεις τελοῦμε τὴν ἐκφορὰ τοῦ νεκροῦ σώματος τοῦ Κυρίου. Σηκώνουμε καὶ κρατᾶμε μὲ τὰ ἀνάξια χέρια μας, ποιόν; Ἐκεῖνον ποὺ τὰ Χερουβεὶμ τρέμουν ἀκόμη καὶ νὰ ἀντικρύσουν! Καὶ λιτανεύουμε Αὐτόν μαζὶ μὲ τοὺς ἀγγέλους, γιατί; Γιὰ νὰ γίνουμε μέτοχοι τῆς Ἀναστάσεώς του! Δὲν εἶναι ἡ πομπὴ τοῦ Ἐπιταφίου θέαμα (happening), οὔτε εὐκαιρία γιὰ κοσμικὲς ἐκδηλώσεις· εἶναι πορεία πρὸς στὸν ἅδη μαζὶ μὲ τὸν Χριστό. Συνθαπτόμεθα σήμερα μαζὶ μὲ τὸν Νυμφίο μας, γιὰ νὰ ἀναστηθοῦμε μαζί Του.

Τὸ Ἅγιο καὶ Μεγάλο Σάββατο εἶναι ἡ πλέον θλιβερὴ ἡμέρα τοῦ ἔτους, εἶναι ἡ ἡμέρα τῆς μεγάλης σιγῆς καὶ προσδοκίας. Ὁ Χριστὸς ὑπνοῖ καὶ σαββατίζει, ἔχων ὁλοκληρώσει τὸ ἔργο τῆς θείας Οἰκονομίας. Ἐμεῖς περιφερόμαστε στὶς ἀγορὲς καὶ στὶς πλατεῖες, μὲ ἀστεϊσμούς, μὲ βωμολοχίες καὶ μὲ ἄσεμνα βλέμματα, κάποιοι δὲ ἄλλοι σπεύδουν, χωρὶς μετάνοια καὶ συντριβή, νὰ κοινωνήσουν τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Κυρίου, γιὰ τὸ «καλό»! Καὶ ὅλα αὐτὰ συμβαίνουν, ὅταν ὁ Χριστὸς στὸν ἅδη συντρίβει μετ’ ἐξουσίας τὸν θάνατο, ἀνεγείρων τὸν Ἀδάμ, καὶ ἐπαναφέρων τὸν ἄνθρωπο στὴν ἀρχαία του δόξα.

Γιὰ τὸν λόγο αὐτό: «Σιγησάτω πᾶσα σὰρξ βροτεία, καὶ στήτω μετὰ φόβου και τρόμου, καὶ μηδὲν γήϊνον ἐν ἑαυτῇ λογιζέσθω· ὁ γὰρ Βασιλεὺς τῶν Βασιλευόντων, καὶ Κύριος τῶν κυριευόντων προσέρχεται σφαγιασθῆναι καὶ δοθῆναι εἰς βρῶσιν τοῖς πιστοῖς· προηγοῦνται δὲ τούτου οἱ Χοροὶ τῶν Ἀγγέλων μετὰ πάσης ἀρχῆς καὶ ἐξουσίας, τὰ πολυόμματα Χερουβεὶμ καὶ τὰ ἑξαπτέρυγα Σεραφεὶμ, τὰς ὄψεις καλύπτοντα καὶ βοῶντα τὸν ὕμνον· Ἀλληλούϊα». Ὁ Κύριος τῆς Δόξης, ἔχων ἤδη ἀνακαινίσει τὸν σύμπαντα κόσμο καὶ ἔχων ἤδη ἀνοίξει τὶς πύλες τοῦ Παραδείσου, σπεύδει νὰ σφαγιασθεῖ, νὰ γίνει τροφὴ ἀθανασίας γιὰ ἐμᾶς τοὺς ἀχαρίστους καὶ ἀγνώμονες τῆς ἀγάπης Του!

Ἀγαπητὲ ἀναγνώστη, οἱ ἡμέρες τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Ἑβδομάδος εἶναι ἡμέρες ἀπόλυτης σιωπῆς, ἐγκρατείας καὶ περισυλλογῆς. Τὸ μόνο ποὺ πρέπει νὰ μᾶς ἀπασχολεῖ εἶναι ἡ ἀδιάλειπτη καρδιακὴ προσευχὴ καὶ ἡ διαρκὴς μελέτη τῶν γεγονότων τῆς σωτηρίας μας. Εἶναι λοιπόν λυπηρό, ὅταν ὁ Δεσπότης μας Χριστὸς ἐμπαίζεται, ἀτιμάζεται καὶ σταυρώνεται γιὰ χάρη μας, ἐμεῖς νὰ Τον καταφρονοῦμε διὰ τῆς ἀδιαφορίας καὶ τῆς ἀπιστίας μας.

Ἀλλὰ τί ἀπαντᾶ σὲ αὐτὸ ὁ ἀνεξίκακος Ἰησοῦς: Πάτερ ἄφες αὐτοῖς· οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι. Τί ὀφείλουμε νὰ ἀπαντήσουμε ἐμεῖς; Δόξα τῇ μακροθυμία Σου, Φιλάνθρωπε!

Κωνσταντίνος Βαφειάδης, καθηγηγητής Ανωτάτης Εκκλησιαστικής Ακαδημίας Αθηνών

ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ

Άγιος Γρηγόριος ο Ε’ – 10/4

Στη κεφαλή των ηρωικών κληρικών-μαρτύρων του 1821 στέκεται ο Οικουμενικός Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε’. Τραγική ήταν η θέση του, όταν επαναστάτησε η Ελλάδα. Έβλεπε ότι τον περίμενε το μαρτύριο. Πολλοί προσπαθούν να τον πείσουν να φύγει από την Κωνσταντινούπολη, για να σωθεί…

Αλλά ο «καλός ποιμήν» αρνήθηκε, ακολουθώντας τα ίχνη των γενναίων προκατόχων του. Είπε:

«Με προτρέπετε είς φυγήν· μάχαιρα θα διέλθη τας ρύμας της Κωνσταντινουπόλεως και λοιπών πόλεων των χριστιανικών Επαρχιών. Υμείς επιθυμείτε όπως εγώ μεταμφιεζόμενος καταφύγω εις πλοίον ή κλεισθώ εν οικία οιουδήποτε ευεργετικού υμών Πρεσβευτού, ν’ακούω δε εκείθεν πως οι δήμοι κατακρεουργούσι τον χηρεύοντα Λαόν. Ουχί! Εγώ δια τουτο είμαι Πατριάρχης, όπως σώσω το Έθνος μου, ουχί δε όπως απολεσθή τούτο δια της χειρός των Γενίτσαρων. Ο θάνατος μου ίσως επιφέρη μεγαλυτέραν ωφέλειαν παρά η ζωή μου. Οι ξένοι Χριστιανοί ηγεμόνες εκπλαγέντες εκ της αδικίας του θανάτου μου δεν θα θεωρήσωσιν αδιαφόρως πως η πίστις αυτών εξυβρίσθη εν τω πρόσωπω μου. Οι Έλληνες, οι άνδρες της μάχης, θα μάχωνται μετά μεγαλυτέρας μανίας, όπερ συχνάκις δωρείται την Νίκην· είς τούτο είμαι πεπεισμένος. Βλέπετε μεθ’υπομονής είς ό,τι και αν μου συμβή. Σήμερον (Κυριακή των Βαΐων) θα φάγωμεν ιχθύς, αλλά μετά τίνας ημέρας και ίσως και ταύτην την εβδομάδα οι ιχθύες θα μας φαγώσιν… Ναι, ας μη γίνω χλεύασμα των ζώντων. Δεν θα ανεχθώ ώστε είς τα οδούς της Οδησσού, της Κερκύρας και της Αγκώνος διερχόμενον εν μέσω των αγυιών (=δρόμων) να με δακτυλοδεικτώσι λέγοντες : «ιδού έρχεται ο φονεύς Πατριάρχης». Αν το Έθνος μου σωθή και θριαμβεύση, τότε πέποιθα θα μου αποδώση θυμίαμα επαίνου και τιμών, διότι εξεπλήρωσα το χρέος μου… Υπάγω όπου με καλεί ο νούς μου, ο μέγας κλήρος του Έθνους και ο Πατήρ ο Ουράνιος, ο μάρτυς των ανθρώπινων πράξεων».

Το Πάσχα του 1821 συνέλαβαν τον Πατριάρχη Γρηγόριο τον Ε΄, τον βασάνισαν και τον απαγχόνισαν στη μεσαία πύλη του Πατριαρχείου, που ως τώρα είναι κλειστή. «Αι τελευταίαι στιγμαί του Γρηγορίου εφάνησαν, γράφει ο Σπ. Τρικούπης, στιγμαί ακραιφνούς πίστεως και ανεξικακίας, οποίας ετοιμάζει ακηλίδωτος συνείδησις, αγαθοποιός καρδία, παράβλεψις της προσκαίρου ζωής και προσδοκία της μελλούσης».

Τον θαυμασμό αλλά και την φρίκη του Γένους εκφράζει και ο Διονύσιος Σολωμός στον Εθνικό Ύμνο».

«Όλοι κλαύστε! Αποθαμμένος
Ο Αρχηγός της Εκκλησιάς.
Κλαύστε, κλαύστε, κρεμασμένος
Ώσαν νάτανε φονηάς».

Αλλά όπως γίνεται πάντοτε και ο σπόρος της θυσίας του Εθνομάρτυρος Αγίου Γρηγορίου έφερε καρπούς πολλούς.

Ο Γερμανός ιστορικός Γερβίνος[1] σημειώνει: «Η κατά του Πατριάρχου Γρηγορίου απήνης διαγωγή, ποιήσασα το πρώτον ρήγμα είς την τουρκικήν δυναστείαν, παρεσκεύασε την ελευθέρωσιν της Ελλάδος».

[1] Πρόκειται για τον Georg Gottfried Gervinus (Σ.τ.Ε)

Πηγή εικόνων: http://www.saint.gr/1301/saint.aspx

Πηγή: ΠΝΟΕΣ ΠΙΣΤΕΩΣ, εκδόσεις «ΖΩΗΣ», Αρχιμανδρίτου Ιωάννου Αλεξίου

πηγή

Πνευματικές Νουθεσίες 4(78)

Έτος 12ο Φύλλο 4(78)

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΕΣ ΝΟΥΘΕΣΙΕΣ

Πόνημα Νεανικής Συντροφιάς Ι. Ν. Ευαγγελιστρίας Λιβαδειάς

« Ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δέ ἐν ἐμοί Χριστός »

(διαδικτυακή κυκλοφορία: http://www.inevagelistrias.wordpress.com)

ΤΡΙΩΔΙΟΝ – Β΄ ΜΕΡΟΣ

Κατὰ τὴν ἑβδομάδα τῆς Τυρινῆς (ἀπὸ τὴν Δευτέρα μετὰ τὴν Κυριακὴ τῆς Ἀπόκρεω καὶ ἑξῆς) καὶ ἰδίως κατὰ τὴν φερώνυμο Κυριακὴ ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία μνεία ποιεῖται τῆς ἐξορίας τῶν Πρωτόπλαστων ἀπὸ τὸν Παράδεισο. Εὐλόγως, λοιπόν, ἀπὸ τὴν ἑπομένη ἡμέρα, τὴν Καθαρὰ Δευτέρα, ξεκινᾶ ὁ ἀδιάλειπτος καὶ κοπιώδης ἀγώνας τοῦ ἀνθρώπου γιὰ τὴν ἐπιστροφή του στὴν βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἀπὸ ὅπου καὶ ἐξεβλήθη λόγῳ τῆς ἀνυπακοῆς του καὶ τῆς υἱοθετήσεως τῶν συμβουλῶν τοῦ διαβόλου. Ἡ Κυριακή, λοιπόν, τῆς Τυροφάγου μαζὶ μὲ τὴν Καθαρὰ Δευτέρα συνιστοῦν τὴν ἀπαρχὴ τῆς ἱστορίας τοῦ Ἀνθρώπου καὶ τῆς σωτηρίας του, ἡ δὲ Ἁγία καὶ Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ ἀνακεφαλαίωση ὅλης τῆς θείας Οἰκονομίας καὶ τοῦ σωτηριώδους ἔργου τοῦ Θεοῦ.

Γιὰ τὸν λόγο αὐτό, εἶναι ἄκρως θλιβερό, ὅτι τὴν Καθαρὰ Δευτέρα, ἡμέρα θρήνου καὶ στεναγμῶν, ἀλλὰ καὶ ἡμέρα κατανύξεως καὶ πνευματικῆς προετοιμασίας γιὰ τοὺς ἀληθινοὺς Χριστιανούς, συνεχίζονται οἱ κοσμικὲς ἐκδηλώσεις, μὲ γέλωτες, χοροὺς καὶ συμπόσια, μὲ τὰ δῆθεν «νηστίσιμα» τραπέζια κ.ἄ.. Διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ μιαίνουμε καὶ βεβηλώνουμε τὴν ἀπαρχὴ τῆς Ἁγίας Τεσσαρακοστῆς, ἐνῶ θὰ ἔπρεπε τὴν ἡμέρα αὐτὴ νὰ μείνουμε κλεισμένοι στὸ ταμεῖο τῆς καρδιᾶς μας, δεόμενοι πρὸς τὸν γλυκύτατο Ἰησοῦ, προκειμένου Αὐτὸς νὰ μᾶς ἐνδυναμώσει γιὰ τὸ πεδίο τῶν πνευματικῶν ἀγώνων, ποὺ ἀνοίγεται μπροστά μας.

Πράγματι, ἐὰν διαβάσει ἣ ἀκούσει κανεὶς τί διδάσκουν τὰ θεόπνευστα τροπάρια καὶ οἱ ἱεροὶ ὕμνοι τῆς περιόδου τῶν Ἁγίων Νηστειῶν θὰ ἀντιληφθεῖ ὅτι ἡ περίοδος αὐτὴ σηματοδοτεῖ πεδίο πάλης σκληρότατης καὶ ἀνηλεοῦς κατὰ τῆς ἁμαρτίας καὶ τῶν πνευμάτων τῆς πονηρίας, πεδίο ἀσκήσεως πνευματικῆς γιὰ ὅλους τοὺς Χριστιανούς, χωρὶς ἐξαίρεση. Ἡ ἄσκηση δὲ αὐτὴ πραγματώνεται μὲ τὴν παθοκτόνο (καὶ ὄχι σωματοκτόνο) Νηστεία. Τί σημαίνει ὅμως «νηστεία»; Τροπάριον τοῦ Ὄρθρου τῆς Καθαρᾶς Δευτέρας μᾶς διδάσκει: Νηστεύσωμεν νηστείαν δεκτήν, εὐάρεστον τῷ Κυρίῳ. Ἀληθὴς νηστεία [ἐστί], ἡ τῶν κακῶν ἀλλοτρίωσις, ἐγκράτεια γλώσσης, θυμοῦ ἀποχή, ἐπιθυμιῶν χωρισμός, καταλαλιᾶς, ψεύδους, καὶ ἐπιορκίας· ἡ τούτων ἔνδεια, νηστεία ἐστίν, ἀληθὴς καὶ εὐπρόσδεκτος.

Ὑπάρχει ὅμως κάτι ἀκόμη τὸ ὁποῖο συνδέεται μὲ τὰ ἀνωτέρω καὶ τὸ ὁποῖο πρέπει νὰ γνωρίζουμε. Λόγῳ τοῦ πένθιμου χαρακτῆρα τῆς περιόδου, ὁπότε πλὴν Σαββάτου καὶ Κυριακῆς δὲν τελεῖται θεία Λειτουργία, ἡ Ἐκκλησία ἔχει ὁρίσει νὰ τελοῦνται δύο τουλάχιστον Προηγιασμένες Λειτουργίες κάθε ἑβδομάδα, γιὰ ἕνα καὶ μόνο λόγο. Ποῖος εἶναι αὐτός; Γιὰ νὰ πυκνώσει ἡ μετάληψη τῶν Ἁγιασμάτων, γιὰ νὰ μποροῦν οἱ εὐσεβεῖς πιστοί, οἱ μὴ ἔχοντες κωλύματα, νὰ κοινωνοῦν τουλάχιστον τέσσερις φορὲς ἑβδομαδιαίως. Τοῦτο κρίνεται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία καὶ τοὺς ἁγίους Πατέρες ἀπολύτως ἀναγκαῖο, διότι δίχως πνευματικὴ τροφή, δίχως τὸ πῦρ τοῦ ἁγίου Σώματος καὶ Αἴματος τοῦ Κυρίου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνταπεξέλθει κανεὶς στὴν δύσβατη ἀτραπὸ τῆς ἀδιαλείπτου μετανοίας, στὸν σωτηριώδη ἀγῶνα κατὰ τῶν παθῶν καὶ τῶν ἀοράτων ἐχθρῶν μας. Γεύσασθε, λοιπόν, καὶ ἴδετε ὅτι χρηστὸς ὁ Κύριος (Ψαλμ. λγ΄). Πέραν τούτων ἡ Ἐκκλησία ἔχει θεσπίσει γιὰ ἑκάστη Κυριακὴ τῆς περιόδου τὴν μνήμη συγκεκριμένων ἱερῶν γεγονότων ἣ ἁγίων προσώπων. Ἔτσι, τὴν πρώτη Κυριακὴ ἑορτάζουμε τὴν Ἀναστήλωση τῶν ἁγίων Εἰκόνων, γνωστὴ ὡς Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας. Τοῦτο δὲ εἰς ἀνάμνηση τῆς περιφορᾶς τῶν εἰκόνων τὴν πρώτη Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν τοῦ ἔτους 842, μὲ πρωτοβουλία τῆς αὐτοκράτειρας Θεοδώρας. Ἡ λιτάνευση αὐτὴ – μὲ εἰκόνες ποὺ ἦταν κρυμμένες στὰ κελλιὰ τῶν μοναχῶν καὶ στὰ ὑπόγεια τῶν ἁπλῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ βαθύτατα πιστῶν – ἔλαβε χώρα μετὰ ἀπὸ περίοδο πολλῶν δεκαετιῶν, κατὰ τὴν ὁποία τὸ Κράτος καὶ ἡ ἡγεσία τῆς Ἐκκλησίας εἶχαν ἀρνηθεῖ τὴν προσκύνηση τῶν ἁγίων εἰκόνων, δηλαδὴ τὴν ὑπόσταση τοῦ Χριστοῦ, τὴν δυνατότητα ἐπικοινωνίας μαζί Του. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ, καὶ ἐμεῖς σήμερα, ἔστω κι ἄν μᾶς ἐμπαίζουν, ἐπιμένουμε νὰ λιτανεύουμε τὶς εἰκόνες πρὸς δόξαν τῆς Ἁγίας Τριάδος καὶ κατάκριση πάντων τῶν αἰρετικῶν καὶ ἀρνητῶν τῆς Ἐκκλησίας.

Γιατὶ ὅμως ἡ Ἐκκλησία θέτει τὸ δογματικὸ αὐτὸ ζήτημα τὴν πρώτη μάλιστα Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν; Διότι ἁπλούστατα τὸ ὀρθοδόξως πιστεύειν, ἡ ἀκράδαντη καὶ ἔμπρακτη πίστη στὸν Χριστὸ καὶ σὲ ὅσα Ἐκεῖνος ἐπιτάσσει ἀποτελεῖ τὸ θεμέλιο τῆς σωτηρία μας. Γιὰ αὐτὸ ὁ Ἀπόστολος τῆς ἡμέρας (Ἑβρ. ια΄, 24-26, 32-40) ὁμιλεῖ γιὰ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι διὰ πίστεως κατηγωνίσαντο βασιλείας… ἐπέτυχον ἐπαγγελιῶν… ἔφραξαν στόματα λεόντων… ἐνεδυναμώθησαν ἀπὸ ἀσθενείας… ἐμπαιγμῶν καὶ μαστίγων πείραν ἔλαβον… ὑστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι… Κατὰ συνέπεια, ἡ ὀρθὴ πίστη συναρτᾶται ἅμεσα καὶ συνέχεται ὀργανικὰ μὲ τὴν ἄσκηση, τὴν συντριβὴ τῆς καρδίας, τὸν ἀδιάλειπτο καὶ ἐν μετανοίᾳ ἀγῶνα κατὰ τῆς ἁμαρτίας. Γιὰ τὸν ἴδιο λόγο τὴν δεύτερη Κυριακὴ τῶν Ἁγίων Νηστειῶν ἑορτάζουμε (ἀπὸ τὸν 16 ο αἰώνα καὶ μετὰ) τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ, τὸν μέγα αὐτὸν ἱεράρχη τῆς Θεσσαλονίκης καὶ ἁγιορείτη ἀσκητή, ὁ ὁποῖος, μαζὶ μὲ τοὺς μαθητές του, ἀγωνίσθηκε μὲ αὐταπάρνηση κατὰ τῶν αἰρέσεων καὶ ὑπὲρ τῆς ἀλήθειας τῆς Πίστεώς μας. Πρόκειται γιὰ τὸν διδάσκαλο τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ, τὸν διδάσκαλο τῆς νοερᾶς προσευχῆς, διὰ τῆς ὁποίας ὁ ἄνθρωπος, ὁ πιστὸς καὶ ἀδέσμευτος ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, δύναται νὰ ἀντικρίσει καὶ νὰ γευθεῖ καὶ νὰ θερμάνει τὴν καρδιά του ἀπὸ τὸ Φῶς τὸ Ἄκτιστον τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Τὴν τρίτη Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν, «τῆς Σταυροπροσκυνήσεως», ἡ Ἐκκλησία προτίθεται τὴν προσκύνηση τοῦ Τιμίου καὶ ζωοποιοῦ Σταυροῦ. Αὐτὸ ὄχι μόνον γιὰ νὰ μᾶς προϊδεάσει γιὰ τὰ γεγονότα τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ μᾶς ἐνισχύσει στὸν πνευματικὸ ἀγῶνα, διὰ τοῦ ὑπομνηματισμοῦ τῆς, διὰ τοῦ Σταυροῦ, σωτηρίας. Καὶ ὅπως κάποτε ὁ Μωϋσὴς τὰ πικρὰ ὕδατα τῆς Μερρᾶς διὰ ξύλου ἐποίησε πόσιμα (Ἐξ. ΙΕ΄, 22-27), ἔτσι καὶ ἡ Ἐκκλησία μας διὰ τῆς προσκυνήσεως τοῦ ξύλου τοῦ Σταυροῦ γλυκαίνει τὴν «πικρία» τῆς ἐγκρατείας καὶ παραμυθεῖ τοὺς ἀγωνιζομένους.

Ἐπισημαίνεται ὅτι, ὅπως τὴν Κυριακὴ τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ ἔτσι καὶ κατὰ τὶς ἑπόμενες Κυριακὲς τῆς Ἁγίας Τεσσαρακοστῆς, ὁ Βίος καὶ τὰ κατορθώματα ἐπιφανῶν Ἅγίων, ὅπως ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος (Δ΄ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν) καὶ ἡ ὁσία Μαρία ἡ Αἰγυπτία (Ε΄ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν), προσάγονται ὡς παραδείγματα πίστεως, αὐταπαρνήσεως καὶ μετανοίας, τὰ ὁποῖα ὀφείλουμε νὰ μιμηθοῦμε, τὸ κατὰ δύναμιν.

Εἰδικότερα, τὴν Πέμπτη τῆς πέμπτης ἑβδομάδος τῶν Ἁγίων Νηστειῶν ψάλλεται ὁ Μέγας Κανών (= 250 τροπάρια), ποίημα τοῦ ἁγίου Ἀνδρέα ἀρχιεπισκόπου Κρήτης, τοῦ Ἱεροσολυμίτου. Πρόκειται γιὰ ἄκρως κατανυκτικὸ καὶ βαθύτατα θεολογικὸ Κανόνα, στὸν ὁποῖο, σὰν σὲ ὀθόνη κινηματογράφου, παρουσιάζεται ὁλόκληρη ἡ θεία Οἰκονομία. Ψάλλεται δὲ ὁ Μέγας Κανὼν τὴν συγκεκριμένη ἑβδομάδα, προκειμένου οἱ ράθυμοι ἐμεῖς νὰ ἐνδυναμωθοῦμε, ἀκόμη μιὰ φορά, στὴν μάχη κατὰ τῶν παθῶν. Τὸ δὲ Σάββατο τῆς ἴδιας ἑβδομάδος ψάλλεται ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος (5 ος αἰ.), πρὸς τιμὴν τῆς Παναγίας μας, γιὰ τὴν θαυμαστὴ σωτηρία τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀπὸ τοὺς ἐχθροὺς τοῦ Βυζαντίου (6 ος – 9 ος αἰ.), ἀλλὰ καὶ πρὸς τιμὴν τῆς ἑορτῆς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ. Ἡ τελευταία, ἐμπίπτουσα πάντοτε ἐντὸς τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, στερεῖται προεορτίων καὶ μεθεόρτων. Ψάλλεται δὲ ὁ Ὕμνος ὁλόκληρος αὐτὴν τὴν φορά, ἐφόσον ἐψάλη τμηματικῶς κατὰ τὶς παρελθοῦσες τέσσερις Παρασκευές. Ὑπενθυμίζουμε, πρὸς τούτοις, ὅτι ἡ ἀνάγνωση τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου κατὰ τὴν περίοδο τῆς Τεσσαρακοστῆς – ἀλλὰ καὶ κάθε βράδυ (στὸ Ἀπόδειπνο) – παρέχει μεγίστη ὠφέλεια. Τοῦτο διότι ἡ καθημερινὴ ἀνάγνωση τῶν Χαιρετισμῶν ἐπιφέρει στὴν ζωή μας τὴν χάρη καὶ προστασία τῆς Παναγίας, ἀπὸ ὅλους τοὺς ὁρατοὺς καὶ τοὺς ἀόρατους ἐχθρούς.

Τὸ Σάββατο αὐτὸ ὁλοκληρώνεται ὁ κύκλος τῶν ἱερῶν γεγονότων καὶ προσώπων, τὰ ὁποῖα παραδίδει πρὸς ὑπομνηματισμὸ καὶ μίμηση ἡ Ἐκκλησία κατὰ τὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Ἔχοντας, λοιπόν, προετοιμασθεῖ μὲ τὴν νηστεία ἀπὸ κάθε ἁμαρτία, μὲ τὴν μετάνοια καὶ ἐξομολόγηση καὶ τὴν θεία Μετάληψη, εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ εἰσοδεύσουμε μαζὶ μὲ τὸν Κύριο μας καὶ νὰ βιώσουμε τὰ τὰ φρικτά ἀλλὰ καὶ σωτηριώδη γεγονότα τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Ἑβδομάδος.

ΚΑΛΗ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗ

Κισάμου Αμφιλόχιος: »Η Δημοκρατία αυτοπεριορίζεται;»

«Η Δημοκρατία μας αυτοκαταστρέφεται διότι κατεχράσθη το δικαίωμα της ελευθερίας και της ισότητας, διότι έμαθε τους πολίτες να θεωρούν την αυθάδεια ως δικαίωμα, την παρανομία ως ελευθερία, την αναίδεια του λόγου ως ισότητα και την αναρχία ως ευδαιμονία». (Ισοκράτης, 436-338π.χ. )

Σκέφτομαι διαβάζοντας τους λόγους του μεγάλου αυτού αρχαίου Έλληνα και Αττικού ρήτορα, του Ισοκράτη, ενός από τους σπουδαιότερους ρητοδιδασκάλους της κλασσικής αρχαιότητας, σκέφτομαι: στη Χώρα που γέννησε την Δημοκρατία πόσο απήχηση έχει ο λόγος του;

Πόσο δηλαδή γίνεται κατανοητός ο κίνδυνος «αυτοκαταστροφής» της Δημοκρατίας, μέσα από συμπεριφορές και πρακτικές που οδηγούν στην κατάχρηση του δικαιώματος της ελευθερίας;

Γνωρίζω τον αντίλογο. «Η Δημοκρατία, ισχυρίζονται κάποιοι, δεν περιορίζεται και δεν οριοθετείται». «Είναι σαν την τέχνη», όπως μου είπε προ ολίγων ημερών διανοούμενος συνομιλητής μου σε σχετική συζήτηση.

Απάντησα με τα λόγια του, μακαριστού πλέον, Επισκόπου Ερζεγοβίνης Αθανάσιου Γιέφτιτς: «Η ελευθερία κοστίζει αλλά περιορίζεται με αγάπη και η αγάπη εάν δεν έχει ελευθερία μπορεί να γίνει τυραννία, καθώς η ελευθερία είναι ευθύνη και αυτοπεριορισμός».

Ευθύνη και αυτοπεριορισμός λοιπόν η ελευθερία για να μην εγκυμονείται ο κίνδυνος της τυραννίας. Προσλαμβάνοντας τα μηνύματα των καιρών ως και όλα όσα συμβαίνουν γύρω μας και ανάμεσα μας, (συμπεριφορές, πρακτικές, στάσεις ζωής), αλήθεια πόσοι από εμάς πιστεύουμε πως μέσα σε όλο αυτό που ζούμε υπάρχει η συνείδηση της ευθύνης και του αυτοπεριορισμού;

Η άποψη ότι «η δημοκρατία δεν εκδικείται» είναι αυτονόητο ότι μας βρίσκει όλους σύμφωνους. Όμως εδώ τίθεται ένα καίριο και βασανιστικό ερώτημα: Τι σημαίνει, τελικά, «Δημοκρατία»;

Συμφωνούμε, άραγε όλοι, με όσα ορίζει ο Ισοκράτης ως αιτίες «αυτοκαταστροφής» της δημοκρατίας; ή μήπως φτάσαμε, τελικά, να θεωρούμε ότι μέσα στην «δημοκρατία» είναι αποδεκτό ο πολίτης να θεωρεί την αυθάδεια ως δικαίωμα, την παρανομία ως ελευθερία και την αναρχία ως ευδαιμονία; Υπάρχουν ευθύνες, όρια και υποχρεώσεις ή μόνο δικαιώματα;

Το δικαίωμα του «συνέρχεσθαι» για παράδειγμα, σε μια δημοκρατία, είναι πιο ισχυρό από το δικαίωμα ή μάλλον την υποχρέωση διασφάλισης της δημόσιας υγείας; ή από το δικαίωμα στην ελεύθερη κυκλοφορία σε δημόσιο χώρο;

Πόσο… «δημοκρατικό» είναι η βεβήλωση των ηρωικών μορφών των προγόνων μας; η βεβήλωση Εκκλησιών και άλλων χώρων λατρείας, η βεβήλωση χώρων παιδείας, κλπ., και μάλιστα όταν οι αρχιτέκτονες όλων αυτών των ενεργειών δηλώνουν ότι πράττουν και ενεργούν στο όνομα της «δημοκρατίας»; Εάν δεν είναι, τότε γιατί τέτοιου είδους συμπεριφορές δεν καταδικάζονται, αλλά γίνονται ανεκτές και, άρα, αποδεκτές;

Έρχεται στην σκέψη μου η συμπεριφορά νεολαίας της γειτονικής μας Σερβίας-Μαυροβουνίου όπου, μετά την πρόσφατη θανή, μεγάλων εκεί εκκλησιαστικών μορφών του Μητροπολίτη Μαυροβουνίου Αμφιλοχίου (Ράντοβιτς) και του Επισκόπου πρ.Ερζεγοβίνης Αθανασίου (Γιέφτιτς), οι νέοι μεγάλων πόλεων ξεχύθηκαν στους δρόμους και σε δημόσιους χώρους ζωγράφισαν (με την τέχνη του γκράφιτι) τις μορφές των μεγάλων αυτών εκκλησιαστικών προσώπων.

Μοιραία συγκρίνω με συμπεριφορές μέρους της δικής μας νεολαίας που όχι μόνο δεν δημιουργεί, αλλά καταστρέφει, βεβηλώνει και ασεβεί σε ηρωικές μορφές της νεώτερης ιστορίας της Πατρίδας μας. Με τόσο μένος και πάθος που φανερώνει μίσος για τα πρόσωπα αυτά· πρόσωπα στα οποία οφείλουμε την ύπαρξη μας ως Έθνος.

Διερωτώμαι: Τελικά, αυτού του είδους την «δημοκρατία» διδάξαμε στις νεώτερες γενιές; Εάν ναι, πόσο περήφανοι μπορεί να είμαστε και ποιες οι συνέπειες; Τι δηλώνει η σιωπή μας;

Ο Δημήτρης Μυράτ, κορυφαίος ηθοποιός, μιλώντας για την γνωριμία του με την επίσης ηθοποιό Βούλα Ζουμπουλάκη, δήλωνε σε συνέντευξη του το 1986: «Ήταν μαθήτρια μου και εγώ ήμουν καθηγητής το Εθνικού Θεάτρου, πολλά χρόνια πριν. Όταν λοιπόν βγήκαμε το πρώτο μας ραντεβού στον κινηματογράφο «Παλλάς» θυμάμαι, την άλλη μέρα παραιτήθηκα από τη σχολή του Εθνικού θεάτρου για να μην δώσω την εντύπωση ότι εκμεταλλεύομαι τη θέση μου ως καθηγητής και έχω σχέση με μαθήτριες», διδάσκοντας ήθος, ελευθερία και αληθινή δημοκρατία.

Αντιπαραβάλω, πάλι μοιραία και άνευ σχολίων και κριτικής, όλα όσα βλέπουν το φως της δημοσιότητας τον τελευταίο καιρό και αφορούν την τέχνη, τον πολιτισμό, το θέατρο, κλπ.

Διερωτώμαι, για πολλοστή φόρα, τόσο τραγικά και μέσα σε μια μόλις γενιά (λιγότερο από 40 χρόνια), άλλαξαν τα αντανακλαστικά μιας ολόκληρης κοινωνίας, αμβλύνθηκε η συνείδηση της σε ό,τι αφορά το «μέτρο», τα «όρια», τον «αυτοπεριορισμό»;;

Αυτοί, τέλος, που θεωρούν την παρανομία ως ελευθερία, την αυθάδεια ως δικαίωμα και την αναρχία ως ευδαιμονία πως χαρακτηρίζονται και πως ονομάζονται;

Μητροπολίτης Κισάμου και Σελίνου Αμφιλόχιος

πηγή

Άγιοι Σαράντα Μάρτυρες που μαρτύρησαν στη Σεβάστεια – 9 Μαρτίου

Βιογραφία
Και οι σαράντα αυτοί Άγιοι ήταν στρατιώτες στο πιο επίλεκτο τάγμα του στρατού του Λικινίου. Όταν αυτός εξαπέλυσε διωγμό κατά των χριστιανών, οι Άγιοι σαράντα συλλαμβάνονται αμέσως από τον έπαρχο Αγρικόλα (στη Σεβάστεια). Στην αρχή τους επαινεί και τους υπόσχεται αμοιβές και αξιώματα, για να αρνηθούν την πίστη τους. Τότε ένας από τους σαράντα, ο Κάνδιδος, απαντά: «Ευχαριστούμε για τους επαίνους της ανδρείας μας. Άλλ’ ο Χριστός, στον όποιο πιστεύουμε, μας διδάσκει ότι στον καθένα άρχοντα πρέπει να του προσφέρουμε ό,τι του ανήκει. Και γι’ αυτό στο βασιλέα προσφέρουμε τη στρατιωτική υπακοή. Αν, όμως, ενώ ακολουθούμε το Ευαγγέλιο, δεν ζημιώνουμε το κράτος, αλλά μάλλον το ωφελούμε με την υπηρεσία μας, γιατί μας ανακρίνεις για την πίστη πού μορφώνει τέτοιους χαρακτήρες και οδηγεί σε τέτοια έργα;» Ο Αγρικόλας κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να τους επιβληθεί με ήρεμο τρόπο και διέταξε να τους βασανίσουν. Οπότε, μια παγωμένη χειμωνιάτικη νύχτα, τους ρίχνουν στα κρύα νερά μιας λίμνης. Το μαρτύριο ήταν φρικτό. Τα σώματα άρχισαν να μελανιάζουν. Αλλα αυτοί ενθάρρυναν ο ένας τον άλλο, λέγοντας: «Δριμύς ο χειμών, αλλά γλυκύς ο παράδεισος. Λίγο ας υπομείνουμε και σε μια νύχτα θα κερδίσουμε ολόκληρη την αιωνιότητα».

Ενώ προχωρούσε το μαρτύριο, ένας μόνο λιποψύχησε και βγήκε από τη λίμνη. Τον αντικατέστησε όμως ο φρουρός (Αγλάϊος), που είδε τα στεφάνια πάνω από τα κεφάλια τους. Ομολόγησε το Χριστό, μπήκε στη λίμνη και μαζί με τους 39 παίρνει και αυτός το στεφάνι του μαρτυρίου, αφού μισοπεθαμένους τους έβγαλαν το πρωί από τη λίμνη και τους συνέτριψαν τα σκέλη. Τα μαρτυρικά λείψανα ευρέθησαν από τους Χριστιανούς σε κάποιο γκρεμό, όπου είχαν συναχθεί κατά θεία οικονομία και ενταφιάσθηκαν με ευλάβεια.

Στον Ευεργετινό αναφέρεται ότι ενώ οι Άγιοι Τεσσαράκοντα Μάρτυρες βρίσκονταν στο στάδιο της αθλήσεως έχοντας παραμείνει όλη τη νύχτα μέσα στην παγωμένη λίμνη και καθώς τους έσερναν στον αιγιαλό για να τους συντρίψουν τα σκέλη, η μητέρα ενός Μάρτυρος παρέμενε εκεί πάσχουσα με αυτούς, βλέποντας το παιδί της που ήταν νεότερο στην ηλικία από όλους, μήπως και λόγω του νεαρού της ηλικίας και της αγάπης προς την ζωή, δειλιάσει και βρεθεί ανάξιο της τιμής και της τάξεως των στρατιωτών του Χριστού. Στεκόταν λοιπόν, εκεί και άπλωνε τα χέρια της προς το παιδί της λέγοντας: «Παιδί μου γλυκύτατο, υπόμεινε για λίγο και θα καταστείς τέκνο του Ουράνιου Πατέρα. Μην φοβηθείς τις βασάνους. Ιδού, παρίσταται ως βοηθός σου ο Χριστός. Τίποτε δεν θα είναι από εδώ και πέρα πικρό, τίποτα το επίπονο δεν θα απαντήσεις. Όλα εκείνα παρήλθαν, διότι όλα αυτά τα νίκησες με τη γενναιότητά σου. Χαρά μετά από αυτά, άνεση, ευφροσύνη. Όλα αυτά θα τα γεύεσαι, διότι θα είσαι κοντά στον Χριστό και θα πρεσβεύεις εις Αυτόν και για μένα που σε γέννησα».

Τα λείψανα των Αγίων βρήκε με θεία οπτασία, το έτος 438 μ.Χ., η αυτοκράτειρα Πουλχερία κρυμμένα στο ναό του Αγίου Θύρσου, πίσω από τον άμβωνα, στον τάφο της διακόνισσας Ευσέβειας σε δύο αργυρές θήκες, οι οποίες κατά την διαθήκη της Ευσέβειας, είχαν εναποτεθεί στον τάφο της στο μέρος της κεφαλής της. Στην συνέχεια η Πουλχερία οικοδόμησε ναό έξω από τα τείχη των Τρωαδησίων.

Σπουδαία από ιστορικής απόψεως θεωρείται από νεότερους ερευνητές η Διαθήκη των Αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων, η οποία αποσκοπεί στο να παρεμποδίσει τον διασκορπισμό των ιερών λειψάνων τους μεταξύ των Χριστιανών, πράγμα συνηθισμένο στην Ανατολή κατά τους χρόνους εκείνους.

Οι γονείς του Μεγάλου Βασιλείου που κατείχαν «κόνιν» και τεμάχια των ιερών λειψάνων των Αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων, ανήγειραν τον πρώτο ναό στην Ανατολή εις τιμήν των Αγίων, όπου και ετάφησαν, σε κτήμα τους στον Πόντο.

Ναός αφιερωμένος στους Αγίους Τεσσαράκοντα Μάρτυρες υπήρχε στην περιοχή Μέση της Κωνσταντινούπολης, που είχε ανεγερθεί από τον αυτοκράτορα Τιβέριο Α’ (579 – 582 μ.Χ.) και συμπληρωθεί από τον αυτοκράτορα Μαυρίκιο (582 – 602 μ.Χ.). Το ναό κατεκόσμησε ο Ανδρόνικος ο Κομνηνός (1183 – 1185 μ.Χ.). Στο ναό αυτό λειτουργούνταν κατά την ημέρα της μνήμης των Αγίων Μαρτύρων οι αυτοκράτορες. Άλλοι ναοί υπήρχαν:

α) στο παλάτι, και ο οποίος πανηγύριζε στις 27 Αυγούστου,
β) στη νήσο Πλάτη, ἢ Πλατεία,
γ) στη μονή της Χώρας,
δ) στην Έμμεσα της Συρίας.

Η Σύναξη αυτών ετελείτο στο αγιότατο Μαρτύριό τους πλησίον του Χαλκού Τετραπύλου.

Τέλος αξίζει να αναφέρουμε ότι οι Άγιοι Τεσσαράκοντα Μάρτυρες είναι προστάτες της Ι. Μ. Ξηροποτάμου στο Άγιον Όρος, το Καθολικό της οποίας τιμάται στη Μνήμη τους.

Κατά τους Παρισινούς Κώδικες 1575 και 1476 τα ονόματα τους ήταν: Κυρίων, Κάνδιδος (ή Κλαύδιος), Δόμνας, Ευτύχιος (ή Ευτυχής), Σεβηριανός, Κύριλλος, Θεόδουλος, Βιβιανός, Αγγίας, Ησύχιος, Ευνοϊκός, Μελίτων, Ηλιάδης (ή Ηλίας), Αλέξανδρος, Σακεδών (ή Σακερδών), Ουάλης, Πρίσκος, Χουδίων, Ηράκλειος, Εκδίκιος, (ή Ευδίκιος), Ιωάννης, Φιλοκτήμων, Φλάβιος, Ξάνθιος, (ή Ξανθιάς), Ουαλέριος, Νικόλαος, Αθανάσιος, Θεόφιλος, Λυσίμαχος, Γάϊος, Κλαύδιος, Σμάραγδος, Σισίνιος, Λεόντιος, Αέτιος, Ακάκιος, Δομετιανός (ή Δομέτιος), δυο Γοργόνιοι, Ιουλιανός, (ή Ελιανός ή Ηλιανός), και Αγλάϊος ο καπικλάριος. (Ορισμένοι Κώδικες αναφέρουν και επιπλέον των σαράντα ονόματα, όπως αυτά των Αγίων Αειθάλα, άλλου Γοργονίου κ.λ.π.).

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.

Θείω Πνεύματι, συγκροτηθέντες, δῆμος ὤφθητε, τροπαιοφόρος, Ἀθλοφόροι Χριστοῦ Τεσσαράκοντα, διὰ πυρὸς γὰρ καὶ ὕδατος ἔνδοξοι, δοκιμασθέντες λαμπρῶς ἐδοξάσθητε. Ἀλλ’ αἰτήσασθε, Τριάδα τὴν ὑπερούσιον, δωρήσασθαι ἠμὶν τὸ μέγα ἔλεος.

πηγή

Πνευματικές Νουθεσίες 3(77)

Έτος 12ο Φύλλο 3(77)

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΕΣ ΝΟΥΘΕΣΙΕΣ

Πόνημα Νεανικής Συντροφιάς Ι. Ν. Ευαγγελιστρίας Λιβαδειάς

« Ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δέ ἐν ἐμοί Χριστός »

(διαδικτυακή κυκλοφορία: http://www.inevagelistrias.wordpress.com)

ΤΡΙΩΔΙΟΝ – Α΄ ΜΕΡΟΣ

«Τριώδιον» καλεῖται ἐν γένει ἡ κατανυκτικὴ ἐκκλησιαστικὴ περίοδος, ἡ ὁποία ξεκινᾶ τὴν Κυριακὴ τοῦ Τελώνου καὶ Φαρισαίου καὶ τελειώνει τὸ Μεγάλο Σάββατο. Διαιρεῖται δὲ αὐτὴ σὲ τρεῖς ὑποπεριόδους. Τὰ τελούμενα κατὰ τὶς τρεῖς πρῶτες ἑβδομάδες, τὶς κατεξοχὴν ἑβδομάδες τοῦ Τριωδίου, προετοιμάζουν τοὺς ὀρθοδόξους Χριστιανούς, ὥστε αὐτοὶ νὰ ὑποδεχθοῦν, μὲ πνευματικὴ κατάσταση πρόσφορη, τὴν περίοδο τῶν Ἁγίων Νηστειῶν. Ἡ τελευταία περίοδος, περίοδος πνευματικῶν ἀγώνων καὶ κόπων, διαρκεῖ ἕξι ἑβδομάδες, κατὰ μίμηση τῆς τεσσαρακονθήμερης νηστείας τοῦ Χριστοῦ στὴν ἔρημο (Λουκ. δ΄, 1-2). Μετὰ τὸ πέρας τῶν Ἁγίων Νηστειῶν ἀκολουθεῖ ἡ πάντιμος καὶ Μεγάλη Ἑβδομάδα, ὁπότε ἐπὶ ἕξι ἡμέρες παρακολουθοῦμε καὶ συμμετέχουμε στὰ ἅγια Πάθη τοῦ Κυρίου μας, Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Εἰδικότερα, ἡ ὀνομασία «Τριώδιο» προέρχεται ἀπὸ τὸ ὁμώνυμο λειτουργικὸ βιβλίο, στὸ ὁποῖο περιλαμβάνονται οἱ Ἀκολουθίες τῆς περιόδου, ἔργο πολλῶν καὶ μεγάλων ποιητῶν-ὑμνογράφων τῆς ἁγίας μας Ἐκκλησίας. Τοῦτο διότι οἱ Ἀκολουθίες τοῦ Ὄρθρου (πλὴν τοῦ Σαββάτου καὶ τῆς Κυριακῆς), ἀπὸ τὴν Δευτέρα μετὰ τὴν Κυριακὴ τῆς Ἀπόκρεω καὶ μέχρι τὴν Μεγάλη Πέμπτη, περιέχουν Κανόνες, οἱ ὁποῖοι δομοῦνται ἐπὶ τῇ βάσει τριῶν Ὠδῶν, καὶ ὄχι ἐννέα (= ὀκτὼ), ὡς εἶναι σύνηθες γιὰ τὶς ἄλλες ἐκκλησιαστικὲς περιόδους.

Ἡ Κυριακὴ τοῦ Τελώνου καὶ Φαρισαίου, ὡς ἀπαρχὴ τοῦ ἱεροῦ Τριωδίου, ἑστιάζει εὐλόγως στὴν ἀναγκαιότητα τῆς Μετανοίας, προϋπόθεση τῆς ὁποίας εἶναι ἡ ταπείνωση καὶ ἡ αὐτομεμψία. Δύο πρόσωπα, ὁ ἁμαρτωλὸς Τελώνης καὶ ὁ «δίκαιος» Φαρισαῖος, πρωταγωνιστοῦν ὡς τυπικοὶ ἐκφραστὲς δύο ἀσύμβατων καταστάσεων, τῆς φθοροποιοῦ ὑπερηφάνειας καὶ τῆς θεοποιοῦ ταπεινώσεως. Ὁ Θεὸς ἀποδέχεται τὴν δέηση τοῦ ἁμαρτωλοῦ Τελώνη, καθόσον αὐτὴ συνοδεύεται ἀπὸ ἀληθινὴ ταπείνωση καὶ συντριβὴ καρδίας, ἀπορρίπτει ὅμως τὴν προσευχὴ τοῦ δεύτερου, ἀφοῦ τὴν ἀρετή του συνοδεύει ἡ κενοδοξία. Ἡ ταπείνωση ὅμως ἀποτελεῖ τὴν βασικὴ προϋπόθεση γιὰ τὴν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων, ἀφοῦ αὐτὴ ὁδηγεῖ στὴν ἀληθινὴ καὶ ὑψοποιὸ μετάνοια, χωρὶς τὴν ὁποία οὐδεὶς δύναται νὰ σωθεῖ.

Παρομοίως τὴν δεύτερη Κυριακὴ τοῦ Τριωδίου, τοῦ Ἀσώτου Υἱοῦ, ὅπως εἶναι γνωστή, ἡ Ἐκκλησία διδάσκει ἐπίσης τὴν ἀξία καὶ τὸν τρόπο τῆς μετανοίας, κυρίως ὅμως τὸ ἀκατάληπτο τῆς θείας εὐσπλαχνίας, τὸ ἄρρητο τῆς θείας φιλανθρωπίας, καὶ τὸ ἀβυσσῶδες τῆς μακροθυμίας τοῦ Κυρίου. Σὺν τούτοις, ἡ ἐν λόγῳ Παραβολὴ (Λουκ. ιε’, 11-32) ἀποτελεῖ σύνοψη τῆς θείας Οἰκονομίας, σύνοψη τῶν ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Σύμφωνα μὲ τὸ θεόπνευστο αὐτὸ κείμενο, ἀνεξάντλητο σὲ βαθιὰ νοήματα, ὁ ἄνθρωπος ἀπομακρύνεται μὲ τὴν θέλησή του, καὶ ἄνευ ἀποχρῶντος λόγου, ἀπὸ τὸν πλάστη καὶ Κύριό του. Ἐν συνεχείᾳ, παραδίδεται στὰ πάθη καὶ στὴν δουλεία τῶν σαρκικῶν ἐπιθυμιῶν, στερούμενος τὰ θεϊκά του χαρίσματα. Ὑπὸ τὴν ἐξουσία καὶ ὑπηρεσία τοῦ διαβόλου (αὐτὸς εἶναι ὁ πολίτης τῆς χώρας ἐκείνης, στὸν ὁποῖο ὑποτάχθηκε ὁ Ἄσωτος) ὁδηγεῖται στὸν πνευματικὸ καὶ σωματικὸ θάνατο. Παρὰ ταῦτα ὁ Θεός-Πατέρας ἀναμένει καὶ ἐπιδιώκει τὴν ἐπιστροφὴ τοῦ ἁμαρτωλοῦ ἀνθρώπου∙ καὶ ὅταν αὐτὸ συμβαίνει, ὄχι μόνον ἀποκαθιστᾶ τὸ πλάσμα του στὸ ἀρχαῖο του κάλλος, ἀλλὰ καὶ τὸ ἀναβιβάζει σὲ ὕψη χάριτος καὶ δόξης, ζηλευτὰ ἀπὸ τοὺς Ἀγγέλους.

Τὸ Σάββατο πρὸ τῆς Κυριακῆς τῆς Ἀπόκρεω, εἶναι γνωστὸ ὡς Ψυχοσάββατο ἣ Σάββατο τῶν Ψυχῶν. Εἶναι τὸ πρῶτο ἐκ τῶν δύο Ψυχοσαββάτων (τὸ δεύτερο τελεῖται τὸ Σάββατο πρὸ τῆς Πεντηκοστῆς), τὰ ὁποῖα καθιέρωσε ἡ Ἐκκλησία μας ὡς ἡμέρα μνήμης τῶν ἀπ’ αἰῶνος κεκοιμημένων, καὶ μάλιστα ἐκείνων ποὺ δὲν ἀξιώθηκαν τῶν τεταγμένων μνημοσύνων. Τὰ ἐν αὐτῷ τελούμενα ἔχουν ἰδιαίτερη σημασία, καθόσον προηγοῦνται τῆς Κυριακῆς τῆς Ἀπόκρεω, ἡμέρα ἡ ὁποία ἀναφέρεται στὴν Δευτέρα Παρουσία. Δεόμεθα δὲ στὸν Θεὸ καὶ Κύριό μας νὰ ἀναπαύσει τὶς ψυχὲς τῶν κεκοιμημένων ἀδελφῶν μας καὶ νὰ ἀξιώσει αὐτοὺς τῆς οὐρανίου βασιλείας Του. Ἐπιπλέον, ἡ ἡμέρα διεγείρει πνευματικῶς τοὺς εὐσεβεῖς, καθόσον ἡ μελέτη τοῦ θανάτου ἀποτελεῖ ἐφαλτήριο γιὰ τὴν σωτηρία.

Σημειωτέον ὅτι ἡ ἀνάμνηση τῆς ἀδεκάστου Κρίσεως κατὰ τὴν Κυριακὴ τῆς Ἀπόκρεω τίθεται, προκειμένου νὰ μᾶς ὑπενθυμίσει ὅτι ἡ φιλανθρωπία καὶ ἡ μακροθυμία τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία ἐκφράσθηκε στὶς προηγούμενες ἡμέρες, συναρτᾶται μὲ τὴν ἰδιότητά Του ὡς Κριτοῦ δικαίου, ζώντων καὶ νεκρῶν. Ὀνομάζεται δὲ ἡ Κυριακὴ αὐτὴ «Ἀπόκρεω», ἐπειδὴ ἀπὸ τὴν ἡμέρα αὐτὴ καὶ μετὰ οἱ ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ γευθοῦν κρέας, ἐνῶ ἐπιτρέπεται ἡ βρώση ὅλων τῶν ἄλλων τροφῶν ἀνεξαιρέτως. Πρέπει δὲ νὰ γνωρίζουμε ὅτι ἡ διάταξη αὐτὴ δὲν εἶναι μόνον προδρομικὴ τῆς τεσσαρακονθήμερης Νηστείας∙ παραπέμπει στὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν Ἀδὰμ καὶ τὴν Εὔα, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία αὐτοὶ μποροῦσαν νὰ φᾶνε ἀπὸ ὅλα τὰ φυτὰ τοῦ Παραδείσου, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν καρπὸ τοῦ «Ξύλου τοῦ γινώσκειν καλόν καὶ Πονηρόν» (Γέν. Γ΄, 17). Ἐπειδὴ δὲ οἱ Πρωτόπλαστοι δὲν σεβάσθηκαν τὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ, ἐκδιώχθηκαν ἀπὸ τὸν Παράδεισο καὶ ἀπὸ τὴν ἀγκάλη Του. Ἔτσι καὶ ἐμεῖς σήμερα δὲν ἐπιτρέπεται νὰ κρεοφαγοῦμε τὴν ἑβδομάδα αὐτή, ὥστε νὰ μὴν λάβουμε τὰ ἐπίχειρα ἁμαρτίας, ἀνάλογης πρὸς τὴν προπατορική.

Τὸ Σάββατο πρὸ τῆς Κυριακῆς τῆς Τυρινῆς, ἔχοντας παιδαγωγηθεῖ ἀπὸ τὴν μνήμη τῆς τελικῆς Κρίσεως, οἱ ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας θεώρησαν χρήσιμο νὰ μᾶς παιδαγωγήσουν καὶ μὲ ἕνα ἀκόμη μέσο: διὰ τῆς μνείας τοῦ βίου, τῶν πόνων καὶ τῶν καμάτων τῶν Ὁσίων πατέρων καὶ μητέρων. Τοῦτο δὲ ὄχι μόνον γιὰ νὰ διδαχθοῦμε ἀπὸ τὸ παράδειγμά τους, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ ἐνισχυθοῦμε στὸν ἀγῶνα τῆς ἀρετῆς∙ πῶς; Μὲ τὸ νὰ ἀναλογισθοῦμε ὅτι οἱ Ὅσιοι πατέρες μας, ἀπὸ τὸν Μέγα Ἀντώνιο μέχρι τὸν ὅσιο Παΐσιο τὸν Ἁγιορείτη, εἶχαν (καὶ ἔχουν) τὴν ἴδια μὲ μᾶς φύση∙ εἶχαν καὶ αὐτοὶ σῶμα ἀνθρώπινο, εἶχαν καὶ αὐτοὶ ἐπιθυμίες καὶ ἀδυναμίες ὡς ἄνθρωποι. Ἐντούτοις, καὶ σὲ ἀντίθεση μὲ μᾶς σήμερα, δὲν φείσθηκαν οὔτε τὸ σῶμα οὔτε τὶς ἐπιθυμίες του. Κακουχούμενοι σὲ ὀπὲς τῆς γῆς, σὲ σπήλαια καὶ καλύβες, δίχως καμμιὰ σωματικὴ ἀνάπαυση, δίχως παρηγορία, μαχόμενοι καθημερινὰ μὲ τὸν πειρασμό, εὐαρέστησαν τὸν Κύριό τους, καὶ ἔλαβαν τὸ ἀτίμητο στεφάνι τῆς νίκης ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν ἀγωνοθέτη Χριστό.

Ἡ Κυριακὴ πρὸ τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, καλεῖται τῆς Τυρινῆς ἣ τῆς Τυροφάγου. Τὴν ἀποφράδα αὐτὴ ἡμέρα ἡ Ἐκκλησία μνεία ποιεῖται τῆς ἐξορίας τῶν Πρωτόπλαστων ἀπὸ τὸν Παράδεισο. Ἀπὸ τὴν ἑπομένη ἡμέρα (Καθαρὰ Δευτέρα) ξεκινᾶ ὁ ἀδιάλειπτος καὶ κοπιώδης ἀγώνας τοῦ ἀνθρώπου, ἡμῶν τῶν ἁμαρτωλῶν, γιὰ τὴν ἐπιστροφή μας στὸν οἶκο τοῦ Θεοῦ, ἀπὸ ὅπου καὶ ἐξεβλήθημεν λόγῳ τῆς ἀνυπακοῆς μας, λόγῳ τῆς ἀθετήσεως τοῦ Αἵματος τῆς Διαθήκης καὶ λόγῳ τῆς καταφρονήσεως τῶν ἱερῶν συνθηκῶν, τὶς ὁποῖες βεβαιώσαμε ἐνώπιον τῶν ἀγγέλων, κατὰ τὸ Βάπτισμά μας. Ἡ Κυριακή, λοιπόν, τῆς Τυροφάγου συνιστᾶ τὴν ἀπαρχὴ τῆς ἱστορίας τοῦ Ἀνθρώπου καὶ τῆς σωτηρίας του, ἡ δὲ Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ ἀνακεφαλαίωση ὅλης τῆς θείας Οἰκονομίας καὶ τοῦ σωτηριώδους ἔργου τοῦ Θεοῦ.

Γιὰ τὸν λόγο αὐτό, εἶναι παράδοξο, ὅτι αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν Κυριακή, ἡμέρα θρήνων καὶ ὀδυρμῶν γιὰ τοὺς ἀληθινοὺς Χριστιανούς, κορυφώνονται οἱ καρναβαλικὲς ἐκδηλώσεις, οἱ ὁποῖες, ὡς γνωστόν, συνοδεύονται ἀπὸ ἀκολασίες, γέλωτες, χοροὺς καὶ συμπόσια. Διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ μιαίνουμε καὶ βεβηλώνουμε τὴν ἀπαρχὴ τῆς Ἁγίας Τεσσαρακοστῆς, ἐνῶ θὰ ἔπρεπε τὴν ἡμέρα αὐτὴ νὰ μείνουμε κλεισμένοι στὸ ταμεῖο τῆς καρδιᾶς μας, δεόμενοι πρὸς τὸν γλυκύτατο Ἰησοῦ, προκειμένου Αὐτὸς νὰ μᾶς ἐνδυναμώσει γιὰ τὸ πεδίο τῶν πνευματικῶν ἀγώνων, ποὺ ἀνοίγεται μπροστά μας.

Κωνσταντίνος Βαφειάδης, καθηγηγητής Ανωτάτης Εκκλησιαστικής Ακαδημίας Αθηνών

ΚΑΛΟ ΤΡΙΩΔΙΟ, ΚΑΛΟ ΑΓΩΝΑ, ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ

Η Κυριακή του Ασώτου (Ευαγγέλιο: Λουκ. ιε΄ 11-32)

Η απερινόητη αγάπη του Θεού για τον άνθρωπο φαίνεται από την μεγάλη Του υπομονή, τη μεγάλη συγχωρητικότητά Του και τη μεγάλη χαρά Του. Τέτοια αγάπη στη γη μπορεί να συγκριθεί μόνο με τη μητρική. Ποιος έχει μεγαλύτερη υπομονή προς κάθε πλάσμα στη γη, απ’ όση έχει μια μητέρα για το παιδί της; Ποιος έχει μεγαλύτερη συγχωρητικότητα από τη μητέρα; Ποιος κλαίει από χαρά όταν βλέπει τον μετανιωμένο αμαρτωλό, όσο μια μητέρα που βλέπει τη βελτίωση του παιδιού της;

Από τότε που δημιουργήθηκε ο κόσμος, η μητρική αγάπη ξεπεράστηκε μόνο από τον Κύριο Ιησού Χριστό, με την αγάπη Του για τους ανθρώπους. Η υπομονή Του τον οδήγησε στα φοβερά πάθη Του στο σταυρό. Η συγχωρητικότητά Του πήγαζε από την καρδιά και τα χείλη Του, ακόμα κι όταν βρισκόταν στο σταυρό. Η χαρά Του γι’ αυτούς που μετανοούσαν, απάλυνε τους πόνους της στοργικής ψυχής Του. Μόνο η θεία αγάπη ξεπερνάει τη μητρική. Μόνο ο Θεός μας αγαπά περισσότερο από την ίδια τη μάνα μας. Μόνο Εκείνος μας συγχωρεί πιο εύκολα από εκείνη. Μόνο ο Θεός χαίρεται περισσότερο από τη μητέρα μας όταν εμείς βελτιωνόμαστε.

Αυτός που δεν έχει υπομονή μαζί μας όταν αμαρτάνουμε, δεν μας αγαπά. Ούτε μας αγαπά αυτός που δεν μας συγχωρεί όταν μετανοούμε για τις αμαρτίες μας. Και λιγότερο απ’ όλους μας αγαπά εκείνος που δεν χαίρεται όταν βελτιωνόμαστε.

Η υπομονή, η συγχωρητικότητα κι η χαρά είναι τα τρία μέγιστα χαρακτηριστικά της θείας αγάπης. Είναι χαρακτηριστικά της ολοκληρωτικής, της πραγματικής αγάπης – αν υπάρχει πραγματική αγάπη έξω από τη θεϊκή. Χωρίς τα τρία αυτά χαρακτηριστικά, η αγάπη δεν είναι αγάπη. Αν δώσεις το όνομα «αγάπη» σε οτιδήποτε άλλο, είναι σα να ’δινες το όνομα «πρόβατο» σε μια κατσίκα ή σ’ ένα γουρούνι.

Στην παραβολή του Ασώτου Υιού, ο Κύριος Ιησούς μας παρουσιάζει την εικόνα της πραγματικής, της θεϊκής αγάπης. Η εικόνα αυτή είναι ιστορημένη με τόσο ζωηρά και καθαρά χρώματα, ώστε μπροστά στα μάτια μας μοιάζει ζωντανή, όπως φαίνεται ο κόσμος μας μετά το σκοτάδι, όταν ανατέλλει ο ήλιος. Δυο χιλιάδες χρόνια τώρα τα χρώματα της εικόνας αυτής δεν ξεθώριασαν, ούτε και πρόκειται να ξεθωριάσουν όσο υπάρχουν άνθρωποι στη γη κι ο Θεός εξακολουθεί να τους αγαπά. Το αντίθετο μάλιστα. Όσο πιο αμαρτωλοί γίνονται οι άνθρωποι, τόσο πιο ζωντανή μοιάζει η εικόνα, τόσο πιο φρέσκια.

Η Κυριακή του Ασώτου

***

«Ἄνθρωπός τις εἶχε δύο υἱούς. Καὶ εἶπεν ὁ νεώτερος αὐτῶν τῷ πατρί· πάτερ, δός μοι τὸ ἐπιβάλλον μέρος τῆς οὐσίας» (Λουκ. ιε΄ 11-12). Ένας άνθρωπος είχε δυο γιούς. Και είπε ο νεότερος απ’ αυτούς στον πατέρα του: πατέρα, δος μου το μερίδιο της περιουσίας που μου ανήκει. Κι ο πατέρας τους μοίρασε την περιουσία.

Πόσο απλό μα και πόσο δραματικό είναι το ξεκίνημα της παραβολής αυτής! Πόσο βάθος κρύβεται κάτω από την απλότητα αυτή! Πίσω από τις λέξεις ἄνθρωπός τις, κρύβεται ο Θεός. Κάτω από τις λέξεις δύο υἱούς, υπάρχουν ο δίκαιος άνθρωπος κι ο αμαρτωλός, ή μάλλον, όλοι οι δίκαιοι άνθρωποι κι όλοι οι αμαρτωλοί. Ο δίκαιος άνθρωπος είναι μεγαλύτερος από τον αμαρτωλό. Ο Θεός στην αρχή δημιούργησε τον άνθρωπο δίκαιο. Αργότερα έγινε αμαρτωλός. Ο αμαρτωλός ζητάει το μερίδιό του, τόσο από το Θεό όσο κι από τον δίκαιο αδερφό του.

Με τους δυο γιούς πρέπει επίσης να κατανοήσουμε τη διπλή φύση που έχει κάθε άνθρωπος: τη μια που διψάει για το Θεό και την άλλη που ρέπει προς την αμαρτία. Η μια φύση πιέζει τον άνθρωπο να ζει σύμφωνα με τις εντολές του Θεού, σύμφωνα με το νόμο του νου, που λέει ο απόστολος Παύλος· η άλλη τον σπρώχνει να ζει σύμφωνα με το νόμο της σάρκας (βλ. Ρωμ. ζ΄ 22-23). Έχουμε τον πνευματικό άνθρωπο και τον σαρκικό, δυο ανθρώπους να συνυπάρχουν στον ένα. Ο πνευματικός άνθρωπος δεν μπορεί να φανταστεί πως θα ζήσει μακριά από τον Θεό. Ο σαρκικός νομίζει πως η ζωή του αρχίζει μόνο όταν απομακρύνεται από τον Θεό. Ο πνευματικός άνθρωπος είναι πρεσβύτερος, ο σαρκικός νεότερος. Από την ίδια τη δημιουργία του ο πνευματικός άνθρωπος είναι πρεσβύτερος, αφού μαθαίνουμε πως ο Θεός είπε στην αρχή: «Ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ᾿ εἰκόνα ἡμετέραν» (Γέν. α΄ 26).

Εικόνα του Θεού είναι η πνευματική φύση του ανθρώπου, όχι η σαρκική. Εξάλλου ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο από τον πηλό (Γέν. β΄ 7), στον οποίο «ἐνεφύσησεν» την εικόνα που είχε ήδη διαμορφωθεί, δηλαδή τον πνευματικό άνθρωπο. Βέβαια το ανθρώπινο σώμα, όπως το δημιούργησε ο Θεός, αν και ήταν πηλός δεν ήταν αμαρτωλό, έστω κι αν αυτό οδήγησε τον άνθρωπο στην αμαρτία. Επίσης η Εύα ήταν νεότερη από τον Αδάμ. Δημιουργήθηκε από το σώμα του Αδάμ, αλλά παραβίασε την εντολή του Θεού κι έπεσε στον πειρασμό λόγω των επιθυμιών της σάρκας της. Με την πτώση της χωρίστηκε από το Θεό και οδηγήθηκε «εἰς χώραν μακράν», στο βασίλειο του Σατανά.

Δός μοι τὸ ἐπιβάλλον μέρος τῆς οὐσίας. Έτσι μιλάει στο Θεό ο αμαρτωλός. Γιατί έτσι είναι. Τι ανήκει στον άνθρωπο, που δεν είναι του Θεού; Ο πηλός, μόνο ο πηλός, τίποτ’ άλλο. Είναι αλήθεια πως τον πηλό τον δημιούργησε ο Θεός. Ο πηλός όμως δεν είναι μέρος της ύπαρξής Του. Έτσι μόνο ο άνθρωπος μπορεί να ισχυριστεί πως ο πηλός του ανήκει. Όλα τ’ άλλα είναι του Θεού. Όλα τ’ άλλα ανήκουν στο Θεό. Όσο ο άνθρωπος δεν είναι χωρισμένος από το Θεό, όλα όσα ανήκουν στο Θεό, ανήκουν και στον ίδιο. Όπως ο Θεός λέει: «τέκνον… πάντα τὰ ἐμά, σά ἐστιν» (Λουκ. ιε΄ 31), έτσι κι ο άνθρωπος θα μπορούσε να πει σ’ αυτήν την περίπτωση: «πάντα ὅσα ἔχει ὁ πατὴρ ἐμά ἐστι» (Ιωάν. ιστ΄ 15).

Όταν ο άνθρωπος αποφασίσει να χωριστεί από τον Θεό· κι όταν ζητήσει να λάβει το μερίδιό του από τ’ αμέτρητα αγαθά του Θεού, ο Θεός μπορεί να μην του δώσει τίποτα, χωρίς να χάσει τη δικαιοσύνη Του. Γιατί χωρίς το Θεό ο άνθρωπος είναι ένα τίποτα. Κι όλα όσα κατέχει, είναι τίποτα. Όταν ο Θεός του δίνει πηλό, δηλαδή μόνο σώμα χωρίς πνεύμα, χωρίς ψυχή, χωρίς πνευματικές δωρεές, πάλι του έχει δώσει περισσότερα απ’ όσα του ανήκουν. Και του τα ’δωσε αυτά όχι ως πράξη δικαιοσύνης, αλλά ελέους. Καθώς όμως το έλεος του Θεού είναι απροσμέτρητα ανώτερο από το έλεος που έχει μια μητέρα προς το παιδί της, ο Θεός δίνει στο αμαρτωλό παιδί Του κάτι περισσότερο από πηλό. Μαζί με το σώμα δηλαδή του δίνει και ψυχή, όπως και στα ζώα, του αφήνει και κάποια πνευματικά χαρίσματα όπως επίγνωση, συνείδηση, επιθυμία του καλού. Κι αυτά δεν είναι παρά μόνο ένας μικρός σπινθήρας, αρκετός να τον διαφυλάξει για να μην πέσει χαμηλά και φτάσει στο επίπεδο των ζώων, για να μη γίνει ένα ζώο ανάμεσα στα άλλα.

«Καὶ διεῖλεν αὐτοῖς τὸν βίον». Ο πρεσβύτερος γιος κάθισε μαζί με τον πατέρα του κι απολάμβανε όλα τα αγαθά του. Ο νεότερος γιός όμως «μετ᾿ οὐ πολλὰς ἡμέρας συναγαγὼν ἅπαντα… ἀπεδήμησεν εἰς χώραν μακράν, καὶ ἐκεῖ διεσκόρπισε τὴν οὐσίαν αὐτοῦ ζῶν ἀσώτως» (Λουκ. ιε΄ 13). Μετά από λίγες μέρες μάζεψε όλα όσα του έδωσε ο πατέρας του και πήγε σε μια μακρινή χώρα. Εκεί έζησε με ασωτεία και σπατάλησε όλη την περιουσία του.

Αυτό το μετ᾿ οὐ πολλὰς ἡμέρας, δε θυμίζει τη σύντομη παραμονή του Αδάμ στον παράδεισο; Όταν αμάρτησε ο Αδάμ, ζήτησε κι έλαβε από το Θεό το μερίδιό του. Τότε είδε τη γύμνωσή του. Είδε δηλαδή πως χωρίς το Θεό δεν είναι τίποτα. Κι ο Θεός με το έλεός Του δεν τον έδιvξε γυμνό, αλλά του έδωσε ρούχα. «Καὶ ἐποίησε Κύριος ὁ Θεὸς τῷ ᾿Αδὰμ καὶ τῇ γυναικὶ αὐτοῦ χιτῶνας δερματίνους καὶ ἐνέδυσεν αὐτούς» (Γέν. γ΄ 21). «Γῆ εἶ καὶ εἰς γῆν ἀπελεύσῃ» (Γέν. γ΄ 19), είπε στον Αδάμ. Αυτό σημαίνει: Στην καλύτερη περίπτωση μόνο ο πηλός είναι δικός σου. Όλα τ’ άλλα είναι δικά μου. Ζήτησες αυτό που σου ανήκει κι Εγώ σου το έδωσα. Για σένα όμως, για να μπορέσεις να ζήσεις έστω και στη σκιά αυτού που ήσουν πριν, σου δίνω και κάτι παραπάνω. Σου δίνω ένα σπινθήρα της θεϊκής μου δύναμης και αξίας.

Αυτό που έπαθε ο Αδάμ επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά σε εκατομμύρια απογόνους του. Όλοι εκείνοι που με την αμαρτία τους χωρίστηκαν από το Θεό, λαβαίνουν το μερίδιό τους κι αποδημούν εἰς χώραν μακράν. Ο Θεός δε θα πιέσει κανέναν να μείνει μαζί Του. Ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο ελεύθερο και δε θέλει με τίποτα να περιορίσει την ελευθερία του, γιατί αυτό θα ’ταν αντίθετο στη θεϊκή Του φύση.

Τι κάνει τώρα ο ανόητος αμαρτωλός άνθρωπος όταν απομακρύνεται από το Θεό, όταν χωρίζεται απ’ Αυτόν; Αποδημεί σε χώρα μακρινή και σπαταλάει την περιουσία του ζώντας με ασωτείες. Αυτά δεν τα έχει κάνει ένας μόνο αμαρτωλός. Δεν τα έκανε μόνο ο νεότερος γιος της παραβολής. Αυτά τα κάνουν όλοι οι άνθρωποι όταν χωρίζονται από τον Θεό, αφού «ἐξέλιπαν ἐν ματαιότητι αἱ ἡμέραι αὐτῶν» (Ψαλμ. οζ΄ 33).

Τι σημαίνει ζῶν ἀσώτως; Πως τις μέρες του τις δαπάνησε άσκοπα, μέσα στην αμαρτία, με μεθύσια, διαπληκτισμούς, οργή, σπατάλες και κυρίως με ανηθικότητα. Με αμαρτίες που σπαταλούν τις ζωτικές λειτουργίες γρήγορα και ολοκληρωτικά, ενώ ο θεϊκός σπινθήρας εξαφανίζεται. Όταν ο άνθρωπος δεν έχει αγάπη, παραδίνεται στα πάθη. Όταν ο άνθρωπος εγκαταλείπει τον δρόμο του Θεού, κυκλώνεται από πλήθος παθών και περιφέρεται από δω κι από κει. Ο άνθρωπος αυτός είναι σαν να παίρνει το τσεκούρι και να κόβει τις ίδιες τις ρίζες της ζωής του. Κόβει κάθε μέρα κι από μια ρίζα, ωσότου το δέντρο αρχίσει να μαραίνεται.

Ο Άσωτος Υιός έζησε άσκοπά και σπατάλησε όλη την περιουσία που του έδωσε ο πατέρας του. «Δαπανήσαντοςν δὲ αὐτοῦ πάντα ἐγένετο λιμὸς ἰσχυρὸς κατὰ τὴν χώραν ἐκείνην, καὶ αὐτὸς ἤρξατο ὑστερεῖσθαι». Κι αφού τα ξόδεψε όλα, στη μακρινή αυτή χώρα έπεσε πείνα μεγάλη κι άρχισε κι ο ίδιος να πεινά. Στη μακρινή αυτή χώρα, μακριά πολύ από το Θεό, υπάρχει πάντα πείνα, γιατί η γη δεν μπορεί να χορτάσει τον πεινασμένο άνθρωπο. Η τροφή της το μόνο που κάνει, είναι να αυξάνει την πείνα του. Η γη μόνο τα άλογα ζώα μπορεί να χορτάσει. Σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να χορτάσει τον άνθρωπο. Στη μακρινή χώρα πάντα υπάρχει πείνα. Ο αμαρτωλός που ξεχνά τελείως το Θεό και δαπανά όλες τις ζωτικές δυνάμεις του, που ο Θεός του έδωσε με το μερίδιό του, πέφτει σε μεγάλη πείνα. Μια πείνα που δεν μπορεί να την κορέσει ούτε για μια στιγμή η γη ολόκληρη, με όλα τα αγαθά της.

Το ίδιο γίνεται μέχρι σήμερα με κάθε αμαρτωλό που παραδίδεται ολοκληρωτικά στη γη, στο σώμα και τις σωματικές απολαύσεις. Η τραγωδία για τον αμαρτωλό αρχίζει όταν όλ’ αυτά γίνονται αποκρουστικά, μοιάζουν με βρώμα και δυσωδία. Τότε αρχίζει να παραπονιέται για τον κόσμο ολόκληρο, να καταριέται την ίδια του τη ζωή. Με στεγνό το σώμα αλλά και την ψυχή του, νιώθει σα να ’χει μέσα του ένα κενό, σα να ’ναι ένα καλάμι ξερό, απ’ όπου περνάει παγερός αέρας. Όλα του φαίνονται μαύρα. Όλα είναι άσχημα, αηδιαστικά. Σ’ αυτή την κατάσταση που βρίσκεται τα ’χει χαμένα, δεν ξέρει τι να κάνει. Δεν πιστεύει στη ζωή του. Πώς τότε μπορεί να πιστέψει στην άλλη; Εκείνη την έχει ξεχάσει εντελώς, τούτην εδώ άρχισε να την μισεί. Τι κάνουμε τώρα; Πού πάμε; Το σύμπαν ολόκληρο τον πιέζει και πουθενά δε βλέπει πόρτα με ένδειξη «έξοδος».

Ο τάφος δεν είναι διέξοδος, είναι είσοδος. Κι όταν ο άνθρωπος βρίσκεται σε τέτοια απελπισμένη κατάσταση, του παρουσιάζεται ο σατανάς, που όλον αυτόν τον καιρό ήταν κοντά του και τον οδηγούσε από αμαρτία σε αμαρτία, αν και κρυφά, αόρατα. Τώρα όμως του παρουσιάζεται, τον παίρνει στην υπηρεσία του και τον στέλνει στον αγρό του για να ποιμάνει τους χοίρους. Όπως λέει κι η παραβολή, «πορευθεὶς ἐκολλήθη ἑνὶ τῶν πολιτῶν τῆς χώρας ἐκείνης, καὶ ἔπεμψεν αὐτὸν εἰς τοὺς ἀγροὺς αὐτοῦ βόσκειν χοίρους» (Λουκ. ιε΄ 15).

Αυτό παθαίνει κάθε ανυπάκουος γιος που έφυγε μακριά από τον πατέρα του. Τον αποχαιρέτησε γεμάτος υπερηφάνεια και μεγάλα σχέδια για τη ζωή του, για την ευτυχία του, αλλά κατάντησε δούλος κάποιου που ήταν χειρότερος από τον ίδιο, έγινε ποιμένας σε ξένους χοίρους.

Είναι φανερό ότι με τον ένα των πολιτών της χώρας εκείνης, εννοεί τον πονηρό. Εδώ βέβαια αναφέρεται άνθρωπος, όπως κι ο πατέρας ονομάζεται άνθρωπος, ιστορείται όμως μ’ έναν τρόπο εντελώς αντίθετο από τον «πατέρα-άνθρωπο» από τον οποίο έφυγε ο ανόητος γιος. Αυτός εδώ δεν είναι άνθρωπος της ουράνια βασιλείας, ούτε καν της επίγειας, αλλά κάποιας τρίτης, της βασιλείας του σκότους και της φρίκης, της παρακμής και της γέεννας, της βασιλείας των δαιμόνων. Με τον πρώτο, τον «πατέρα-άνθρωπο», ο αμαρτωλός ονομάζεται γιος, με τον άλλο, τον «πονηρό-άνθρωπο», ονομάζεται δούλος. Όταν ήταν κοντά στον «πατέρα-άνθρωπο» ήταν ευλογημένος, είχε όλα τα αγαθά και μάλιστα με αφθονία. Με τον άλλον, τον «πονηρό-άνθρωπο», πεινάει. Πεινούσε τόσο πολύ, ώστε ήθελε να φάει τα ξυλοκέρατα που έτρωγαν οι χοίροι, μα κανένας δεν του έδινε ούτε καν απ’ αυτά.

Οι χοίροι εδώ έχουν μια βαθύτερη σημασία. Μ’ αυτούς πρέπει να υπονοήσουμε τα πονηρά πνεύματα, τους κατοίκους της βασιλείας των δαιμόνων. Τα πονηρά πνεύματα είναι φορείς κάθε ακαθαρσίας. Και οι χοίροι είναι τα ορατά σύμβολα της βρωμιάς. Όταν ο Κύριος «ἐξέβαλε» τα πονηρά πνεύματα από τον δαιμονισμένο στα Γάδαρα, τα έστειλε στους χοίρους (βλ. Λουκ. η΄ 32-33). Όπως οι χοίροι είναι κολλημένοι στη γη, έτσι και τα πονηρά πνεύματα ριζώνουν μέσα στον άνθρωπο, ωσότου βρουν μέσα του κάποια ακαθαρσία για να τραφούν. Με τα ξυλοκέρατα πρέπει να υπονοήσουμε κάθε ακαθαρσία του μέσα ανθρώπου, δηλαδή πονηρές σκέψεις, ιδιοτελείς, αμαρτίες, ακάθαρτες και λάγνες επιθυμίες κι άλλα πάθη. Τα πονηρά πνεύματα τρέφονται και ικανοποιούνται με όλα όσα απομυζούν την ψυχή και την μαραίνουν. Όλα όσα γίνονται στο σκότος της ψυχής του ανθρώπου, εκεί που δε φτάνει ο θείος φωτισμός, όπως οι καρποί που αναπτύσσονται μέσα στο έδαφος, είναι η ακάθαρτη τροφή για τα πονηρά πνεύματα.

Τα πονηρά πνεύματα όμως δε δίνουν την τροφή αυτή στον άνθρωπο από τη στιγμή που μπήκε στην υπηρεσία τους. Τον τρέφουν ως τη στιγμή που θα γίνει ολότελα δικός τους, που θα υποταχθεί στη δύναμή τους. Μετά, όταν τον έχουν στο χέρι τους, δεν υπάρχει λόγος να τον ταΐσουν άλλο. Η τροφή τους είναι δηλητήριο· κι αυτός τώρα έχει δηλητηριαστεί ολόκληρος. Αυτό που ως τότε ήταν δηλητήριο, τώρα τον τρέφει. Ροκανίζουν την ψυχή του και περιμένουν την ώρα που θ’ αποχωριστεί από το σώμα, τότε που θα μπορούν να τη ταΐσουν με ακόμα μεγαλύτερα βάσανα στο σκοτάδι της γέενας. Όπως είπε ο προφητάνακτας Δαβίδ, «κατεδίωξεν ὁ ἐχθρὸς τὴν ψυχήν μου, ἐταπείνωσεν εἰς γῆν τὴν ζωήν μου, ἐκάθισέ με ἐν σκοτεινοῖς ὡς νεκροὺς αἰῶνος» (Ψαλμ. ρμβ΄ 3). Ο Άσωτος Υιός έμοιαζε με νεκρό προτού πεθάνει σωματικά.

***

Τη στιγμή εκείνη όμως, που ο Άσωτος Υιός βρισκόταν στην έσχατη απόγνωση, την ώρα της μεγάλης πείνας και του τρόμου, μια σπίθα άναψε μέσα του. Μια ξεχασμένη, εντελώς απρόσμενη σπίθα. Από πού φάνηκε η σπίθα αυτή σε σβησμένα κάρβουνα; Πώς ξεπήδησε σπίθα από νεκρό σώμα; Ήρθε από εκεί που επισημάναμε από την αρχή. Πώς ο πατέρας, την ώρα που έδινε στο γιο την αναλογία του, έδωσε κάτι παραπάνω από το μερτικό του. Μαζί με τον πηλό του έδωσε κι έναν σπινθήρα συνείδησης και επίγνωσης. Όταν ο σοφός και εύσπλαχνος πατέρας του έδινε το μερίδιο της περιουσίας που του ανήκε, ήταν σα να μονολογούσε: «Θα του δώσω κι αυτό: λίγη συνείδηση και επίγνωση, κάτι απ’ αυτό που θέλησε να εγκαταλείψει φεύγοντας. Γιατί όχι; Θα το χρειαστεί. Φεύγει, πηγαίνει σε χώρα κρύα, φτωχή. Όταν βρεθεί σε μεγάλη ανάγκη, και μόνο αυτή η σπίθα μπορεί να φωτίσει το δρόμο που θα τον οδηγήσει πίσω σε μένα. Εντάξει. Ας το πάρει κι αυτό. Θα το χρειαστεί. Η σπίθα αυτή θα τον σώσει».

Κι έτσι έγινε. Η σπίθα αυτή έλαμψε στο βαθύ σκοτάδι, ακριβώς τη δωδέκατη ώρα, τότε που ο Άσωτος Υιός είχε φτάσει στο τρίτο βασίλειο κι είχε παραδοθεί στην υπηρεσία του διαβόλου. Έλαμψε μέσα του σαν μαγικό φαναράκι το ξεχασμένο από παλιά φως της συνείδησης και της επίγνωσης. Και στη λάμψη του φαναριού αυτού ήρθε στον εαυτό του, σε επίγνωση. Μόνο με το φωτισμό της μικρής αυτής σπίθας κατόρθωσε να δει την άβυσσο όπου είχε πέσει, να νιώσει όλη τη δυσοσμία που είχε ανασάνει, το βρώμικο περιβάλλον όπου ζούσε και τη διεφθαρμένη κοινωνία στην οποία είχε ενταχθεί. Με το φως που ανέδιδε το μικρό φαναράκι, αυτό που είχε βάλει στην ψυχή του ο εύσπλαχνος πατέρας τους, ξύπνησε από το φοβερό όνειρο κι άρχισε να συγκρίνει τη ζωή που έκανε παλιότερα, κοντά στον πατέρα του, με κείνην που ζούσε τώρα.

«Εἰς ἑαυτὸν δὲ ἐλθὼν εἶπε· πόσοι μίσθιοι τοῦ πατρός μου περισσεύουσιν ἄρτων, ἐγὼ δὲ λιμῷ ἀπόλλυμαι! ἀναστὰς πορεύσομαι πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ ἐρῶ αὐτῷ· πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου. Οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου· ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου. Καὶ ἀναστὰς ἦλθε πρὸς τὸν πατέρα αὐτοῦ» (Λουκ. ιε΄ 17-19). Κάποια στιγμή συνήλθε, ήρθε στον εαυτό του και σκέφτηκε: πόσους μισθωτούς έχει ο πατέρας μου που χορταίνουν με το παραπάνω από τα αγαθά του κι εγώ πεθαίνω της πείνας; Ας σηκωθώ κι εγώ λοιπόν κι ας γυρίσω κοντά του λέγοντας: πατέρα μου, αμάρτησα και στον ουρανό, στο Θεό, μα και σε σένα. Τώρα πια δεν είμαι άξιος να ξαναγίνω γιος σου. Και με τη σκέψη αυτή ξεκίνησε για να ’ρθει στον πατέρα του.

Ο Θεοφύλακτος λέει: «Από το εἰς ἑαυτὸν δὲ ἐλθὼν συμπεραίνουμε πως όσο καιρό ζούσε στην αμαρτία, ήταν εκτός εαυτού. Κι έτσι είναι. Όταν περιπλανιόμαστε με τις αισθήσεις μας έξω από τον εαυτό μας, αποξενωνόμαστε από μας τους ίδιους, από τον εσωτερικό μας κόσμο και εγκαταλείπουμε τη βασιλεία του Θεού που είναι εντός ημών».

Με το που άρχισε να λάμπει η σπίθα στην ψυχή του Ασώτου Υιού και με το που έκανε τη σύγκριση ανάμεσα στη ζωή που έκανε κοντά στον πατέρα του και σε κείνην που ζούσε τώρα στη μακρινή χώρα, πήρε την απόφαση: Ἀναστὰς πορεύσομαι πρὸς τὸν πατέρα μου. Ας σηκωθώ, είπε. Αναγνώρισε έτσι το τέλμα όπου βρισκόταν. Τρίτος δρόμος δεν υπάρχει. Ο ένας είναι αυτός που οδηγεί χαμηλά, στα βάθη της δαιμονικής αβύσσου, κι ο άλλος είναι αυτός που οδηγεί ψηλά, στον πατέρα. Κι ο πατέρας του είναι πλούσιος. Πείνα δεν υπάρχει κοντά του. Οι μισθωτοί υπηρέτες του τρώνε καλά κι έχουν και περισσεύματα· κι αυτός, ο γιος του, λιμοκτονεί, πεθαίνει της πείνας.

«Ψωμί» εδώ πρέπει να εννοήσουμε τη «ζωή». Οι «μισθωτοί υπηρέτες» είναι υπάρξεις στη δημιουργία του Θεού, κατώτερες από τους ανθρώπους, όπως τα ζώα κι άλλα όντα. Ο Άσωτος Υιός είχε πέσει πιο χαμηλά από τα ζώα. Και ζητούσε να ζει τουλάχιστο όπως τα ζώα, που όμως δεν είναι ελεύθερες υπάρξεις. Τα κυβερνά ο Θεός αποκλειστικά με τη δύναμη και τη θέλησή Του. Τα φροντίζει, τους χαρίζει ζωή, και τους παρέχει τροφή ανάλογα με τις ανάγκες τους. Ο Άσωτος Υιός όμως σπατάλησε τις ζωτικές αυτές δυνάμεις που ο Θεός έδωσε στα ζώα και που αυτά τις διαχειρίζονται σωστά.

Ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου. Με τη λέξη «ουρανός» εδώ πρέπει να εννοήσουμε κατ’ αρχήν ολόκληρο το χορό των αγγέλων του θεού και ιδιαίτερα τους φύλακες αγγέλους. Έπειτα τις πνευματικές δωρεές που ο Θεός χαρίζει σε κάθε άνθρωπο, ακόμα και στον αμαρτωλό. Το ότι ο ουρανός εδώ αναφέρεται στους αγγέλους του Θεού φαίνεται κι από τα ίδια τα λόγια του Κυρίου: «Χαρὰ γίνεται ἐνώπιον τῶν ἀγγέλων τοῦ Θεοῦ ἐπὶ ἑνὶ ἁμαρτωλῷ μετανοοῦντι» (Λουκ. ιε΄ 7, 10). Εφόσον λοιπόν υπάρχει χαρά για τον αμαρτωλό που μετανοεί, υπάρχει και λύπη για τον αμετανόητο.

Το ότι ο «ουρανός» σημαίνει επίσης τις πνευματικές δωρεές που χαρίζει ο Θεός στον άνθρωπο, φαίνεται κι από τα εξής λόγια του αποστόλου Παύλου: «Οὐκ οἴδατε ὅτι τὸ σῶμα ὑμῶν ναὸς τοῦ ἐν ὑμῖν Ἁγίου Πνεύματός ἐστιν, οὗ ἔχετε ἀπὸ Θεοῦ, καὶ οὐκ ἐστὲ ἑαυτῶν;» (Α΄ Κορ. στ΄ 19). Κι ακόμα πιο καθαρά φαίνεται από τα λόγια του Σωτήρα μας: «Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντὸς ὑμῶν ἐστι» (Λουκ. ιζ΄ 21). Έτσι, αυτός που αμαρτάνει εναντίον του Θεού, αμαρτάνει κι εναντίον των αγγέλων του Θεού, καθώς κι εναντίον του δίκαιου ανθρώπου που βρίσκεται μέσα του, αφού ο ίδιος ανήκει στο Θεό. Αυτό σημαίνει το «ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανόν. Γι αυτό κι ο Άσωτος Υιός λέει: Ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου.

«Ἔτι δὲ αὐτοῦ μακρὰν ἀπέχοντος εἶδεν αὐτὸν ὁ πατὴρ αὐτοῦ καὶ ἐσπλαγχνίσθη, καὶ δραμὼν ἐπέπεσεν ἐπὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ κατεφίλησεν αὐτόν» (Λουκ. ιε΄ 20). Κι ενώ βρισκόταν ακόμα μακριά, τον είδε ο πατέρας του και τον σπλαχνίστηκε, έτρεξε αμέσως κοντά του, έπεσε με αγάπη στον τράχηλό του και τον γέμισε φιλιά.

Αυτή είναι η αγάπη του Θεού! Απροσμέτρητη, ευγενική, μεγαλειώδης! Όσο μεγάλη ήταν ως τώρα η υπομονή του για τον αμαρτωλό, άλλη τόση είναι τώρα η συγχωρητικότητα κι η χαρά Του. Με το που θα μετανοήσει ο αμαρτωλός κι αποφασίσει να επιστρέψει στο Θεό, Εκείνος έχει ξεκινήσει ήδη να τον συναντήσει, να τον υποδεχτεί, να τον αγκαλιάσει και να τον φιλήσει.

Η χαρά της μάνας όταν βλέπει την προκοπή του παιδιού της, είναι μεγάλη. Η χαρά του τσοπάνου όταν βρίσκει το χαμένο πρόβατο, είναι μεγάλη. Η χαρά της γυναίκας που βρίσκει το χαμένο νόμισμά της, είναι μεγάλη. Καμιά από τις χαρές αυτές όμως δεν μπορεί να συγκριθεί με τη χαρά του Θεού όταν βλέπει τον αμαρτωλό να μετανοεί και να επιστρέφει κοντά Του.

Με το που θα κάνει την πρώτη κίνηση η καρδιά μας προς τη μετάνοια, ακόμα κι αν είμαστε μακριά, ο Θεός το γνωρίζει. Θα μας δει πιο γρήγορα κι από την ταχύτητα του φωτός και θα τρέξει να μας συναντήσει. Να συναντήσει το νέο άνθρωπο που αναγεννήθηκε μέσα μας με τη μετάνοια. «Κύριε», κράζει ο προφητάνακτας στον πάνσοφο Θεό, «σὺ συνῆκας τοὺς διαλογισμούς μου ἀπὸ μακρόθεν» (Ψαλμ. ρλη΄ 2).

Ο ουράνιος Πατέρας μας θα τρέξει να μας υποδεχτεί, θ’ ανοίξει διάπλατα την αγκαλιά Του και θα μας σφίξει, για να μην ξαναγυρίσουμε στη δαιμονική άβυσσο, στους αγρούς των χοίρων, στη γη της πείνας. «Ἐγγίσατε τῷ Θεῷ καὶ ἐγγιεῖ ὑμῖν» (Ιακ. δ΄ 8).

Πόσο ευλογημένη είναι η σπουδή Του για βοήθεια! Πόσο ευλογημένα είναι τα χέρια Του! Αν δεν έχουμε αφανίσει έστω και την τελευταία σπίθα της συνείδησης και της επίγνωσης που έχουμε μέσα μας, πρέπει να ντρεπόμαστε για την τόσο μεγάλη, και απροσμέτρητη αγάπη του Θεού. Πρέπει να μετανοήσουμε αμέσως, χωρίς καθυστέρηση, να τρέξουμε με τα μάτια χαμηλωμένα και τις καρδιές μας υψωμένες στην αγκαλιά του Πατέρα που είχαμε απορρίψει.

Όταν ο μετανιωμένος γιος έφτασε στον πατέρα του, του είπε εκείνα που είχε σχεδιάσει να του πει: Πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου. Οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου. Δεν του είπε όλα όσα είχε σκεφτεί. Η συνέχεια ήταν: ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου. Μα ο πατέρας του δεν τον αφήνει να τελειώσει. Δεν αφήνει τον μετανιωμένο να ταπεινωθεί και να ζητήσει να γίνει μισθωτός υπηρέτης. Γι’ αυτό και τον διακόπτει, τον αγκαλιάζει κι αρχίζει να τον φιλάει. Ο εύσπλαχνος πατέρας αγκαλιάζει τον ρακένδυτο, λασπωμένο, ισχνό και απεριποίητο γιο του και φωνάζει στους υπηρέτες Του: «Ἐξενέγκατε τὴν στολὴν τὴν πρώτην καὶ ἐνδύσατε αὐτόν, καὶ δότε δακτύλιον εἰς τὴν χεῖρα αὐτοῦ καὶ ὑποδήματα εἰς τοὺς πόδας, καὶ ἐνέγκαντες τὸν μόσχον τὸν σιτευτὸν θύσατε, καὶ φαγόντες εὐφρανθῶμεν, ὅτι οὗτος ὁ υἱός μου νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη» (Λουκ. ιε΄ 22-23). Βγάλτε την καλύτερη στολή και ντύστε τον, βάλτε του δαχτυλίδι στο χέρι και παπούτσια στα πόδια, για να μη περπατά ξυπόλυτος. Φέρτε και το θρεφτό μοσχάρι, σφάξτε το κι ελάτε να το πανηγυρίσουμε, να ευφρανθούμε. Γιατί ο γιος μου αυτός ήταν νεκρός και αναστήθηκε, ήταν χαμένος και βρέθηκε.

Η καλύτερη στολή συμβολίζει όλον τον πλούτο και το κάλλος των πνευματικών δωρεών του Θεού. Είναι η στολή της αγιότητας και της αγνότητας που φορούσε ο Αδάμ προτού αμαρτήσει, πέσει κι οδηγηθεί μακριά από το Θεό, εἰς χώραν μακράν. Η στολή αυτή είναι ο ίδιος ο Χριστός, γι’ αυτό και ονομάζεται «πρώτη», η καλλίτερη. Δεν υπάρχει καλλίτερη στολή απ’ αυτήν στον ουρανό. Λέει ο απόστολος: «Ὅσοι εἰς Χριστὸν έβαπτίσθητε, Χριστὸν ἐνεδύσασθε» (Γαλ. γ΄ 27). Η ψυχή που είχε απογυμνωθεί από κάθε καλό, τώρα ξαναντύνεται από την αρχή. Την παλιά και κουρελιασμένη στολή την πετούν και τον ντύνουν με την καινούργια, την «πρώτη». Η νέα αυτή στολή, η «πρώτη», συμβολίζει το νέο άνθρωπο, τον ανα-γεννημένο, που έχει συγχωρηθεί κι έχει γίνει δεκτός από το Θεό. Χωρίς τη στολή αυτή κανένας δεν μπορεί να ζήσει στη βασιλεία του Θεού, όπως βλέπουμε καθαρά από την παραβολή των γάμων του Υιού του βασιλιά (πρβλ. Ματθ. κβ΄ 2-14). Σύμφωνα με τον απόστολο, η στολή συνίσταται από «σπλάγχνα οἰκτιρμοῦ, χρηστότητα, ταπεινοφροσύνην, πρᾳότητα, μακροθυμίαν… ἐπὶ πᾶσι δὲ τούτοις (ἀπὸ) τὴν ἀγάπην, ἥτις ἐστὶ σύνδεσμος τῆς τελειότητος» (Κολ. γ΄ 12-14).

Το δαχτυλίδι στο χέρι συμβολίζει τον αρραβώνα της ψυχής με το Χριστό. Ο μετανιωμένος απαρνιέται όλες τις αμαρτωλές σχέσεις του με τον κόσμο, η ψυχή του προσκολλάται στο Χριστό και παραμένει ενωμένη μαζί Του, σε μια ένωση αδιάλυτη. Ο αρραβώνας αυτός γίνεται με τη δύναμη και τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, που σφραγίζει όλες τις ουράνιες δωρεές.

Δότε… ὑποδήματα εἰς τοὺς πόδας, λέει ο πατέρας στους υπηρέτες. Τα υποδήματα συμβολίζουν τη δύναμη της θέλησης, που βοηθεί τον άνθρωπο να βαδίσει σταθερά στα μονοπάτια του Θεού, χωρίς να παρεκκλίνει δεξιά ή αριστερά, χωρίς πισωγυρίσματα.

Ο μόσχος ο σιτευτός που θυσιάστηκε είναι ο ίδιος Ιησούς Χριστός, που παραδόθηκε εκούσια στο θάνατο για την κάθαρση των αμαρτωλών από τις αμαρτίες τους.

Οι υπηρέτες εδώ συμβολίζουν είτε τους αγγέλους είτε τους ιερείς. Αν ο οίκος του πατέρα είναι ο ίδιος ο ουρανός, τότε οι υπηρέτες πρέπει να είναι οι άγγελοι. Αν τον οίκο του πατέρα τον εκλάβουμε ως την επίγεια Εκκλησία, κάτι που είναι επίσης σωστό, τότε οι υπηρέτες πρέπει να είναι οι ιερείς, που καλούνται να λειτουργήσουν το μυστήριο της θυσίας του Χριστού κι έτσι να προετοιμάσουν τους ανθρώπους για την αιώνια ζωή. Εδώ μάλλον εννοεί την Εκκλησία. Κι αυτό προκύπτει από το γεγονός ότι ο Άσωτος Υιός δεν ήταν ακόμα σωματικά νεκρός· κι ωσότου ο άνθρωπος αναχωρήσει απ’ αυτόν τον κόσμο, ανήκει στη βασιλεία του Θεού, που στη γη λειτουργεί με τη μορφή της Εκκλησίας. Το ότι τους υπηρέτες όμως πρέπει να τους βλέπουμε και σαν αγγέλους, φαίνεται καθαρά από το γεγονός ότι οι άγγελοι παρίστανται στην εκκλησία κατά την τέλεση των θείων μυστηρίων, αλλά κι από το άλλο γεγονός, ότι ο Θεός χρησιμοποιεί τους αγγέλους-φύλακες των ανθρώπων, για να τους οδηγεί στο δρόμο της σωτηρίας.

Ὅτι οὗτος ὁ Υἱός μου νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη. Σωματικά ο γιος του ήταν ζωντανός ακόμα, μα η ψυχή του ήταν νεκρή. Η σπίθα της θεϊκής δωρεάς παρέμενε ακόμα ζωντανή μέσα του. Αυτή ανάστησε την ψυχή του. Χαμένος ήταν από τη στιγμή που ζήτησε από τον πατέρα το μερίδιο της περιουσίας του. Ἐλθὼν δὲ εἰς ἑαυτόν. Αυτό σημαίνει πως ήρθε στον εαυτό του, απόκτησε επίγνωση στο φως της θεϊκής σπίθας, που ως τότε είχε χάσει. Ο Θεός τον γνώριζε, τον παρακολουθούσε ως την ύστατη στιγμή, τη στιγμή της μετάνοιας.

***

Καὶ ἤρξαντο εὐφραίνεσθαι. Κι άρχισαν όλοι να χαίρονται, να πανηγυρίζουν και να ευφραίνονται. Εκείνη την ώρα όμως έφτασε στο σπίτι ο μεγάλος αδερφός, ο «πρεσβύτερος» και ρώτησε να μάθει τι είχε γίνει. Κι όταν έμαθε, οργίστηκε και είπε στον πατέρα του: «Ἰδοὺ, τοσαῦτα ἔτη δουλεύω σοι καὶ οὐδέποτε ἐντολήν σου παρῆλθον, καὶ ἐμοὶ οὐδέποτε ἔδωκας ἔριφον ἵνα μετὰ τῶν φίλων μου εὐφρανθῶ· ὅτε δὲ ὁ υἱός σου οὗτος, ὁ καταφαγών σου τὸν βίον μετὰ πορνῶν, ἦλθεν, ἔθυσας αὐτῷ τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν» (Λουκ. ιε΄ 29). Ορίστε, τόσα χρόνια σε υπηρετώ και ποτέ δεν καταπάτησα κάποια εντολή σου. Κι όμως, ποτέ δεν μου έδωσες ένα κατσίκι για να γλεντήσω με τους φίλους μου. Και τώρα που ήρθε ο γιος σου αυτός, που κατασπατάλησε την περιουσία σου με πόρνες, έσφαξες για χάρη του το θρεφτό μοσχάρι.

Έτσι μίλησε στον πατέρα του ο δίκαιος γιος. Μ’ αυτόν τον τρόπο, οργισμένοι, μιλούν κάποιοι δίκαιοι άνθρωποι της Εκκλησίας όταν Εκείνη υποδέχεται με ιλαρότητα και επιείκεια τους μετανιωμένους αμαρτωλούς και τους οδηγεί στο μυστήριο της θείας κοινωνίας. Έτσι μίλησαν πολλοί δίκαιοι άνθρωπο της Παλαιάς Διαθήκης όταν είδαν το Θεό να προσφέρει το μονογενή Του Υιό θυσία για τις νεότερες και πιο αμαρτωλές γενιές των ανθρώπων. «Δε μας έδωσε ποτέ ούτε ένα κατσίκι!» Αν συγκρίνουμε την καταπληκτική θυσία που έκανες γι’ αυτούς τους αμαρτωλούς και άσωτους απογόνους μας, για μας δεν έκανες ούτε την παραμικρή θυσία, την πιο ασήμαντη». Μετά, επειδή τα ερίφια γενικά συμβολίζουν την αμαρτία, οι ίδιοι αυτοί δίκαιοι άνθρωποι θα μπορούσαν να πούνε. «Μας απαγόρεψες να κάνουμε έστω και τη μικρότερη αμαρτία -μικρή και ασήμαντη όσο ένα κατσίκι- και τώρα ανταμείβεις τις αμαρτωλές αυτές γενιές με το μεγαλύτερο θησαυρό Σου – με τη θυσία του Υιού Σου!»

Αν προχωρήσουμε ακόμα, θα δούμε πως η φαινομενικά απλή αυτή παραβολή εισχωρεί στην καρδιά ολόκληρης της Ιστορίας του ανθρώπινου γένους, από την πτώση του Αδάμ ως τον πλέον δίκαιο, τον Κύριο Ιησού. Για την ανθρωπότητα, για τον Αδάμ και τους απογόνους του, ο Ιησούς είναι όπως ο πρεσβύτερος Υιός του ουράνιου Πατέρα – μόνο που είναι ο Μονογενής Υιός και όχι υιός «ἐξ υἱοθεσίας». Αν ο Κύριος Ιησούς μιλούσε σαν ένας συνηθισμένος θνητός άνθρωπος, θα μπορούσε να είχε πει στον Πατέρα Του: «Ο Αδάμ αμάρτησε κι απομακρύνθηκε από κοντά Σου. Κι αυτός κι οι απόγονοί του βλασφήμησαν τ’ όνομά Σου. Και Συ τώρα ετοιμάζεις γι’ αυτόν και για τους απογόνους του τέτοια δόξα και ευφροσύνη, που ούτε εγώ ούτε κι ο ουρανός ολόκληρος θα μπορούσε να φανταστεί».

Ο Κύριος Ιησούς βέβαια ποτέ δε θα οργιζόταν με τον ουράνιο Πατέρα Του. Ποτέ δε θα μιλούσε στον Πατέρα Του μ’ αυτόν τον τρόπο, εκτός αν έβαζε θεληματικά τον εαυτό Του στις καρδιές μας και τα ’λεγε αυτά για να μας επιτιμήσει και να μας διδάξει, ώστε να μη γίνουμε υπερήφανοι και αλαζόνες για τη δικαιοσύνη μας και με την έπαρσή μας περιφρονήσουμε τους μετανιωμένους αμαρτωλούς. Είναι σα να ’θελε να μας πει: «Όταν Εγώ, ο τέλειος και αιώνια δίκαιος, που είναι αιώνια αδιαίρετος με τον Πατέρα Μου, δε διαμαρτύρομαι επειδή ξαναδέχεται τον μετανιωμένο Αδάμ στη βασιλεία των Ουρανών, πώς μπορείτε εσείς, που είστε μόλις από χτες δίκαιοι, αλλά αμαρτωλοί από την πρώτη αμαρτία του Αδάμ, να διαμαρτύρεστε για την αγάπη που έχει ο Θεός για τους μετανιωμένους αμαρτωλούς;»

Τέκνον, του είπε ο πατέρας, σὺ πάντοτε μετ᾿ ἐμοῦ εἶ, καὶ πάντα τὰ ἐμὰ σά ἐστιν· εὐφρανθῆναι δὲ καὶ χαρῆναι ἔδει, ὅτι ὁ ἀδελφός σου οὗτος νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη (Λουκ. ιε΄ 31-32. Παιδί μου, εσύ ήσουν πάντα μαζί μου, όλα τα υπάρχοντά μου είναι και δικά σου. Έπρεπε και συ να χαρείς και να γιορτάσεις όμως, γιατί ο αδερφός σου ήταν νεκρός κι αναστήθηκε· ήταν χαμένος και βρέθηκε.

Μ’ αυτόν τον τρόπο ειρηνεύει το δίκαιο άνθρωπο ο Θεός. Του θυμίζει τα αμέτρητα αγαθά που ο ίδιος διαχειρίζεται και χρησιμοποιεί μαζί με τον Πατέρα Του. Όλα τα υπάρχοντά μου είναι και δικά σου. Με τον ερχομό του μετανιωμένου αδερφού σου το μερίδιό σου δε λιγοστεύει, αλλά η χαρά πρέπει να είναι μεγαλύτερη, γιατί ο αδελφός σου αυτός ήταν νεκρός και ξαναγύρισε στη ζωή, ήταν χαμένος και βρέθηκε.

Έτσι τελειώνει η παραβολή αυτή, που από μόνη της είναι ολόκληρο ευαγγέλιο μυστηρίου και διδαχής. Με όση περισσότερη προσευχή εισχωρήσει κανείς στο βάθος της παραβολής αυτής, τόσο περισσότερο θ’ αποκαλύψει και τα δύο, τόσο το μυστήριο όσο και τη διδαχή.

Δόξα να ’χει ο Κύριος Ιησούς που μας παρέδωσε την παραβολή αυτή, το θησαυρό αυτό που είναι γεμάτος πλούτο πνευματικό, απ’ όπου η μια γενιά μετά την άλλη συσσωρεύει γνώση θεϊκή. Απ’ αυτήν μαθαίνει ο άνθρωπος την αγάπη από τη μακροθυμία, τη συγχωρητικότητα από την αγάπη του Θεού για το ανθρώπινο γένος, την ευφροσύνη από την αγάπη που δείχνει ο Θεός όταν υποδέχεται τον μετανιωμένο αμαρτωλό. Δόξα στον Άναρχο Πατέρα Του, δόξα και στο ζωοποιό Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς, Καιρός μετανοίας: Από την Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου ως την Μεγάλη Παρασκευή: Ομιλίες Β΄, 1η έκδ., Εκδόσεις: ΠΕΤΡΟΣ ΜΠΟΤΣΗΣ, Αθήνα, 2010

Δείτε επίσης:

  1. [π. Αλέξανδρος Σμέμαν] Επιστροφή από την εξορία (Κυριακή του Ασώτου)
  2. [π. Αντώνιος Μπλουμ] Το μεγαλείο της υιότητας (I)
  3. [Άγιος Λουκάς Συμφερουπόλεως – Κριμαίας] Λόγος εις την Κυριακή του Ασώτου
  4. [π. Βασίλειος Όσμπορν] Κυριακή του Ασώτου
  5. [Ν. Νευράκης] Κυριακή του Ασώτου

πηγή