Άγιος Γρηγόριος ο Ε’ – 10/4

Στη κεφαλή των ηρωικών κληρικών-μαρτύρων του 1821 στέκεται ο Οικουμενικός Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε’. Τραγική ήταν η θέση του, όταν επαναστάτησε η Ελλάδα. Έβλεπε ότι τον περίμενε το μαρτύριο. Πολλοί προσπαθούν να τον πείσουν να φύγει από την Κωνσταντινούπολη, για να σωθεί…

Αλλά ο «καλός ποιμήν» αρνήθηκε, ακολουθώντας τα ίχνη των γενναίων προκατόχων του. Είπε:

«Με προτρέπετε είς φυγήν· μάχαιρα θα διέλθη τας ρύμας της Κωνσταντινουπόλεως και λοιπών πόλεων των χριστιανικών Επαρχιών. Υμείς επιθυμείτε όπως εγώ μεταμφιεζόμενος καταφύγω εις πλοίον ή κλεισθώ εν οικία οιουδήποτε ευεργετικού υμών Πρεσβευτού, ν’ακούω δε εκείθεν πως οι δήμοι κατακρεουργούσι τον χηρεύοντα Λαόν. Ουχί! Εγώ δια τουτο είμαι Πατριάρχης, όπως σώσω το Έθνος μου, ουχί δε όπως απολεσθή τούτο δια της χειρός των Γενίτσαρων. Ο θάνατος μου ίσως επιφέρη μεγαλυτέραν ωφέλειαν παρά η ζωή μου. Οι ξένοι Χριστιανοί ηγεμόνες εκπλαγέντες εκ της αδικίας του θανάτου μου δεν θα θεωρήσωσιν αδιαφόρως πως η πίστις αυτών εξυβρίσθη εν τω πρόσωπω μου. Οι Έλληνες, οι άνδρες της μάχης, θα μάχωνται μετά μεγαλυτέρας μανίας, όπερ συχνάκις δωρείται την Νίκην· είς τούτο είμαι πεπεισμένος. Βλέπετε μεθ’υπομονής είς ό,τι και αν μου συμβή. Σήμερον (Κυριακή των Βαΐων) θα φάγωμεν ιχθύς, αλλά μετά τίνας ημέρας και ίσως και ταύτην την εβδομάδα οι ιχθύες θα μας φαγώσιν… Ναι, ας μη γίνω χλεύασμα των ζώντων. Δεν θα ανεχθώ ώστε είς τα οδούς της Οδησσού, της Κερκύρας και της Αγκώνος διερχόμενον εν μέσω των αγυιών (=δρόμων) να με δακτυλοδεικτώσι λέγοντες : «ιδού έρχεται ο φονεύς Πατριάρχης». Αν το Έθνος μου σωθή και θριαμβεύση, τότε πέποιθα θα μου αποδώση θυμίαμα επαίνου και τιμών, διότι εξεπλήρωσα το χρέος μου… Υπάγω όπου με καλεί ο νούς μου, ο μέγας κλήρος του Έθνους και ο Πατήρ ο Ουράνιος, ο μάρτυς των ανθρώπινων πράξεων».

Το Πάσχα του 1821 συνέλαβαν τον Πατριάρχη Γρηγόριο τον Ε΄, τον βασάνισαν και τον απαγχόνισαν στη μεσαία πύλη του Πατριαρχείου, που ως τώρα είναι κλειστή. «Αι τελευταίαι στιγμαί του Γρηγορίου εφάνησαν, γράφει ο Σπ. Τρικούπης, στιγμαί ακραιφνούς πίστεως και ανεξικακίας, οποίας ετοιμάζει ακηλίδωτος συνείδησις, αγαθοποιός καρδία, παράβλεψις της προσκαίρου ζωής και προσδοκία της μελλούσης».

Τον θαυμασμό αλλά και την φρίκη του Γένους εκφράζει και ο Διονύσιος Σολωμός στον Εθνικό Ύμνο».

«Όλοι κλαύστε! Αποθαμμένος
Ο Αρχηγός της Εκκλησιάς.
Κλαύστε, κλαύστε, κρεμασμένος
Ώσαν νάτανε φονηάς».

Αλλά όπως γίνεται πάντοτε και ο σπόρος της θυσίας του Εθνομάρτυρος Αγίου Γρηγορίου έφερε καρπούς πολλούς.

Ο Γερμανός ιστορικός Γερβίνος[1] σημειώνει: «Η κατά του Πατριάρχου Γρηγορίου απήνης διαγωγή, ποιήσασα το πρώτον ρήγμα είς την τουρκικήν δυναστείαν, παρεσκεύασε την ελευθέρωσιν της Ελλάδος».

[1] Πρόκειται για τον Georg Gottfried Gervinus (Σ.τ.Ε)

Πηγή εικόνων: http://www.saint.gr/1301/saint.aspx

Πηγή: ΠΝΟΕΣ ΠΙΣΤΕΩΣ, εκδόσεις «ΖΩΗΣ», Αρχιμανδρίτου Ιωάννου Αλεξίου

πηγή

Πνευματικές Νουθεσίες 4(78)

Έτος 12ο Φύλλο 4(78)

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΕΣ ΝΟΥΘΕΣΙΕΣ

Πόνημα Νεανικής Συντροφιάς Ι. Ν. Ευαγγελιστρίας Λιβαδειάς

« Ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δέ ἐν ἐμοί Χριστός »

(διαδικτυακή κυκλοφορία: http://www.inevagelistrias.wordpress.com)

ΤΡΙΩΔΙΟΝ – Β΄ ΜΕΡΟΣ

Κατὰ τὴν ἑβδομάδα τῆς Τυρινῆς (ἀπὸ τὴν Δευτέρα μετὰ τὴν Κυριακὴ τῆς Ἀπόκρεω καὶ ἑξῆς) καὶ ἰδίως κατὰ τὴν φερώνυμο Κυριακὴ ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία μνεία ποιεῖται τῆς ἐξορίας τῶν Πρωτόπλαστων ἀπὸ τὸν Παράδεισο. Εὐλόγως, λοιπόν, ἀπὸ τὴν ἑπομένη ἡμέρα, τὴν Καθαρὰ Δευτέρα, ξεκινᾶ ὁ ἀδιάλειπτος καὶ κοπιώδης ἀγώνας τοῦ ἀνθρώπου γιὰ τὴν ἐπιστροφή του στὴν βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἀπὸ ὅπου καὶ ἐξεβλήθη λόγῳ τῆς ἀνυπακοῆς του καὶ τῆς υἱοθετήσεως τῶν συμβουλῶν τοῦ διαβόλου. Ἡ Κυριακή, λοιπόν, τῆς Τυροφάγου μαζὶ μὲ τὴν Καθαρὰ Δευτέρα συνιστοῦν τὴν ἀπαρχὴ τῆς ἱστορίας τοῦ Ἀνθρώπου καὶ τῆς σωτηρίας του, ἡ δὲ Ἁγία καὶ Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ ἀνακεφαλαίωση ὅλης τῆς θείας Οἰκονομίας καὶ τοῦ σωτηριώδους ἔργου τοῦ Θεοῦ.

Γιὰ τὸν λόγο αὐτό, εἶναι ἄκρως θλιβερό, ὅτι τὴν Καθαρὰ Δευτέρα, ἡμέρα θρήνου καὶ στεναγμῶν, ἀλλὰ καὶ ἡμέρα κατανύξεως καὶ πνευματικῆς προετοιμασίας γιὰ τοὺς ἀληθινοὺς Χριστιανούς, συνεχίζονται οἱ κοσμικὲς ἐκδηλώσεις, μὲ γέλωτες, χοροὺς καὶ συμπόσια, μὲ τὰ δῆθεν «νηστίσιμα» τραπέζια κ.ἄ.. Διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ μιαίνουμε καὶ βεβηλώνουμε τὴν ἀπαρχὴ τῆς Ἁγίας Τεσσαρακοστῆς, ἐνῶ θὰ ἔπρεπε τὴν ἡμέρα αὐτὴ νὰ μείνουμε κλεισμένοι στὸ ταμεῖο τῆς καρδιᾶς μας, δεόμενοι πρὸς τὸν γλυκύτατο Ἰησοῦ, προκειμένου Αὐτὸς νὰ μᾶς ἐνδυναμώσει γιὰ τὸ πεδίο τῶν πνευματικῶν ἀγώνων, ποὺ ἀνοίγεται μπροστά μας.

Πράγματι, ἐὰν διαβάσει ἣ ἀκούσει κανεὶς τί διδάσκουν τὰ θεόπνευστα τροπάρια καὶ οἱ ἱεροὶ ὕμνοι τῆς περιόδου τῶν Ἁγίων Νηστειῶν θὰ ἀντιληφθεῖ ὅτι ἡ περίοδος αὐτὴ σηματοδοτεῖ πεδίο πάλης σκληρότατης καὶ ἀνηλεοῦς κατὰ τῆς ἁμαρτίας καὶ τῶν πνευμάτων τῆς πονηρίας, πεδίο ἀσκήσεως πνευματικῆς γιὰ ὅλους τοὺς Χριστιανούς, χωρὶς ἐξαίρεση. Ἡ ἄσκηση δὲ αὐτὴ πραγματώνεται μὲ τὴν παθοκτόνο (καὶ ὄχι σωματοκτόνο) Νηστεία. Τί σημαίνει ὅμως «νηστεία»; Τροπάριον τοῦ Ὄρθρου τῆς Καθαρᾶς Δευτέρας μᾶς διδάσκει: Νηστεύσωμεν νηστείαν δεκτήν, εὐάρεστον τῷ Κυρίῳ. Ἀληθὴς νηστεία [ἐστί], ἡ τῶν κακῶν ἀλλοτρίωσις, ἐγκράτεια γλώσσης, θυμοῦ ἀποχή, ἐπιθυμιῶν χωρισμός, καταλαλιᾶς, ψεύδους, καὶ ἐπιορκίας· ἡ τούτων ἔνδεια, νηστεία ἐστίν, ἀληθὴς καὶ εὐπρόσδεκτος.

Ὑπάρχει ὅμως κάτι ἀκόμη τὸ ὁποῖο συνδέεται μὲ τὰ ἀνωτέρω καὶ τὸ ὁποῖο πρέπει νὰ γνωρίζουμε. Λόγῳ τοῦ πένθιμου χαρακτῆρα τῆς περιόδου, ὁπότε πλὴν Σαββάτου καὶ Κυριακῆς δὲν τελεῖται θεία Λειτουργία, ἡ Ἐκκλησία ἔχει ὁρίσει νὰ τελοῦνται δύο τουλάχιστον Προηγιασμένες Λειτουργίες κάθε ἑβδομάδα, γιὰ ἕνα καὶ μόνο λόγο. Ποῖος εἶναι αὐτός; Γιὰ νὰ πυκνώσει ἡ μετάληψη τῶν Ἁγιασμάτων, γιὰ νὰ μποροῦν οἱ εὐσεβεῖς πιστοί, οἱ μὴ ἔχοντες κωλύματα, νὰ κοινωνοῦν τουλάχιστον τέσσερις φορὲς ἑβδομαδιαίως. Τοῦτο κρίνεται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία καὶ τοὺς ἁγίους Πατέρες ἀπολύτως ἀναγκαῖο, διότι δίχως πνευματικὴ τροφή, δίχως τὸ πῦρ τοῦ ἁγίου Σώματος καὶ Αἴματος τοῦ Κυρίου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνταπεξέλθει κανεὶς στὴν δύσβατη ἀτραπὸ τῆς ἀδιαλείπτου μετανοίας, στὸν σωτηριώδη ἀγῶνα κατὰ τῶν παθῶν καὶ τῶν ἀοράτων ἐχθρῶν μας. Γεύσασθε, λοιπόν, καὶ ἴδετε ὅτι χρηστὸς ὁ Κύριος (Ψαλμ. λγ΄). Πέραν τούτων ἡ Ἐκκλησία ἔχει θεσπίσει γιὰ ἑκάστη Κυριακὴ τῆς περιόδου τὴν μνήμη συγκεκριμένων ἱερῶν γεγονότων ἣ ἁγίων προσώπων. Ἔτσι, τὴν πρώτη Κυριακὴ ἑορτάζουμε τὴν Ἀναστήλωση τῶν ἁγίων Εἰκόνων, γνωστὴ ὡς Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας. Τοῦτο δὲ εἰς ἀνάμνηση τῆς περιφορᾶς τῶν εἰκόνων τὴν πρώτη Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν τοῦ ἔτους 842, μὲ πρωτοβουλία τῆς αὐτοκράτειρας Θεοδώρας. Ἡ λιτάνευση αὐτὴ – μὲ εἰκόνες ποὺ ἦταν κρυμμένες στὰ κελλιὰ τῶν μοναχῶν καὶ στὰ ὑπόγεια τῶν ἁπλῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ βαθύτατα πιστῶν – ἔλαβε χώρα μετὰ ἀπὸ περίοδο πολλῶν δεκαετιῶν, κατὰ τὴν ὁποία τὸ Κράτος καὶ ἡ ἡγεσία τῆς Ἐκκλησίας εἶχαν ἀρνηθεῖ τὴν προσκύνηση τῶν ἁγίων εἰκόνων, δηλαδὴ τὴν ὑπόσταση τοῦ Χριστοῦ, τὴν δυνατότητα ἐπικοινωνίας μαζί Του. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ, καὶ ἐμεῖς σήμερα, ἔστω κι ἄν μᾶς ἐμπαίζουν, ἐπιμένουμε νὰ λιτανεύουμε τὶς εἰκόνες πρὸς δόξαν τῆς Ἁγίας Τριάδος καὶ κατάκριση πάντων τῶν αἰρετικῶν καὶ ἀρνητῶν τῆς Ἐκκλησίας.

Γιατὶ ὅμως ἡ Ἐκκλησία θέτει τὸ δογματικὸ αὐτὸ ζήτημα τὴν πρώτη μάλιστα Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν; Διότι ἁπλούστατα τὸ ὀρθοδόξως πιστεύειν, ἡ ἀκράδαντη καὶ ἔμπρακτη πίστη στὸν Χριστὸ καὶ σὲ ὅσα Ἐκεῖνος ἐπιτάσσει ἀποτελεῖ τὸ θεμέλιο τῆς σωτηρία μας. Γιὰ αὐτὸ ὁ Ἀπόστολος τῆς ἡμέρας (Ἑβρ. ια΄, 24-26, 32-40) ὁμιλεῖ γιὰ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι διὰ πίστεως κατηγωνίσαντο βασιλείας… ἐπέτυχον ἐπαγγελιῶν… ἔφραξαν στόματα λεόντων… ἐνεδυναμώθησαν ἀπὸ ἀσθενείας… ἐμπαιγμῶν καὶ μαστίγων πείραν ἔλαβον… ὑστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι… Κατὰ συνέπεια, ἡ ὀρθὴ πίστη συναρτᾶται ἅμεσα καὶ συνέχεται ὀργανικὰ μὲ τὴν ἄσκηση, τὴν συντριβὴ τῆς καρδίας, τὸν ἀδιάλειπτο καὶ ἐν μετανοίᾳ ἀγῶνα κατὰ τῆς ἁμαρτίας. Γιὰ τὸν ἴδιο λόγο τὴν δεύτερη Κυριακὴ τῶν Ἁγίων Νηστειῶν ἑορτάζουμε (ἀπὸ τὸν 16 ο αἰώνα καὶ μετὰ) τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ, τὸν μέγα αὐτὸν ἱεράρχη τῆς Θεσσαλονίκης καὶ ἁγιορείτη ἀσκητή, ὁ ὁποῖος, μαζὶ μὲ τοὺς μαθητές του, ἀγωνίσθηκε μὲ αὐταπάρνηση κατὰ τῶν αἰρέσεων καὶ ὑπὲρ τῆς ἀλήθειας τῆς Πίστεώς μας. Πρόκειται γιὰ τὸν διδάσκαλο τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ, τὸν διδάσκαλο τῆς νοερᾶς προσευχῆς, διὰ τῆς ὁποίας ὁ ἄνθρωπος, ὁ πιστὸς καὶ ἀδέσμευτος ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, δύναται νὰ ἀντικρίσει καὶ νὰ γευθεῖ καὶ νὰ θερμάνει τὴν καρδιά του ἀπὸ τὸ Φῶς τὸ Ἄκτιστον τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Τὴν τρίτη Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν, «τῆς Σταυροπροσκυνήσεως», ἡ Ἐκκλησία προτίθεται τὴν προσκύνηση τοῦ Τιμίου καὶ ζωοποιοῦ Σταυροῦ. Αὐτὸ ὄχι μόνον γιὰ νὰ μᾶς προϊδεάσει γιὰ τὰ γεγονότα τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ μᾶς ἐνισχύσει στὸν πνευματικὸ ἀγῶνα, διὰ τοῦ ὑπομνηματισμοῦ τῆς, διὰ τοῦ Σταυροῦ, σωτηρίας. Καὶ ὅπως κάποτε ὁ Μωϋσὴς τὰ πικρὰ ὕδατα τῆς Μερρᾶς διὰ ξύλου ἐποίησε πόσιμα (Ἐξ. ΙΕ΄, 22-27), ἔτσι καὶ ἡ Ἐκκλησία μας διὰ τῆς προσκυνήσεως τοῦ ξύλου τοῦ Σταυροῦ γλυκαίνει τὴν «πικρία» τῆς ἐγκρατείας καὶ παραμυθεῖ τοὺς ἀγωνιζομένους.

Ἐπισημαίνεται ὅτι, ὅπως τὴν Κυριακὴ τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ ἔτσι καὶ κατὰ τὶς ἑπόμενες Κυριακὲς τῆς Ἁγίας Τεσσαρακοστῆς, ὁ Βίος καὶ τὰ κατορθώματα ἐπιφανῶν Ἅγίων, ὅπως ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος (Δ΄ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν) καὶ ἡ ὁσία Μαρία ἡ Αἰγυπτία (Ε΄ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν), προσάγονται ὡς παραδείγματα πίστεως, αὐταπαρνήσεως καὶ μετανοίας, τὰ ὁποῖα ὀφείλουμε νὰ μιμηθοῦμε, τὸ κατὰ δύναμιν.

Εἰδικότερα, τὴν Πέμπτη τῆς πέμπτης ἑβδομάδος τῶν Ἁγίων Νηστειῶν ψάλλεται ὁ Μέγας Κανών (= 250 τροπάρια), ποίημα τοῦ ἁγίου Ἀνδρέα ἀρχιεπισκόπου Κρήτης, τοῦ Ἱεροσολυμίτου. Πρόκειται γιὰ ἄκρως κατανυκτικὸ καὶ βαθύτατα θεολογικὸ Κανόνα, στὸν ὁποῖο, σὰν σὲ ὀθόνη κινηματογράφου, παρουσιάζεται ὁλόκληρη ἡ θεία Οἰκονομία. Ψάλλεται δὲ ὁ Μέγας Κανὼν τὴν συγκεκριμένη ἑβδομάδα, προκειμένου οἱ ράθυμοι ἐμεῖς νὰ ἐνδυναμωθοῦμε, ἀκόμη μιὰ φορά, στὴν μάχη κατὰ τῶν παθῶν. Τὸ δὲ Σάββατο τῆς ἴδιας ἑβδομάδος ψάλλεται ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος (5 ος αἰ.), πρὸς τιμὴν τῆς Παναγίας μας, γιὰ τὴν θαυμαστὴ σωτηρία τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀπὸ τοὺς ἐχθροὺς τοῦ Βυζαντίου (6 ος – 9 ος αἰ.), ἀλλὰ καὶ πρὸς τιμὴν τῆς ἑορτῆς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ. Ἡ τελευταία, ἐμπίπτουσα πάντοτε ἐντὸς τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, στερεῖται προεορτίων καὶ μεθεόρτων. Ψάλλεται δὲ ὁ Ὕμνος ὁλόκληρος αὐτὴν τὴν φορά, ἐφόσον ἐψάλη τμηματικῶς κατὰ τὶς παρελθοῦσες τέσσερις Παρασκευές. Ὑπενθυμίζουμε, πρὸς τούτοις, ὅτι ἡ ἀνάγνωση τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου κατὰ τὴν περίοδο τῆς Τεσσαρακοστῆς – ἀλλὰ καὶ κάθε βράδυ (στὸ Ἀπόδειπνο) – παρέχει μεγίστη ὠφέλεια. Τοῦτο διότι ἡ καθημερινὴ ἀνάγνωση τῶν Χαιρετισμῶν ἐπιφέρει στὴν ζωή μας τὴν χάρη καὶ προστασία τῆς Παναγίας, ἀπὸ ὅλους τοὺς ὁρατοὺς καὶ τοὺς ἀόρατους ἐχθρούς.

Τὸ Σάββατο αὐτὸ ὁλοκληρώνεται ὁ κύκλος τῶν ἱερῶν γεγονότων καὶ προσώπων, τὰ ὁποῖα παραδίδει πρὸς ὑπομνηματισμὸ καὶ μίμηση ἡ Ἐκκλησία κατὰ τὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Ἔχοντας, λοιπόν, προετοιμασθεῖ μὲ τὴν νηστεία ἀπὸ κάθε ἁμαρτία, μὲ τὴν μετάνοια καὶ ἐξομολόγηση καὶ τὴν θεία Μετάληψη, εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ εἰσοδεύσουμε μαζὶ μὲ τὸν Κύριο μας καὶ νὰ βιώσουμε τὰ τὰ φρικτά ἀλλὰ καὶ σωτηριώδη γεγονότα τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Ἑβδομάδος.

ΚΑΛΗ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗ

Κισάμου Αμφιλόχιος: »Η Δημοκρατία αυτοπεριορίζεται;»

«Η Δημοκρατία μας αυτοκαταστρέφεται διότι κατεχράσθη το δικαίωμα της ελευθερίας και της ισότητας, διότι έμαθε τους πολίτες να θεωρούν την αυθάδεια ως δικαίωμα, την παρανομία ως ελευθερία, την αναίδεια του λόγου ως ισότητα και την αναρχία ως ευδαιμονία». (Ισοκράτης, 436-338π.χ. )

Σκέφτομαι διαβάζοντας τους λόγους του μεγάλου αυτού αρχαίου Έλληνα και Αττικού ρήτορα, του Ισοκράτη, ενός από τους σπουδαιότερους ρητοδιδασκάλους της κλασσικής αρχαιότητας, σκέφτομαι: στη Χώρα που γέννησε την Δημοκρατία πόσο απήχηση έχει ο λόγος του;

Πόσο δηλαδή γίνεται κατανοητός ο κίνδυνος «αυτοκαταστροφής» της Δημοκρατίας, μέσα από συμπεριφορές και πρακτικές που οδηγούν στην κατάχρηση του δικαιώματος της ελευθερίας;

Γνωρίζω τον αντίλογο. «Η Δημοκρατία, ισχυρίζονται κάποιοι, δεν περιορίζεται και δεν οριοθετείται». «Είναι σαν την τέχνη», όπως μου είπε προ ολίγων ημερών διανοούμενος συνομιλητής μου σε σχετική συζήτηση.

Απάντησα με τα λόγια του, μακαριστού πλέον, Επισκόπου Ερζεγοβίνης Αθανάσιου Γιέφτιτς: «Η ελευθερία κοστίζει αλλά περιορίζεται με αγάπη και η αγάπη εάν δεν έχει ελευθερία μπορεί να γίνει τυραννία, καθώς η ελευθερία είναι ευθύνη και αυτοπεριορισμός».

Ευθύνη και αυτοπεριορισμός λοιπόν η ελευθερία για να μην εγκυμονείται ο κίνδυνος της τυραννίας. Προσλαμβάνοντας τα μηνύματα των καιρών ως και όλα όσα συμβαίνουν γύρω μας και ανάμεσα μας, (συμπεριφορές, πρακτικές, στάσεις ζωής), αλήθεια πόσοι από εμάς πιστεύουμε πως μέσα σε όλο αυτό που ζούμε υπάρχει η συνείδηση της ευθύνης και του αυτοπεριορισμού;

Η άποψη ότι «η δημοκρατία δεν εκδικείται» είναι αυτονόητο ότι μας βρίσκει όλους σύμφωνους. Όμως εδώ τίθεται ένα καίριο και βασανιστικό ερώτημα: Τι σημαίνει, τελικά, «Δημοκρατία»;

Συμφωνούμε, άραγε όλοι, με όσα ορίζει ο Ισοκράτης ως αιτίες «αυτοκαταστροφής» της δημοκρατίας; ή μήπως φτάσαμε, τελικά, να θεωρούμε ότι μέσα στην «δημοκρατία» είναι αποδεκτό ο πολίτης να θεωρεί την αυθάδεια ως δικαίωμα, την παρανομία ως ελευθερία και την αναρχία ως ευδαιμονία; Υπάρχουν ευθύνες, όρια και υποχρεώσεις ή μόνο δικαιώματα;

Το δικαίωμα του «συνέρχεσθαι» για παράδειγμα, σε μια δημοκρατία, είναι πιο ισχυρό από το δικαίωμα ή μάλλον την υποχρέωση διασφάλισης της δημόσιας υγείας; ή από το δικαίωμα στην ελεύθερη κυκλοφορία σε δημόσιο χώρο;

Πόσο… «δημοκρατικό» είναι η βεβήλωση των ηρωικών μορφών των προγόνων μας; η βεβήλωση Εκκλησιών και άλλων χώρων λατρείας, η βεβήλωση χώρων παιδείας, κλπ., και μάλιστα όταν οι αρχιτέκτονες όλων αυτών των ενεργειών δηλώνουν ότι πράττουν και ενεργούν στο όνομα της «δημοκρατίας»; Εάν δεν είναι, τότε γιατί τέτοιου είδους συμπεριφορές δεν καταδικάζονται, αλλά γίνονται ανεκτές και, άρα, αποδεκτές;

Έρχεται στην σκέψη μου η συμπεριφορά νεολαίας της γειτονικής μας Σερβίας-Μαυροβουνίου όπου, μετά την πρόσφατη θανή, μεγάλων εκεί εκκλησιαστικών μορφών του Μητροπολίτη Μαυροβουνίου Αμφιλοχίου (Ράντοβιτς) και του Επισκόπου πρ.Ερζεγοβίνης Αθανασίου (Γιέφτιτς), οι νέοι μεγάλων πόλεων ξεχύθηκαν στους δρόμους και σε δημόσιους χώρους ζωγράφισαν (με την τέχνη του γκράφιτι) τις μορφές των μεγάλων αυτών εκκλησιαστικών προσώπων.

Μοιραία συγκρίνω με συμπεριφορές μέρους της δικής μας νεολαίας που όχι μόνο δεν δημιουργεί, αλλά καταστρέφει, βεβηλώνει και ασεβεί σε ηρωικές μορφές της νεώτερης ιστορίας της Πατρίδας μας. Με τόσο μένος και πάθος που φανερώνει μίσος για τα πρόσωπα αυτά· πρόσωπα στα οποία οφείλουμε την ύπαρξη μας ως Έθνος.

Διερωτώμαι: Τελικά, αυτού του είδους την «δημοκρατία» διδάξαμε στις νεώτερες γενιές; Εάν ναι, πόσο περήφανοι μπορεί να είμαστε και ποιες οι συνέπειες; Τι δηλώνει η σιωπή μας;

Ο Δημήτρης Μυράτ, κορυφαίος ηθοποιός, μιλώντας για την γνωριμία του με την επίσης ηθοποιό Βούλα Ζουμπουλάκη, δήλωνε σε συνέντευξη του το 1986: «Ήταν μαθήτρια μου και εγώ ήμουν καθηγητής το Εθνικού Θεάτρου, πολλά χρόνια πριν. Όταν λοιπόν βγήκαμε το πρώτο μας ραντεβού στον κινηματογράφο «Παλλάς» θυμάμαι, την άλλη μέρα παραιτήθηκα από τη σχολή του Εθνικού θεάτρου για να μην δώσω την εντύπωση ότι εκμεταλλεύομαι τη θέση μου ως καθηγητής και έχω σχέση με μαθήτριες», διδάσκοντας ήθος, ελευθερία και αληθινή δημοκρατία.

Αντιπαραβάλω, πάλι μοιραία και άνευ σχολίων και κριτικής, όλα όσα βλέπουν το φως της δημοσιότητας τον τελευταίο καιρό και αφορούν την τέχνη, τον πολιτισμό, το θέατρο, κλπ.

Διερωτώμαι, για πολλοστή φόρα, τόσο τραγικά και μέσα σε μια μόλις γενιά (λιγότερο από 40 χρόνια), άλλαξαν τα αντανακλαστικά μιας ολόκληρης κοινωνίας, αμβλύνθηκε η συνείδηση της σε ό,τι αφορά το «μέτρο», τα «όρια», τον «αυτοπεριορισμό»;;

Αυτοί, τέλος, που θεωρούν την παρανομία ως ελευθερία, την αυθάδεια ως δικαίωμα και την αναρχία ως ευδαιμονία πως χαρακτηρίζονται και πως ονομάζονται;

Μητροπολίτης Κισάμου και Σελίνου Αμφιλόχιος

πηγή

Άγιοι Σαράντα Μάρτυρες που μαρτύρησαν στη Σεβάστεια – 9 Μαρτίου

Βιογραφία
Και οι σαράντα αυτοί Άγιοι ήταν στρατιώτες στο πιο επίλεκτο τάγμα του στρατού του Λικινίου. Όταν αυτός εξαπέλυσε διωγμό κατά των χριστιανών, οι Άγιοι σαράντα συλλαμβάνονται αμέσως από τον έπαρχο Αγρικόλα (στη Σεβάστεια). Στην αρχή τους επαινεί και τους υπόσχεται αμοιβές και αξιώματα, για να αρνηθούν την πίστη τους. Τότε ένας από τους σαράντα, ο Κάνδιδος, απαντά: «Ευχαριστούμε για τους επαίνους της ανδρείας μας. Άλλ’ ο Χριστός, στον όποιο πιστεύουμε, μας διδάσκει ότι στον καθένα άρχοντα πρέπει να του προσφέρουμε ό,τι του ανήκει. Και γι’ αυτό στο βασιλέα προσφέρουμε τη στρατιωτική υπακοή. Αν, όμως, ενώ ακολουθούμε το Ευαγγέλιο, δεν ζημιώνουμε το κράτος, αλλά μάλλον το ωφελούμε με την υπηρεσία μας, γιατί μας ανακρίνεις για την πίστη πού μορφώνει τέτοιους χαρακτήρες και οδηγεί σε τέτοια έργα;» Ο Αγρικόλας κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να τους επιβληθεί με ήρεμο τρόπο και διέταξε να τους βασανίσουν. Οπότε, μια παγωμένη χειμωνιάτικη νύχτα, τους ρίχνουν στα κρύα νερά μιας λίμνης. Το μαρτύριο ήταν φρικτό. Τα σώματα άρχισαν να μελανιάζουν. Αλλα αυτοί ενθάρρυναν ο ένας τον άλλο, λέγοντας: «Δριμύς ο χειμών, αλλά γλυκύς ο παράδεισος. Λίγο ας υπομείνουμε και σε μια νύχτα θα κερδίσουμε ολόκληρη την αιωνιότητα».

Ενώ προχωρούσε το μαρτύριο, ένας μόνο λιποψύχησε και βγήκε από τη λίμνη. Τον αντικατέστησε όμως ο φρουρός (Αγλάϊος), που είδε τα στεφάνια πάνω από τα κεφάλια τους. Ομολόγησε το Χριστό, μπήκε στη λίμνη και μαζί με τους 39 παίρνει και αυτός το στεφάνι του μαρτυρίου, αφού μισοπεθαμένους τους έβγαλαν το πρωί από τη λίμνη και τους συνέτριψαν τα σκέλη. Τα μαρτυρικά λείψανα ευρέθησαν από τους Χριστιανούς σε κάποιο γκρεμό, όπου είχαν συναχθεί κατά θεία οικονομία και ενταφιάσθηκαν με ευλάβεια.

Στον Ευεργετινό αναφέρεται ότι ενώ οι Άγιοι Τεσσαράκοντα Μάρτυρες βρίσκονταν στο στάδιο της αθλήσεως έχοντας παραμείνει όλη τη νύχτα μέσα στην παγωμένη λίμνη και καθώς τους έσερναν στον αιγιαλό για να τους συντρίψουν τα σκέλη, η μητέρα ενός Μάρτυρος παρέμενε εκεί πάσχουσα με αυτούς, βλέποντας το παιδί της που ήταν νεότερο στην ηλικία από όλους, μήπως και λόγω του νεαρού της ηλικίας και της αγάπης προς την ζωή, δειλιάσει και βρεθεί ανάξιο της τιμής και της τάξεως των στρατιωτών του Χριστού. Στεκόταν λοιπόν, εκεί και άπλωνε τα χέρια της προς το παιδί της λέγοντας: «Παιδί μου γλυκύτατο, υπόμεινε για λίγο και θα καταστείς τέκνο του Ουράνιου Πατέρα. Μην φοβηθείς τις βασάνους. Ιδού, παρίσταται ως βοηθός σου ο Χριστός. Τίποτε δεν θα είναι από εδώ και πέρα πικρό, τίποτα το επίπονο δεν θα απαντήσεις. Όλα εκείνα παρήλθαν, διότι όλα αυτά τα νίκησες με τη γενναιότητά σου. Χαρά μετά από αυτά, άνεση, ευφροσύνη. Όλα αυτά θα τα γεύεσαι, διότι θα είσαι κοντά στον Χριστό και θα πρεσβεύεις εις Αυτόν και για μένα που σε γέννησα».

Τα λείψανα των Αγίων βρήκε με θεία οπτασία, το έτος 438 μ.Χ., η αυτοκράτειρα Πουλχερία κρυμμένα στο ναό του Αγίου Θύρσου, πίσω από τον άμβωνα, στον τάφο της διακόνισσας Ευσέβειας σε δύο αργυρές θήκες, οι οποίες κατά την διαθήκη της Ευσέβειας, είχαν εναποτεθεί στον τάφο της στο μέρος της κεφαλής της. Στην συνέχεια η Πουλχερία οικοδόμησε ναό έξω από τα τείχη των Τρωαδησίων.

Σπουδαία από ιστορικής απόψεως θεωρείται από νεότερους ερευνητές η Διαθήκη των Αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων, η οποία αποσκοπεί στο να παρεμποδίσει τον διασκορπισμό των ιερών λειψάνων τους μεταξύ των Χριστιανών, πράγμα συνηθισμένο στην Ανατολή κατά τους χρόνους εκείνους.

Οι γονείς του Μεγάλου Βασιλείου που κατείχαν «κόνιν» και τεμάχια των ιερών λειψάνων των Αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων, ανήγειραν τον πρώτο ναό στην Ανατολή εις τιμήν των Αγίων, όπου και ετάφησαν, σε κτήμα τους στον Πόντο.

Ναός αφιερωμένος στους Αγίους Τεσσαράκοντα Μάρτυρες υπήρχε στην περιοχή Μέση της Κωνσταντινούπολης, που είχε ανεγερθεί από τον αυτοκράτορα Τιβέριο Α’ (579 – 582 μ.Χ.) και συμπληρωθεί από τον αυτοκράτορα Μαυρίκιο (582 – 602 μ.Χ.). Το ναό κατεκόσμησε ο Ανδρόνικος ο Κομνηνός (1183 – 1185 μ.Χ.). Στο ναό αυτό λειτουργούνταν κατά την ημέρα της μνήμης των Αγίων Μαρτύρων οι αυτοκράτορες. Άλλοι ναοί υπήρχαν:

α) στο παλάτι, και ο οποίος πανηγύριζε στις 27 Αυγούστου,
β) στη νήσο Πλάτη, ἢ Πλατεία,
γ) στη μονή της Χώρας,
δ) στην Έμμεσα της Συρίας.

Η Σύναξη αυτών ετελείτο στο αγιότατο Μαρτύριό τους πλησίον του Χαλκού Τετραπύλου.

Τέλος αξίζει να αναφέρουμε ότι οι Άγιοι Τεσσαράκοντα Μάρτυρες είναι προστάτες της Ι. Μ. Ξηροποτάμου στο Άγιον Όρος, το Καθολικό της οποίας τιμάται στη Μνήμη τους.

Κατά τους Παρισινούς Κώδικες 1575 και 1476 τα ονόματα τους ήταν: Κυρίων, Κάνδιδος (ή Κλαύδιος), Δόμνας, Ευτύχιος (ή Ευτυχής), Σεβηριανός, Κύριλλος, Θεόδουλος, Βιβιανός, Αγγίας, Ησύχιος, Ευνοϊκός, Μελίτων, Ηλιάδης (ή Ηλίας), Αλέξανδρος, Σακεδών (ή Σακερδών), Ουάλης, Πρίσκος, Χουδίων, Ηράκλειος, Εκδίκιος, (ή Ευδίκιος), Ιωάννης, Φιλοκτήμων, Φλάβιος, Ξάνθιος, (ή Ξανθιάς), Ουαλέριος, Νικόλαος, Αθανάσιος, Θεόφιλος, Λυσίμαχος, Γάϊος, Κλαύδιος, Σμάραγδος, Σισίνιος, Λεόντιος, Αέτιος, Ακάκιος, Δομετιανός (ή Δομέτιος), δυο Γοργόνιοι, Ιουλιανός, (ή Ελιανός ή Ηλιανός), και Αγλάϊος ο καπικλάριος. (Ορισμένοι Κώδικες αναφέρουν και επιπλέον των σαράντα ονόματα, όπως αυτά των Αγίων Αειθάλα, άλλου Γοργονίου κ.λ.π.).

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.

Θείω Πνεύματι, συγκροτηθέντες, δῆμος ὤφθητε, τροπαιοφόρος, Ἀθλοφόροι Χριστοῦ Τεσσαράκοντα, διὰ πυρὸς γὰρ καὶ ὕδατος ἔνδοξοι, δοκιμασθέντες λαμπρῶς ἐδοξάσθητε. Ἀλλ’ αἰτήσασθε, Τριάδα τὴν ὑπερούσιον, δωρήσασθαι ἠμὶν τὸ μέγα ἔλεος.

πηγή

Πνευματικές Νουθεσίες 3(77)

Έτος 12ο Φύλλο 3(77)

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΕΣ ΝΟΥΘΕΣΙΕΣ

Πόνημα Νεανικής Συντροφιάς Ι. Ν. Ευαγγελιστρίας Λιβαδειάς

« Ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δέ ἐν ἐμοί Χριστός »

(διαδικτυακή κυκλοφορία: http://www.inevagelistrias.wordpress.com)

ΤΡΙΩΔΙΟΝ – Α΄ ΜΕΡΟΣ

«Τριώδιον» καλεῖται ἐν γένει ἡ κατανυκτικὴ ἐκκλησιαστικὴ περίοδος, ἡ ὁποία ξεκινᾶ τὴν Κυριακὴ τοῦ Τελώνου καὶ Φαρισαίου καὶ τελειώνει τὸ Μεγάλο Σάββατο. Διαιρεῖται δὲ αὐτὴ σὲ τρεῖς ὑποπεριόδους. Τὰ τελούμενα κατὰ τὶς τρεῖς πρῶτες ἑβδομάδες, τὶς κατεξοχὴν ἑβδομάδες τοῦ Τριωδίου, προετοιμάζουν τοὺς ὀρθοδόξους Χριστιανούς, ὥστε αὐτοὶ νὰ ὑποδεχθοῦν, μὲ πνευματικὴ κατάσταση πρόσφορη, τὴν περίοδο τῶν Ἁγίων Νηστειῶν. Ἡ τελευταία περίοδος, περίοδος πνευματικῶν ἀγώνων καὶ κόπων, διαρκεῖ ἕξι ἑβδομάδες, κατὰ μίμηση τῆς τεσσαρακονθήμερης νηστείας τοῦ Χριστοῦ στὴν ἔρημο (Λουκ. δ΄, 1-2). Μετὰ τὸ πέρας τῶν Ἁγίων Νηστειῶν ἀκολουθεῖ ἡ πάντιμος καὶ Μεγάλη Ἑβδομάδα, ὁπότε ἐπὶ ἕξι ἡμέρες παρακολουθοῦμε καὶ συμμετέχουμε στὰ ἅγια Πάθη τοῦ Κυρίου μας, Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Εἰδικότερα, ἡ ὀνομασία «Τριώδιο» προέρχεται ἀπὸ τὸ ὁμώνυμο λειτουργικὸ βιβλίο, στὸ ὁποῖο περιλαμβάνονται οἱ Ἀκολουθίες τῆς περιόδου, ἔργο πολλῶν καὶ μεγάλων ποιητῶν-ὑμνογράφων τῆς ἁγίας μας Ἐκκλησίας. Τοῦτο διότι οἱ Ἀκολουθίες τοῦ Ὄρθρου (πλὴν τοῦ Σαββάτου καὶ τῆς Κυριακῆς), ἀπὸ τὴν Δευτέρα μετὰ τὴν Κυριακὴ τῆς Ἀπόκρεω καὶ μέχρι τὴν Μεγάλη Πέμπτη, περιέχουν Κανόνες, οἱ ὁποῖοι δομοῦνται ἐπὶ τῇ βάσει τριῶν Ὠδῶν, καὶ ὄχι ἐννέα (= ὀκτὼ), ὡς εἶναι σύνηθες γιὰ τὶς ἄλλες ἐκκλησιαστικὲς περιόδους.

Ἡ Κυριακὴ τοῦ Τελώνου καὶ Φαρισαίου, ὡς ἀπαρχὴ τοῦ ἱεροῦ Τριωδίου, ἑστιάζει εὐλόγως στὴν ἀναγκαιότητα τῆς Μετανοίας, προϋπόθεση τῆς ὁποίας εἶναι ἡ ταπείνωση καὶ ἡ αὐτομεμψία. Δύο πρόσωπα, ὁ ἁμαρτωλὸς Τελώνης καὶ ὁ «δίκαιος» Φαρισαῖος, πρωταγωνιστοῦν ὡς τυπικοὶ ἐκφραστὲς δύο ἀσύμβατων καταστάσεων, τῆς φθοροποιοῦ ὑπερηφάνειας καὶ τῆς θεοποιοῦ ταπεινώσεως. Ὁ Θεὸς ἀποδέχεται τὴν δέηση τοῦ ἁμαρτωλοῦ Τελώνη, καθόσον αὐτὴ συνοδεύεται ἀπὸ ἀληθινὴ ταπείνωση καὶ συντριβὴ καρδίας, ἀπορρίπτει ὅμως τὴν προσευχὴ τοῦ δεύτερου, ἀφοῦ τὴν ἀρετή του συνοδεύει ἡ κενοδοξία. Ἡ ταπείνωση ὅμως ἀποτελεῖ τὴν βασικὴ προϋπόθεση γιὰ τὴν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων, ἀφοῦ αὐτὴ ὁδηγεῖ στὴν ἀληθινὴ καὶ ὑψοποιὸ μετάνοια, χωρὶς τὴν ὁποία οὐδεὶς δύναται νὰ σωθεῖ.

Παρομοίως τὴν δεύτερη Κυριακὴ τοῦ Τριωδίου, τοῦ Ἀσώτου Υἱοῦ, ὅπως εἶναι γνωστή, ἡ Ἐκκλησία διδάσκει ἐπίσης τὴν ἀξία καὶ τὸν τρόπο τῆς μετανοίας, κυρίως ὅμως τὸ ἀκατάληπτο τῆς θείας εὐσπλαχνίας, τὸ ἄρρητο τῆς θείας φιλανθρωπίας, καὶ τὸ ἀβυσσῶδες τῆς μακροθυμίας τοῦ Κυρίου. Σὺν τούτοις, ἡ ἐν λόγῳ Παραβολὴ (Λουκ. ιε’, 11-32) ἀποτελεῖ σύνοψη τῆς θείας Οἰκονομίας, σύνοψη τῶν ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Σύμφωνα μὲ τὸ θεόπνευστο αὐτὸ κείμενο, ἀνεξάντλητο σὲ βαθιὰ νοήματα, ὁ ἄνθρωπος ἀπομακρύνεται μὲ τὴν θέλησή του, καὶ ἄνευ ἀποχρῶντος λόγου, ἀπὸ τὸν πλάστη καὶ Κύριό του. Ἐν συνεχείᾳ, παραδίδεται στὰ πάθη καὶ στὴν δουλεία τῶν σαρκικῶν ἐπιθυμιῶν, στερούμενος τὰ θεϊκά του χαρίσματα. Ὑπὸ τὴν ἐξουσία καὶ ὑπηρεσία τοῦ διαβόλου (αὐτὸς εἶναι ὁ πολίτης τῆς χώρας ἐκείνης, στὸν ὁποῖο ὑποτάχθηκε ὁ Ἄσωτος) ὁδηγεῖται στὸν πνευματικὸ καὶ σωματικὸ θάνατο. Παρὰ ταῦτα ὁ Θεός-Πατέρας ἀναμένει καὶ ἐπιδιώκει τὴν ἐπιστροφὴ τοῦ ἁμαρτωλοῦ ἀνθρώπου∙ καὶ ὅταν αὐτὸ συμβαίνει, ὄχι μόνον ἀποκαθιστᾶ τὸ πλάσμα του στὸ ἀρχαῖο του κάλλος, ἀλλὰ καὶ τὸ ἀναβιβάζει σὲ ὕψη χάριτος καὶ δόξης, ζηλευτὰ ἀπὸ τοὺς Ἀγγέλους.

Τὸ Σάββατο πρὸ τῆς Κυριακῆς τῆς Ἀπόκρεω, εἶναι γνωστὸ ὡς Ψυχοσάββατο ἣ Σάββατο τῶν Ψυχῶν. Εἶναι τὸ πρῶτο ἐκ τῶν δύο Ψυχοσαββάτων (τὸ δεύτερο τελεῖται τὸ Σάββατο πρὸ τῆς Πεντηκοστῆς), τὰ ὁποῖα καθιέρωσε ἡ Ἐκκλησία μας ὡς ἡμέρα μνήμης τῶν ἀπ’ αἰῶνος κεκοιμημένων, καὶ μάλιστα ἐκείνων ποὺ δὲν ἀξιώθηκαν τῶν τεταγμένων μνημοσύνων. Τὰ ἐν αὐτῷ τελούμενα ἔχουν ἰδιαίτερη σημασία, καθόσον προηγοῦνται τῆς Κυριακῆς τῆς Ἀπόκρεω, ἡμέρα ἡ ὁποία ἀναφέρεται στὴν Δευτέρα Παρουσία. Δεόμεθα δὲ στὸν Θεὸ καὶ Κύριό μας νὰ ἀναπαύσει τὶς ψυχὲς τῶν κεκοιμημένων ἀδελφῶν μας καὶ νὰ ἀξιώσει αὐτοὺς τῆς οὐρανίου βασιλείας Του. Ἐπιπλέον, ἡ ἡμέρα διεγείρει πνευματικῶς τοὺς εὐσεβεῖς, καθόσον ἡ μελέτη τοῦ θανάτου ἀποτελεῖ ἐφαλτήριο γιὰ τὴν σωτηρία.

Σημειωτέον ὅτι ἡ ἀνάμνηση τῆς ἀδεκάστου Κρίσεως κατὰ τὴν Κυριακὴ τῆς Ἀπόκρεω τίθεται, προκειμένου νὰ μᾶς ὑπενθυμίσει ὅτι ἡ φιλανθρωπία καὶ ἡ μακροθυμία τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία ἐκφράσθηκε στὶς προηγούμενες ἡμέρες, συναρτᾶται μὲ τὴν ἰδιότητά Του ὡς Κριτοῦ δικαίου, ζώντων καὶ νεκρῶν. Ὀνομάζεται δὲ ἡ Κυριακὴ αὐτὴ «Ἀπόκρεω», ἐπειδὴ ἀπὸ τὴν ἡμέρα αὐτὴ καὶ μετὰ οἱ ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ γευθοῦν κρέας, ἐνῶ ἐπιτρέπεται ἡ βρώση ὅλων τῶν ἄλλων τροφῶν ἀνεξαιρέτως. Πρέπει δὲ νὰ γνωρίζουμε ὅτι ἡ διάταξη αὐτὴ δὲν εἶναι μόνον προδρομικὴ τῆς τεσσαρακονθήμερης Νηστείας∙ παραπέμπει στὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν Ἀδὰμ καὶ τὴν Εὔα, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία αὐτοὶ μποροῦσαν νὰ φᾶνε ἀπὸ ὅλα τὰ φυτὰ τοῦ Παραδείσου, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν καρπὸ τοῦ «Ξύλου τοῦ γινώσκειν καλόν καὶ Πονηρόν» (Γέν. Γ΄, 17). Ἐπειδὴ δὲ οἱ Πρωτόπλαστοι δὲν σεβάσθηκαν τὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ, ἐκδιώχθηκαν ἀπὸ τὸν Παράδεισο καὶ ἀπὸ τὴν ἀγκάλη Του. Ἔτσι καὶ ἐμεῖς σήμερα δὲν ἐπιτρέπεται νὰ κρεοφαγοῦμε τὴν ἑβδομάδα αὐτή, ὥστε νὰ μὴν λάβουμε τὰ ἐπίχειρα ἁμαρτίας, ἀνάλογης πρὸς τὴν προπατορική.

Τὸ Σάββατο πρὸ τῆς Κυριακῆς τῆς Τυρινῆς, ἔχοντας παιδαγωγηθεῖ ἀπὸ τὴν μνήμη τῆς τελικῆς Κρίσεως, οἱ ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας θεώρησαν χρήσιμο νὰ μᾶς παιδαγωγήσουν καὶ μὲ ἕνα ἀκόμη μέσο: διὰ τῆς μνείας τοῦ βίου, τῶν πόνων καὶ τῶν καμάτων τῶν Ὁσίων πατέρων καὶ μητέρων. Τοῦτο δὲ ὄχι μόνον γιὰ νὰ διδαχθοῦμε ἀπὸ τὸ παράδειγμά τους, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ ἐνισχυθοῦμε στὸν ἀγῶνα τῆς ἀρετῆς∙ πῶς; Μὲ τὸ νὰ ἀναλογισθοῦμε ὅτι οἱ Ὅσιοι πατέρες μας, ἀπὸ τὸν Μέγα Ἀντώνιο μέχρι τὸν ὅσιο Παΐσιο τὸν Ἁγιορείτη, εἶχαν (καὶ ἔχουν) τὴν ἴδια μὲ μᾶς φύση∙ εἶχαν καὶ αὐτοὶ σῶμα ἀνθρώπινο, εἶχαν καὶ αὐτοὶ ἐπιθυμίες καὶ ἀδυναμίες ὡς ἄνθρωποι. Ἐντούτοις, καὶ σὲ ἀντίθεση μὲ μᾶς σήμερα, δὲν φείσθηκαν οὔτε τὸ σῶμα οὔτε τὶς ἐπιθυμίες του. Κακουχούμενοι σὲ ὀπὲς τῆς γῆς, σὲ σπήλαια καὶ καλύβες, δίχως καμμιὰ σωματικὴ ἀνάπαυση, δίχως παρηγορία, μαχόμενοι καθημερινὰ μὲ τὸν πειρασμό, εὐαρέστησαν τὸν Κύριό τους, καὶ ἔλαβαν τὸ ἀτίμητο στεφάνι τῆς νίκης ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν ἀγωνοθέτη Χριστό.

Ἡ Κυριακὴ πρὸ τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, καλεῖται τῆς Τυρινῆς ἣ τῆς Τυροφάγου. Τὴν ἀποφράδα αὐτὴ ἡμέρα ἡ Ἐκκλησία μνεία ποιεῖται τῆς ἐξορίας τῶν Πρωτόπλαστων ἀπὸ τὸν Παράδεισο. Ἀπὸ τὴν ἑπομένη ἡμέρα (Καθαρὰ Δευτέρα) ξεκινᾶ ὁ ἀδιάλειπτος καὶ κοπιώδης ἀγώνας τοῦ ἀνθρώπου, ἡμῶν τῶν ἁμαρτωλῶν, γιὰ τὴν ἐπιστροφή μας στὸν οἶκο τοῦ Θεοῦ, ἀπὸ ὅπου καὶ ἐξεβλήθημεν λόγῳ τῆς ἀνυπακοῆς μας, λόγῳ τῆς ἀθετήσεως τοῦ Αἵματος τῆς Διαθήκης καὶ λόγῳ τῆς καταφρονήσεως τῶν ἱερῶν συνθηκῶν, τὶς ὁποῖες βεβαιώσαμε ἐνώπιον τῶν ἀγγέλων, κατὰ τὸ Βάπτισμά μας. Ἡ Κυριακή, λοιπόν, τῆς Τυροφάγου συνιστᾶ τὴν ἀπαρχὴ τῆς ἱστορίας τοῦ Ἀνθρώπου καὶ τῆς σωτηρίας του, ἡ δὲ Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ ἀνακεφαλαίωση ὅλης τῆς θείας Οἰκονομίας καὶ τοῦ σωτηριώδους ἔργου τοῦ Θεοῦ.

Γιὰ τὸν λόγο αὐτό, εἶναι παράδοξο, ὅτι αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν Κυριακή, ἡμέρα θρήνων καὶ ὀδυρμῶν γιὰ τοὺς ἀληθινοὺς Χριστιανούς, κορυφώνονται οἱ καρναβαλικὲς ἐκδηλώσεις, οἱ ὁποῖες, ὡς γνωστόν, συνοδεύονται ἀπὸ ἀκολασίες, γέλωτες, χοροὺς καὶ συμπόσια. Διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ μιαίνουμε καὶ βεβηλώνουμε τὴν ἀπαρχὴ τῆς Ἁγίας Τεσσαρακοστῆς, ἐνῶ θὰ ἔπρεπε τὴν ἡμέρα αὐτὴ νὰ μείνουμε κλεισμένοι στὸ ταμεῖο τῆς καρδιᾶς μας, δεόμενοι πρὸς τὸν γλυκύτατο Ἰησοῦ, προκειμένου Αὐτὸς νὰ μᾶς ἐνδυναμώσει γιὰ τὸ πεδίο τῶν πνευματικῶν ἀγώνων, ποὺ ἀνοίγεται μπροστά μας.

Κωνσταντίνος Βαφειάδης, καθηγηγητής Ανωτάτης Εκκλησιαστικής Ακαδημίας Αθηνών

ΚΑΛΟ ΤΡΙΩΔΙΟ, ΚΑΛΟ ΑΓΩΝΑ, ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ

Η Κυριακή του Ασώτου (Ευαγγέλιο: Λουκ. ιε΄ 11-32)

Η απερινόητη αγάπη του Θεού για τον άνθρωπο φαίνεται από την μεγάλη Του υπομονή, τη μεγάλη συγχωρητικότητά Του και τη μεγάλη χαρά Του. Τέτοια αγάπη στη γη μπορεί να συγκριθεί μόνο με τη μητρική. Ποιος έχει μεγαλύτερη υπομονή προς κάθε πλάσμα στη γη, απ’ όση έχει μια μητέρα για το παιδί της; Ποιος έχει μεγαλύτερη συγχωρητικότητα από τη μητέρα; Ποιος κλαίει από χαρά όταν βλέπει τον μετανιωμένο αμαρτωλό, όσο μια μητέρα που βλέπει τη βελτίωση του παιδιού της;

Από τότε που δημιουργήθηκε ο κόσμος, η μητρική αγάπη ξεπεράστηκε μόνο από τον Κύριο Ιησού Χριστό, με την αγάπη Του για τους ανθρώπους. Η υπομονή Του τον οδήγησε στα φοβερά πάθη Του στο σταυρό. Η συγχωρητικότητά Του πήγαζε από την καρδιά και τα χείλη Του, ακόμα κι όταν βρισκόταν στο σταυρό. Η χαρά Του γι’ αυτούς που μετανοούσαν, απάλυνε τους πόνους της στοργικής ψυχής Του. Μόνο η θεία αγάπη ξεπερνάει τη μητρική. Μόνο ο Θεός μας αγαπά περισσότερο από την ίδια τη μάνα μας. Μόνο Εκείνος μας συγχωρεί πιο εύκολα από εκείνη. Μόνο ο Θεός χαίρεται περισσότερο από τη μητέρα μας όταν εμείς βελτιωνόμαστε.

Αυτός που δεν έχει υπομονή μαζί μας όταν αμαρτάνουμε, δεν μας αγαπά. Ούτε μας αγαπά αυτός που δεν μας συγχωρεί όταν μετανοούμε για τις αμαρτίες μας. Και λιγότερο απ’ όλους μας αγαπά εκείνος που δεν χαίρεται όταν βελτιωνόμαστε.

Η υπομονή, η συγχωρητικότητα κι η χαρά είναι τα τρία μέγιστα χαρακτηριστικά της θείας αγάπης. Είναι χαρακτηριστικά της ολοκληρωτικής, της πραγματικής αγάπης – αν υπάρχει πραγματική αγάπη έξω από τη θεϊκή. Χωρίς τα τρία αυτά χαρακτηριστικά, η αγάπη δεν είναι αγάπη. Αν δώσεις το όνομα «αγάπη» σε οτιδήποτε άλλο, είναι σα να ’δινες το όνομα «πρόβατο» σε μια κατσίκα ή σ’ ένα γουρούνι.

Στην παραβολή του Ασώτου Υιού, ο Κύριος Ιησούς μας παρουσιάζει την εικόνα της πραγματικής, της θεϊκής αγάπης. Η εικόνα αυτή είναι ιστορημένη με τόσο ζωηρά και καθαρά χρώματα, ώστε μπροστά στα μάτια μας μοιάζει ζωντανή, όπως φαίνεται ο κόσμος μας μετά το σκοτάδι, όταν ανατέλλει ο ήλιος. Δυο χιλιάδες χρόνια τώρα τα χρώματα της εικόνας αυτής δεν ξεθώριασαν, ούτε και πρόκειται να ξεθωριάσουν όσο υπάρχουν άνθρωποι στη γη κι ο Θεός εξακολουθεί να τους αγαπά. Το αντίθετο μάλιστα. Όσο πιο αμαρτωλοί γίνονται οι άνθρωποι, τόσο πιο ζωντανή μοιάζει η εικόνα, τόσο πιο φρέσκια.

Η Κυριακή του Ασώτου

***

«Ἄνθρωπός τις εἶχε δύο υἱούς. Καὶ εἶπεν ὁ νεώτερος αὐτῶν τῷ πατρί· πάτερ, δός μοι τὸ ἐπιβάλλον μέρος τῆς οὐσίας» (Λουκ. ιε΄ 11-12). Ένας άνθρωπος είχε δυο γιούς. Και είπε ο νεότερος απ’ αυτούς στον πατέρα του: πατέρα, δος μου το μερίδιο της περιουσίας που μου ανήκει. Κι ο πατέρας τους μοίρασε την περιουσία.

Πόσο απλό μα και πόσο δραματικό είναι το ξεκίνημα της παραβολής αυτής! Πόσο βάθος κρύβεται κάτω από την απλότητα αυτή! Πίσω από τις λέξεις ἄνθρωπός τις, κρύβεται ο Θεός. Κάτω από τις λέξεις δύο υἱούς, υπάρχουν ο δίκαιος άνθρωπος κι ο αμαρτωλός, ή μάλλον, όλοι οι δίκαιοι άνθρωποι κι όλοι οι αμαρτωλοί. Ο δίκαιος άνθρωπος είναι μεγαλύτερος από τον αμαρτωλό. Ο Θεός στην αρχή δημιούργησε τον άνθρωπο δίκαιο. Αργότερα έγινε αμαρτωλός. Ο αμαρτωλός ζητάει το μερίδιό του, τόσο από το Θεό όσο κι από τον δίκαιο αδερφό του.

Με τους δυο γιούς πρέπει επίσης να κατανοήσουμε τη διπλή φύση που έχει κάθε άνθρωπος: τη μια που διψάει για το Θεό και την άλλη που ρέπει προς την αμαρτία. Η μια φύση πιέζει τον άνθρωπο να ζει σύμφωνα με τις εντολές του Θεού, σύμφωνα με το νόμο του νου, που λέει ο απόστολος Παύλος· η άλλη τον σπρώχνει να ζει σύμφωνα με το νόμο της σάρκας (βλ. Ρωμ. ζ΄ 22-23). Έχουμε τον πνευματικό άνθρωπο και τον σαρκικό, δυο ανθρώπους να συνυπάρχουν στον ένα. Ο πνευματικός άνθρωπος δεν μπορεί να φανταστεί πως θα ζήσει μακριά από τον Θεό. Ο σαρκικός νομίζει πως η ζωή του αρχίζει μόνο όταν απομακρύνεται από τον Θεό. Ο πνευματικός άνθρωπος είναι πρεσβύτερος, ο σαρκικός νεότερος. Από την ίδια τη δημιουργία του ο πνευματικός άνθρωπος είναι πρεσβύτερος, αφού μαθαίνουμε πως ο Θεός είπε στην αρχή: «Ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ᾿ εἰκόνα ἡμετέραν» (Γέν. α΄ 26).

Εικόνα του Θεού είναι η πνευματική φύση του ανθρώπου, όχι η σαρκική. Εξάλλου ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο από τον πηλό (Γέν. β΄ 7), στον οποίο «ἐνεφύσησεν» την εικόνα που είχε ήδη διαμορφωθεί, δηλαδή τον πνευματικό άνθρωπο. Βέβαια το ανθρώπινο σώμα, όπως το δημιούργησε ο Θεός, αν και ήταν πηλός δεν ήταν αμαρτωλό, έστω κι αν αυτό οδήγησε τον άνθρωπο στην αμαρτία. Επίσης η Εύα ήταν νεότερη από τον Αδάμ. Δημιουργήθηκε από το σώμα του Αδάμ, αλλά παραβίασε την εντολή του Θεού κι έπεσε στον πειρασμό λόγω των επιθυμιών της σάρκας της. Με την πτώση της χωρίστηκε από το Θεό και οδηγήθηκε «εἰς χώραν μακράν», στο βασίλειο του Σατανά.

Δός μοι τὸ ἐπιβάλλον μέρος τῆς οὐσίας. Έτσι μιλάει στο Θεό ο αμαρτωλός. Γιατί έτσι είναι. Τι ανήκει στον άνθρωπο, που δεν είναι του Θεού; Ο πηλός, μόνο ο πηλός, τίποτ’ άλλο. Είναι αλήθεια πως τον πηλό τον δημιούργησε ο Θεός. Ο πηλός όμως δεν είναι μέρος της ύπαρξής Του. Έτσι μόνο ο άνθρωπος μπορεί να ισχυριστεί πως ο πηλός του ανήκει. Όλα τ’ άλλα είναι του Θεού. Όλα τ’ άλλα ανήκουν στο Θεό. Όσο ο άνθρωπος δεν είναι χωρισμένος από το Θεό, όλα όσα ανήκουν στο Θεό, ανήκουν και στον ίδιο. Όπως ο Θεός λέει: «τέκνον… πάντα τὰ ἐμά, σά ἐστιν» (Λουκ. ιε΄ 31), έτσι κι ο άνθρωπος θα μπορούσε να πει σ’ αυτήν την περίπτωση: «πάντα ὅσα ἔχει ὁ πατὴρ ἐμά ἐστι» (Ιωάν. ιστ΄ 15).

Όταν ο άνθρωπος αποφασίσει να χωριστεί από τον Θεό· κι όταν ζητήσει να λάβει το μερίδιό του από τ’ αμέτρητα αγαθά του Θεού, ο Θεός μπορεί να μην του δώσει τίποτα, χωρίς να χάσει τη δικαιοσύνη Του. Γιατί χωρίς το Θεό ο άνθρωπος είναι ένα τίποτα. Κι όλα όσα κατέχει, είναι τίποτα. Όταν ο Θεός του δίνει πηλό, δηλαδή μόνο σώμα χωρίς πνεύμα, χωρίς ψυχή, χωρίς πνευματικές δωρεές, πάλι του έχει δώσει περισσότερα απ’ όσα του ανήκουν. Και του τα ’δωσε αυτά όχι ως πράξη δικαιοσύνης, αλλά ελέους. Καθώς όμως το έλεος του Θεού είναι απροσμέτρητα ανώτερο από το έλεος που έχει μια μητέρα προς το παιδί της, ο Θεός δίνει στο αμαρτωλό παιδί Του κάτι περισσότερο από πηλό. Μαζί με το σώμα δηλαδή του δίνει και ψυχή, όπως και στα ζώα, του αφήνει και κάποια πνευματικά χαρίσματα όπως επίγνωση, συνείδηση, επιθυμία του καλού. Κι αυτά δεν είναι παρά μόνο ένας μικρός σπινθήρας, αρκετός να τον διαφυλάξει για να μην πέσει χαμηλά και φτάσει στο επίπεδο των ζώων, για να μη γίνει ένα ζώο ανάμεσα στα άλλα.

«Καὶ διεῖλεν αὐτοῖς τὸν βίον». Ο πρεσβύτερος γιος κάθισε μαζί με τον πατέρα του κι απολάμβανε όλα τα αγαθά του. Ο νεότερος γιός όμως «μετ᾿ οὐ πολλὰς ἡμέρας συναγαγὼν ἅπαντα… ἀπεδήμησεν εἰς χώραν μακράν, καὶ ἐκεῖ διεσκόρπισε τὴν οὐσίαν αὐτοῦ ζῶν ἀσώτως» (Λουκ. ιε΄ 13). Μετά από λίγες μέρες μάζεψε όλα όσα του έδωσε ο πατέρας του και πήγε σε μια μακρινή χώρα. Εκεί έζησε με ασωτεία και σπατάλησε όλη την περιουσία του.

Αυτό το μετ᾿ οὐ πολλὰς ἡμέρας, δε θυμίζει τη σύντομη παραμονή του Αδάμ στον παράδεισο; Όταν αμάρτησε ο Αδάμ, ζήτησε κι έλαβε από το Θεό το μερίδιό του. Τότε είδε τη γύμνωσή του. Είδε δηλαδή πως χωρίς το Θεό δεν είναι τίποτα. Κι ο Θεός με το έλεός Του δεν τον έδιvξε γυμνό, αλλά του έδωσε ρούχα. «Καὶ ἐποίησε Κύριος ὁ Θεὸς τῷ ᾿Αδὰμ καὶ τῇ γυναικὶ αὐτοῦ χιτῶνας δερματίνους καὶ ἐνέδυσεν αὐτούς» (Γέν. γ΄ 21). «Γῆ εἶ καὶ εἰς γῆν ἀπελεύσῃ» (Γέν. γ΄ 19), είπε στον Αδάμ. Αυτό σημαίνει: Στην καλύτερη περίπτωση μόνο ο πηλός είναι δικός σου. Όλα τ’ άλλα είναι δικά μου. Ζήτησες αυτό που σου ανήκει κι Εγώ σου το έδωσα. Για σένα όμως, για να μπορέσεις να ζήσεις έστω και στη σκιά αυτού που ήσουν πριν, σου δίνω και κάτι παραπάνω. Σου δίνω ένα σπινθήρα της θεϊκής μου δύναμης και αξίας.

Αυτό που έπαθε ο Αδάμ επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά σε εκατομμύρια απογόνους του. Όλοι εκείνοι που με την αμαρτία τους χωρίστηκαν από το Θεό, λαβαίνουν το μερίδιό τους κι αποδημούν εἰς χώραν μακράν. Ο Θεός δε θα πιέσει κανέναν να μείνει μαζί Του. Ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο ελεύθερο και δε θέλει με τίποτα να περιορίσει την ελευθερία του, γιατί αυτό θα ’ταν αντίθετο στη θεϊκή Του φύση.

Τι κάνει τώρα ο ανόητος αμαρτωλός άνθρωπος όταν απομακρύνεται από το Θεό, όταν χωρίζεται απ’ Αυτόν; Αποδημεί σε χώρα μακρινή και σπαταλάει την περιουσία του ζώντας με ασωτείες. Αυτά δεν τα έχει κάνει ένας μόνο αμαρτωλός. Δεν τα έκανε μόνο ο νεότερος γιος της παραβολής. Αυτά τα κάνουν όλοι οι άνθρωποι όταν χωρίζονται από τον Θεό, αφού «ἐξέλιπαν ἐν ματαιότητι αἱ ἡμέραι αὐτῶν» (Ψαλμ. οζ΄ 33).

Τι σημαίνει ζῶν ἀσώτως; Πως τις μέρες του τις δαπάνησε άσκοπα, μέσα στην αμαρτία, με μεθύσια, διαπληκτισμούς, οργή, σπατάλες και κυρίως με ανηθικότητα. Με αμαρτίες που σπαταλούν τις ζωτικές λειτουργίες γρήγορα και ολοκληρωτικά, ενώ ο θεϊκός σπινθήρας εξαφανίζεται. Όταν ο άνθρωπος δεν έχει αγάπη, παραδίνεται στα πάθη. Όταν ο άνθρωπος εγκαταλείπει τον δρόμο του Θεού, κυκλώνεται από πλήθος παθών και περιφέρεται από δω κι από κει. Ο άνθρωπος αυτός είναι σαν να παίρνει το τσεκούρι και να κόβει τις ίδιες τις ρίζες της ζωής του. Κόβει κάθε μέρα κι από μια ρίζα, ωσότου το δέντρο αρχίσει να μαραίνεται.

Ο Άσωτος Υιός έζησε άσκοπά και σπατάλησε όλη την περιουσία που του έδωσε ο πατέρας του. «Δαπανήσαντοςν δὲ αὐτοῦ πάντα ἐγένετο λιμὸς ἰσχυρὸς κατὰ τὴν χώραν ἐκείνην, καὶ αὐτὸς ἤρξατο ὑστερεῖσθαι». Κι αφού τα ξόδεψε όλα, στη μακρινή αυτή χώρα έπεσε πείνα μεγάλη κι άρχισε κι ο ίδιος να πεινά. Στη μακρινή αυτή χώρα, μακριά πολύ από το Θεό, υπάρχει πάντα πείνα, γιατί η γη δεν μπορεί να χορτάσει τον πεινασμένο άνθρωπο. Η τροφή της το μόνο που κάνει, είναι να αυξάνει την πείνα του. Η γη μόνο τα άλογα ζώα μπορεί να χορτάσει. Σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να χορτάσει τον άνθρωπο. Στη μακρινή χώρα πάντα υπάρχει πείνα. Ο αμαρτωλός που ξεχνά τελείως το Θεό και δαπανά όλες τις ζωτικές δυνάμεις του, που ο Θεός του έδωσε με το μερίδιό του, πέφτει σε μεγάλη πείνα. Μια πείνα που δεν μπορεί να την κορέσει ούτε για μια στιγμή η γη ολόκληρη, με όλα τα αγαθά της.

Το ίδιο γίνεται μέχρι σήμερα με κάθε αμαρτωλό που παραδίδεται ολοκληρωτικά στη γη, στο σώμα και τις σωματικές απολαύσεις. Η τραγωδία για τον αμαρτωλό αρχίζει όταν όλ’ αυτά γίνονται αποκρουστικά, μοιάζουν με βρώμα και δυσωδία. Τότε αρχίζει να παραπονιέται για τον κόσμο ολόκληρο, να καταριέται την ίδια του τη ζωή. Με στεγνό το σώμα αλλά και την ψυχή του, νιώθει σα να ’χει μέσα του ένα κενό, σα να ’ναι ένα καλάμι ξερό, απ’ όπου περνάει παγερός αέρας. Όλα του φαίνονται μαύρα. Όλα είναι άσχημα, αηδιαστικά. Σ’ αυτή την κατάσταση που βρίσκεται τα ’χει χαμένα, δεν ξέρει τι να κάνει. Δεν πιστεύει στη ζωή του. Πώς τότε μπορεί να πιστέψει στην άλλη; Εκείνη την έχει ξεχάσει εντελώς, τούτην εδώ άρχισε να την μισεί. Τι κάνουμε τώρα; Πού πάμε; Το σύμπαν ολόκληρο τον πιέζει και πουθενά δε βλέπει πόρτα με ένδειξη «έξοδος».

Ο τάφος δεν είναι διέξοδος, είναι είσοδος. Κι όταν ο άνθρωπος βρίσκεται σε τέτοια απελπισμένη κατάσταση, του παρουσιάζεται ο σατανάς, που όλον αυτόν τον καιρό ήταν κοντά του και τον οδηγούσε από αμαρτία σε αμαρτία, αν και κρυφά, αόρατα. Τώρα όμως του παρουσιάζεται, τον παίρνει στην υπηρεσία του και τον στέλνει στον αγρό του για να ποιμάνει τους χοίρους. Όπως λέει κι η παραβολή, «πορευθεὶς ἐκολλήθη ἑνὶ τῶν πολιτῶν τῆς χώρας ἐκείνης, καὶ ἔπεμψεν αὐτὸν εἰς τοὺς ἀγροὺς αὐτοῦ βόσκειν χοίρους» (Λουκ. ιε΄ 15).

Αυτό παθαίνει κάθε ανυπάκουος γιος που έφυγε μακριά από τον πατέρα του. Τον αποχαιρέτησε γεμάτος υπερηφάνεια και μεγάλα σχέδια για τη ζωή του, για την ευτυχία του, αλλά κατάντησε δούλος κάποιου που ήταν χειρότερος από τον ίδιο, έγινε ποιμένας σε ξένους χοίρους.

Είναι φανερό ότι με τον ένα των πολιτών της χώρας εκείνης, εννοεί τον πονηρό. Εδώ βέβαια αναφέρεται άνθρωπος, όπως κι ο πατέρας ονομάζεται άνθρωπος, ιστορείται όμως μ’ έναν τρόπο εντελώς αντίθετο από τον «πατέρα-άνθρωπο» από τον οποίο έφυγε ο ανόητος γιος. Αυτός εδώ δεν είναι άνθρωπος της ουράνια βασιλείας, ούτε καν της επίγειας, αλλά κάποιας τρίτης, της βασιλείας του σκότους και της φρίκης, της παρακμής και της γέεννας, της βασιλείας των δαιμόνων. Με τον πρώτο, τον «πατέρα-άνθρωπο», ο αμαρτωλός ονομάζεται γιος, με τον άλλο, τον «πονηρό-άνθρωπο», ονομάζεται δούλος. Όταν ήταν κοντά στον «πατέρα-άνθρωπο» ήταν ευλογημένος, είχε όλα τα αγαθά και μάλιστα με αφθονία. Με τον άλλον, τον «πονηρό-άνθρωπο», πεινάει. Πεινούσε τόσο πολύ, ώστε ήθελε να φάει τα ξυλοκέρατα που έτρωγαν οι χοίροι, μα κανένας δεν του έδινε ούτε καν απ’ αυτά.

Οι χοίροι εδώ έχουν μια βαθύτερη σημασία. Μ’ αυτούς πρέπει να υπονοήσουμε τα πονηρά πνεύματα, τους κατοίκους της βασιλείας των δαιμόνων. Τα πονηρά πνεύματα είναι φορείς κάθε ακαθαρσίας. Και οι χοίροι είναι τα ορατά σύμβολα της βρωμιάς. Όταν ο Κύριος «ἐξέβαλε» τα πονηρά πνεύματα από τον δαιμονισμένο στα Γάδαρα, τα έστειλε στους χοίρους (βλ. Λουκ. η΄ 32-33). Όπως οι χοίροι είναι κολλημένοι στη γη, έτσι και τα πονηρά πνεύματα ριζώνουν μέσα στον άνθρωπο, ωσότου βρουν μέσα του κάποια ακαθαρσία για να τραφούν. Με τα ξυλοκέρατα πρέπει να υπονοήσουμε κάθε ακαθαρσία του μέσα ανθρώπου, δηλαδή πονηρές σκέψεις, ιδιοτελείς, αμαρτίες, ακάθαρτες και λάγνες επιθυμίες κι άλλα πάθη. Τα πονηρά πνεύματα τρέφονται και ικανοποιούνται με όλα όσα απομυζούν την ψυχή και την μαραίνουν. Όλα όσα γίνονται στο σκότος της ψυχής του ανθρώπου, εκεί που δε φτάνει ο θείος φωτισμός, όπως οι καρποί που αναπτύσσονται μέσα στο έδαφος, είναι η ακάθαρτη τροφή για τα πονηρά πνεύματα.

Τα πονηρά πνεύματα όμως δε δίνουν την τροφή αυτή στον άνθρωπο από τη στιγμή που μπήκε στην υπηρεσία τους. Τον τρέφουν ως τη στιγμή που θα γίνει ολότελα δικός τους, που θα υποταχθεί στη δύναμή τους. Μετά, όταν τον έχουν στο χέρι τους, δεν υπάρχει λόγος να τον ταΐσουν άλλο. Η τροφή τους είναι δηλητήριο· κι αυτός τώρα έχει δηλητηριαστεί ολόκληρος. Αυτό που ως τότε ήταν δηλητήριο, τώρα τον τρέφει. Ροκανίζουν την ψυχή του και περιμένουν την ώρα που θ’ αποχωριστεί από το σώμα, τότε που θα μπορούν να τη ταΐσουν με ακόμα μεγαλύτερα βάσανα στο σκοτάδι της γέενας. Όπως είπε ο προφητάνακτας Δαβίδ, «κατεδίωξεν ὁ ἐχθρὸς τὴν ψυχήν μου, ἐταπείνωσεν εἰς γῆν τὴν ζωήν μου, ἐκάθισέ με ἐν σκοτεινοῖς ὡς νεκροὺς αἰῶνος» (Ψαλμ. ρμβ΄ 3). Ο Άσωτος Υιός έμοιαζε με νεκρό προτού πεθάνει σωματικά.

***

Τη στιγμή εκείνη όμως, που ο Άσωτος Υιός βρισκόταν στην έσχατη απόγνωση, την ώρα της μεγάλης πείνας και του τρόμου, μια σπίθα άναψε μέσα του. Μια ξεχασμένη, εντελώς απρόσμενη σπίθα. Από πού φάνηκε η σπίθα αυτή σε σβησμένα κάρβουνα; Πώς ξεπήδησε σπίθα από νεκρό σώμα; Ήρθε από εκεί που επισημάναμε από την αρχή. Πώς ο πατέρας, την ώρα που έδινε στο γιο την αναλογία του, έδωσε κάτι παραπάνω από το μερτικό του. Μαζί με τον πηλό του έδωσε κι έναν σπινθήρα συνείδησης και επίγνωσης. Όταν ο σοφός και εύσπλαχνος πατέρας του έδινε το μερίδιο της περιουσίας που του ανήκε, ήταν σα να μονολογούσε: «Θα του δώσω κι αυτό: λίγη συνείδηση και επίγνωση, κάτι απ’ αυτό που θέλησε να εγκαταλείψει φεύγοντας. Γιατί όχι; Θα το χρειαστεί. Φεύγει, πηγαίνει σε χώρα κρύα, φτωχή. Όταν βρεθεί σε μεγάλη ανάγκη, και μόνο αυτή η σπίθα μπορεί να φωτίσει το δρόμο που θα τον οδηγήσει πίσω σε μένα. Εντάξει. Ας το πάρει κι αυτό. Θα το χρειαστεί. Η σπίθα αυτή θα τον σώσει».

Κι έτσι έγινε. Η σπίθα αυτή έλαμψε στο βαθύ σκοτάδι, ακριβώς τη δωδέκατη ώρα, τότε που ο Άσωτος Υιός είχε φτάσει στο τρίτο βασίλειο κι είχε παραδοθεί στην υπηρεσία του διαβόλου. Έλαμψε μέσα του σαν μαγικό φαναράκι το ξεχασμένο από παλιά φως της συνείδησης και της επίγνωσης. Και στη λάμψη του φαναριού αυτού ήρθε στον εαυτό του, σε επίγνωση. Μόνο με το φωτισμό της μικρής αυτής σπίθας κατόρθωσε να δει την άβυσσο όπου είχε πέσει, να νιώσει όλη τη δυσοσμία που είχε ανασάνει, το βρώμικο περιβάλλον όπου ζούσε και τη διεφθαρμένη κοινωνία στην οποία είχε ενταχθεί. Με το φως που ανέδιδε το μικρό φαναράκι, αυτό που είχε βάλει στην ψυχή του ο εύσπλαχνος πατέρας τους, ξύπνησε από το φοβερό όνειρο κι άρχισε να συγκρίνει τη ζωή που έκανε παλιότερα, κοντά στον πατέρα του, με κείνην που ζούσε τώρα.

«Εἰς ἑαυτὸν δὲ ἐλθὼν εἶπε· πόσοι μίσθιοι τοῦ πατρός μου περισσεύουσιν ἄρτων, ἐγὼ δὲ λιμῷ ἀπόλλυμαι! ἀναστὰς πορεύσομαι πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ ἐρῶ αὐτῷ· πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου. Οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου· ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου. Καὶ ἀναστὰς ἦλθε πρὸς τὸν πατέρα αὐτοῦ» (Λουκ. ιε΄ 17-19). Κάποια στιγμή συνήλθε, ήρθε στον εαυτό του και σκέφτηκε: πόσους μισθωτούς έχει ο πατέρας μου που χορταίνουν με το παραπάνω από τα αγαθά του κι εγώ πεθαίνω της πείνας; Ας σηκωθώ κι εγώ λοιπόν κι ας γυρίσω κοντά του λέγοντας: πατέρα μου, αμάρτησα και στον ουρανό, στο Θεό, μα και σε σένα. Τώρα πια δεν είμαι άξιος να ξαναγίνω γιος σου. Και με τη σκέψη αυτή ξεκίνησε για να ’ρθει στον πατέρα του.

Ο Θεοφύλακτος λέει: «Από το εἰς ἑαυτὸν δὲ ἐλθὼν συμπεραίνουμε πως όσο καιρό ζούσε στην αμαρτία, ήταν εκτός εαυτού. Κι έτσι είναι. Όταν περιπλανιόμαστε με τις αισθήσεις μας έξω από τον εαυτό μας, αποξενωνόμαστε από μας τους ίδιους, από τον εσωτερικό μας κόσμο και εγκαταλείπουμε τη βασιλεία του Θεού που είναι εντός ημών».

Με το που άρχισε να λάμπει η σπίθα στην ψυχή του Ασώτου Υιού και με το που έκανε τη σύγκριση ανάμεσα στη ζωή που έκανε κοντά στον πατέρα του και σε κείνην που ζούσε τώρα στη μακρινή χώρα, πήρε την απόφαση: Ἀναστὰς πορεύσομαι πρὸς τὸν πατέρα μου. Ας σηκωθώ, είπε. Αναγνώρισε έτσι το τέλμα όπου βρισκόταν. Τρίτος δρόμος δεν υπάρχει. Ο ένας είναι αυτός που οδηγεί χαμηλά, στα βάθη της δαιμονικής αβύσσου, κι ο άλλος είναι αυτός που οδηγεί ψηλά, στον πατέρα. Κι ο πατέρας του είναι πλούσιος. Πείνα δεν υπάρχει κοντά του. Οι μισθωτοί υπηρέτες του τρώνε καλά κι έχουν και περισσεύματα· κι αυτός, ο γιος του, λιμοκτονεί, πεθαίνει της πείνας.

«Ψωμί» εδώ πρέπει να εννοήσουμε τη «ζωή». Οι «μισθωτοί υπηρέτες» είναι υπάρξεις στη δημιουργία του Θεού, κατώτερες από τους ανθρώπους, όπως τα ζώα κι άλλα όντα. Ο Άσωτος Υιός είχε πέσει πιο χαμηλά από τα ζώα. Και ζητούσε να ζει τουλάχιστο όπως τα ζώα, που όμως δεν είναι ελεύθερες υπάρξεις. Τα κυβερνά ο Θεός αποκλειστικά με τη δύναμη και τη θέλησή Του. Τα φροντίζει, τους χαρίζει ζωή, και τους παρέχει τροφή ανάλογα με τις ανάγκες τους. Ο Άσωτος Υιός όμως σπατάλησε τις ζωτικές αυτές δυνάμεις που ο Θεός έδωσε στα ζώα και που αυτά τις διαχειρίζονται σωστά.

Ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου. Με τη λέξη «ουρανός» εδώ πρέπει να εννοήσουμε κατ’ αρχήν ολόκληρο το χορό των αγγέλων του θεού και ιδιαίτερα τους φύλακες αγγέλους. Έπειτα τις πνευματικές δωρεές που ο Θεός χαρίζει σε κάθε άνθρωπο, ακόμα και στον αμαρτωλό. Το ότι ο ουρανός εδώ αναφέρεται στους αγγέλους του Θεού φαίνεται κι από τα ίδια τα λόγια του Κυρίου: «Χαρὰ γίνεται ἐνώπιον τῶν ἀγγέλων τοῦ Θεοῦ ἐπὶ ἑνὶ ἁμαρτωλῷ μετανοοῦντι» (Λουκ. ιε΄ 7, 10). Εφόσον λοιπόν υπάρχει χαρά για τον αμαρτωλό που μετανοεί, υπάρχει και λύπη για τον αμετανόητο.

Το ότι ο «ουρανός» σημαίνει επίσης τις πνευματικές δωρεές που χαρίζει ο Θεός στον άνθρωπο, φαίνεται κι από τα εξής λόγια του αποστόλου Παύλου: «Οὐκ οἴδατε ὅτι τὸ σῶμα ὑμῶν ναὸς τοῦ ἐν ὑμῖν Ἁγίου Πνεύματός ἐστιν, οὗ ἔχετε ἀπὸ Θεοῦ, καὶ οὐκ ἐστὲ ἑαυτῶν;» (Α΄ Κορ. στ΄ 19). Κι ακόμα πιο καθαρά φαίνεται από τα λόγια του Σωτήρα μας: «Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντὸς ὑμῶν ἐστι» (Λουκ. ιζ΄ 21). Έτσι, αυτός που αμαρτάνει εναντίον του Θεού, αμαρτάνει κι εναντίον των αγγέλων του Θεού, καθώς κι εναντίον του δίκαιου ανθρώπου που βρίσκεται μέσα του, αφού ο ίδιος ανήκει στο Θεό. Αυτό σημαίνει το «ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανόν. Γι αυτό κι ο Άσωτος Υιός λέει: Ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου.

«Ἔτι δὲ αὐτοῦ μακρὰν ἀπέχοντος εἶδεν αὐτὸν ὁ πατὴρ αὐτοῦ καὶ ἐσπλαγχνίσθη, καὶ δραμὼν ἐπέπεσεν ἐπὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ κατεφίλησεν αὐτόν» (Λουκ. ιε΄ 20). Κι ενώ βρισκόταν ακόμα μακριά, τον είδε ο πατέρας του και τον σπλαχνίστηκε, έτρεξε αμέσως κοντά του, έπεσε με αγάπη στον τράχηλό του και τον γέμισε φιλιά.

Αυτή είναι η αγάπη του Θεού! Απροσμέτρητη, ευγενική, μεγαλειώδης! Όσο μεγάλη ήταν ως τώρα η υπομονή του για τον αμαρτωλό, άλλη τόση είναι τώρα η συγχωρητικότητα κι η χαρά Του. Με το που θα μετανοήσει ο αμαρτωλός κι αποφασίσει να επιστρέψει στο Θεό, Εκείνος έχει ξεκινήσει ήδη να τον συναντήσει, να τον υποδεχτεί, να τον αγκαλιάσει και να τον φιλήσει.

Η χαρά της μάνας όταν βλέπει την προκοπή του παιδιού της, είναι μεγάλη. Η χαρά του τσοπάνου όταν βρίσκει το χαμένο πρόβατο, είναι μεγάλη. Η χαρά της γυναίκας που βρίσκει το χαμένο νόμισμά της, είναι μεγάλη. Καμιά από τις χαρές αυτές όμως δεν μπορεί να συγκριθεί με τη χαρά του Θεού όταν βλέπει τον αμαρτωλό να μετανοεί και να επιστρέφει κοντά Του.

Με το που θα κάνει την πρώτη κίνηση η καρδιά μας προς τη μετάνοια, ακόμα κι αν είμαστε μακριά, ο Θεός το γνωρίζει. Θα μας δει πιο γρήγορα κι από την ταχύτητα του φωτός και θα τρέξει να μας συναντήσει. Να συναντήσει το νέο άνθρωπο που αναγεννήθηκε μέσα μας με τη μετάνοια. «Κύριε», κράζει ο προφητάνακτας στον πάνσοφο Θεό, «σὺ συνῆκας τοὺς διαλογισμούς μου ἀπὸ μακρόθεν» (Ψαλμ. ρλη΄ 2).

Ο ουράνιος Πατέρας μας θα τρέξει να μας υποδεχτεί, θ’ ανοίξει διάπλατα την αγκαλιά Του και θα μας σφίξει, για να μην ξαναγυρίσουμε στη δαιμονική άβυσσο, στους αγρούς των χοίρων, στη γη της πείνας. «Ἐγγίσατε τῷ Θεῷ καὶ ἐγγιεῖ ὑμῖν» (Ιακ. δ΄ 8).

Πόσο ευλογημένη είναι η σπουδή Του για βοήθεια! Πόσο ευλογημένα είναι τα χέρια Του! Αν δεν έχουμε αφανίσει έστω και την τελευταία σπίθα της συνείδησης και της επίγνωσης που έχουμε μέσα μας, πρέπει να ντρεπόμαστε για την τόσο μεγάλη, και απροσμέτρητη αγάπη του Θεού. Πρέπει να μετανοήσουμε αμέσως, χωρίς καθυστέρηση, να τρέξουμε με τα μάτια χαμηλωμένα και τις καρδιές μας υψωμένες στην αγκαλιά του Πατέρα που είχαμε απορρίψει.

Όταν ο μετανιωμένος γιος έφτασε στον πατέρα του, του είπε εκείνα που είχε σχεδιάσει να του πει: Πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου. Οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου. Δεν του είπε όλα όσα είχε σκεφτεί. Η συνέχεια ήταν: ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου. Μα ο πατέρας του δεν τον αφήνει να τελειώσει. Δεν αφήνει τον μετανιωμένο να ταπεινωθεί και να ζητήσει να γίνει μισθωτός υπηρέτης. Γι’ αυτό και τον διακόπτει, τον αγκαλιάζει κι αρχίζει να τον φιλάει. Ο εύσπλαχνος πατέρας αγκαλιάζει τον ρακένδυτο, λασπωμένο, ισχνό και απεριποίητο γιο του και φωνάζει στους υπηρέτες Του: «Ἐξενέγκατε τὴν στολὴν τὴν πρώτην καὶ ἐνδύσατε αὐτόν, καὶ δότε δακτύλιον εἰς τὴν χεῖρα αὐτοῦ καὶ ὑποδήματα εἰς τοὺς πόδας, καὶ ἐνέγκαντες τὸν μόσχον τὸν σιτευτὸν θύσατε, καὶ φαγόντες εὐφρανθῶμεν, ὅτι οὗτος ὁ υἱός μου νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη» (Λουκ. ιε΄ 22-23). Βγάλτε την καλύτερη στολή και ντύστε τον, βάλτε του δαχτυλίδι στο χέρι και παπούτσια στα πόδια, για να μη περπατά ξυπόλυτος. Φέρτε και το θρεφτό μοσχάρι, σφάξτε το κι ελάτε να το πανηγυρίσουμε, να ευφρανθούμε. Γιατί ο γιος μου αυτός ήταν νεκρός και αναστήθηκε, ήταν χαμένος και βρέθηκε.

Η καλύτερη στολή συμβολίζει όλον τον πλούτο και το κάλλος των πνευματικών δωρεών του Θεού. Είναι η στολή της αγιότητας και της αγνότητας που φορούσε ο Αδάμ προτού αμαρτήσει, πέσει κι οδηγηθεί μακριά από το Θεό, εἰς χώραν μακράν. Η στολή αυτή είναι ο ίδιος ο Χριστός, γι’ αυτό και ονομάζεται «πρώτη», η καλλίτερη. Δεν υπάρχει καλλίτερη στολή απ’ αυτήν στον ουρανό. Λέει ο απόστολος: «Ὅσοι εἰς Χριστὸν έβαπτίσθητε, Χριστὸν ἐνεδύσασθε» (Γαλ. γ΄ 27). Η ψυχή που είχε απογυμνωθεί από κάθε καλό, τώρα ξαναντύνεται από την αρχή. Την παλιά και κουρελιασμένη στολή την πετούν και τον ντύνουν με την καινούργια, την «πρώτη». Η νέα αυτή στολή, η «πρώτη», συμβολίζει το νέο άνθρωπο, τον ανα-γεννημένο, που έχει συγχωρηθεί κι έχει γίνει δεκτός από το Θεό. Χωρίς τη στολή αυτή κανένας δεν μπορεί να ζήσει στη βασιλεία του Θεού, όπως βλέπουμε καθαρά από την παραβολή των γάμων του Υιού του βασιλιά (πρβλ. Ματθ. κβ΄ 2-14). Σύμφωνα με τον απόστολο, η στολή συνίσταται από «σπλάγχνα οἰκτιρμοῦ, χρηστότητα, ταπεινοφροσύνην, πρᾳότητα, μακροθυμίαν… ἐπὶ πᾶσι δὲ τούτοις (ἀπὸ) τὴν ἀγάπην, ἥτις ἐστὶ σύνδεσμος τῆς τελειότητος» (Κολ. γ΄ 12-14).

Το δαχτυλίδι στο χέρι συμβολίζει τον αρραβώνα της ψυχής με το Χριστό. Ο μετανιωμένος απαρνιέται όλες τις αμαρτωλές σχέσεις του με τον κόσμο, η ψυχή του προσκολλάται στο Χριστό και παραμένει ενωμένη μαζί Του, σε μια ένωση αδιάλυτη. Ο αρραβώνας αυτός γίνεται με τη δύναμη και τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, που σφραγίζει όλες τις ουράνιες δωρεές.

Δότε… ὑποδήματα εἰς τοὺς πόδας, λέει ο πατέρας στους υπηρέτες. Τα υποδήματα συμβολίζουν τη δύναμη της θέλησης, που βοηθεί τον άνθρωπο να βαδίσει σταθερά στα μονοπάτια του Θεού, χωρίς να παρεκκλίνει δεξιά ή αριστερά, χωρίς πισωγυρίσματα.

Ο μόσχος ο σιτευτός που θυσιάστηκε είναι ο ίδιος Ιησούς Χριστός, που παραδόθηκε εκούσια στο θάνατο για την κάθαρση των αμαρτωλών από τις αμαρτίες τους.

Οι υπηρέτες εδώ συμβολίζουν είτε τους αγγέλους είτε τους ιερείς. Αν ο οίκος του πατέρα είναι ο ίδιος ο ουρανός, τότε οι υπηρέτες πρέπει να είναι οι άγγελοι. Αν τον οίκο του πατέρα τον εκλάβουμε ως την επίγεια Εκκλησία, κάτι που είναι επίσης σωστό, τότε οι υπηρέτες πρέπει να είναι οι ιερείς, που καλούνται να λειτουργήσουν το μυστήριο της θυσίας του Χριστού κι έτσι να προετοιμάσουν τους ανθρώπους για την αιώνια ζωή. Εδώ μάλλον εννοεί την Εκκλησία. Κι αυτό προκύπτει από το γεγονός ότι ο Άσωτος Υιός δεν ήταν ακόμα σωματικά νεκρός· κι ωσότου ο άνθρωπος αναχωρήσει απ’ αυτόν τον κόσμο, ανήκει στη βασιλεία του Θεού, που στη γη λειτουργεί με τη μορφή της Εκκλησίας. Το ότι τους υπηρέτες όμως πρέπει να τους βλέπουμε και σαν αγγέλους, φαίνεται καθαρά από το γεγονός ότι οι άγγελοι παρίστανται στην εκκλησία κατά την τέλεση των θείων μυστηρίων, αλλά κι από το άλλο γεγονός, ότι ο Θεός χρησιμοποιεί τους αγγέλους-φύλακες των ανθρώπων, για να τους οδηγεί στο δρόμο της σωτηρίας.

Ὅτι οὗτος ὁ Υἱός μου νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη. Σωματικά ο γιος του ήταν ζωντανός ακόμα, μα η ψυχή του ήταν νεκρή. Η σπίθα της θεϊκής δωρεάς παρέμενε ακόμα ζωντανή μέσα του. Αυτή ανάστησε την ψυχή του. Χαμένος ήταν από τη στιγμή που ζήτησε από τον πατέρα το μερίδιο της περιουσίας του. Ἐλθὼν δὲ εἰς ἑαυτόν. Αυτό σημαίνει πως ήρθε στον εαυτό του, απόκτησε επίγνωση στο φως της θεϊκής σπίθας, που ως τότε είχε χάσει. Ο Θεός τον γνώριζε, τον παρακολουθούσε ως την ύστατη στιγμή, τη στιγμή της μετάνοιας.

***

Καὶ ἤρξαντο εὐφραίνεσθαι. Κι άρχισαν όλοι να χαίρονται, να πανηγυρίζουν και να ευφραίνονται. Εκείνη την ώρα όμως έφτασε στο σπίτι ο μεγάλος αδερφός, ο «πρεσβύτερος» και ρώτησε να μάθει τι είχε γίνει. Κι όταν έμαθε, οργίστηκε και είπε στον πατέρα του: «Ἰδοὺ, τοσαῦτα ἔτη δουλεύω σοι καὶ οὐδέποτε ἐντολήν σου παρῆλθον, καὶ ἐμοὶ οὐδέποτε ἔδωκας ἔριφον ἵνα μετὰ τῶν φίλων μου εὐφρανθῶ· ὅτε δὲ ὁ υἱός σου οὗτος, ὁ καταφαγών σου τὸν βίον μετὰ πορνῶν, ἦλθεν, ἔθυσας αὐτῷ τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν» (Λουκ. ιε΄ 29). Ορίστε, τόσα χρόνια σε υπηρετώ και ποτέ δεν καταπάτησα κάποια εντολή σου. Κι όμως, ποτέ δεν μου έδωσες ένα κατσίκι για να γλεντήσω με τους φίλους μου. Και τώρα που ήρθε ο γιος σου αυτός, που κατασπατάλησε την περιουσία σου με πόρνες, έσφαξες για χάρη του το θρεφτό μοσχάρι.

Έτσι μίλησε στον πατέρα του ο δίκαιος γιος. Μ’ αυτόν τον τρόπο, οργισμένοι, μιλούν κάποιοι δίκαιοι άνθρωποι της Εκκλησίας όταν Εκείνη υποδέχεται με ιλαρότητα και επιείκεια τους μετανιωμένους αμαρτωλούς και τους οδηγεί στο μυστήριο της θείας κοινωνίας. Έτσι μίλησαν πολλοί δίκαιοι άνθρωπο της Παλαιάς Διαθήκης όταν είδαν το Θεό να προσφέρει το μονογενή Του Υιό θυσία για τις νεότερες και πιο αμαρτωλές γενιές των ανθρώπων. «Δε μας έδωσε ποτέ ούτε ένα κατσίκι!» Αν συγκρίνουμε την καταπληκτική θυσία που έκανες γι’ αυτούς τους αμαρτωλούς και άσωτους απογόνους μας, για μας δεν έκανες ούτε την παραμικρή θυσία, την πιο ασήμαντη». Μετά, επειδή τα ερίφια γενικά συμβολίζουν την αμαρτία, οι ίδιοι αυτοί δίκαιοι άνθρωποι θα μπορούσαν να πούνε. «Μας απαγόρεψες να κάνουμε έστω και τη μικρότερη αμαρτία -μικρή και ασήμαντη όσο ένα κατσίκι- και τώρα ανταμείβεις τις αμαρτωλές αυτές γενιές με το μεγαλύτερο θησαυρό Σου – με τη θυσία του Υιού Σου!»

Αν προχωρήσουμε ακόμα, θα δούμε πως η φαινομενικά απλή αυτή παραβολή εισχωρεί στην καρδιά ολόκληρης της Ιστορίας του ανθρώπινου γένους, από την πτώση του Αδάμ ως τον πλέον δίκαιο, τον Κύριο Ιησού. Για την ανθρωπότητα, για τον Αδάμ και τους απογόνους του, ο Ιησούς είναι όπως ο πρεσβύτερος Υιός του ουράνιου Πατέρα – μόνο που είναι ο Μονογενής Υιός και όχι υιός «ἐξ υἱοθεσίας». Αν ο Κύριος Ιησούς μιλούσε σαν ένας συνηθισμένος θνητός άνθρωπος, θα μπορούσε να είχε πει στον Πατέρα Του: «Ο Αδάμ αμάρτησε κι απομακρύνθηκε από κοντά Σου. Κι αυτός κι οι απόγονοί του βλασφήμησαν τ’ όνομά Σου. Και Συ τώρα ετοιμάζεις γι’ αυτόν και για τους απογόνους του τέτοια δόξα και ευφροσύνη, που ούτε εγώ ούτε κι ο ουρανός ολόκληρος θα μπορούσε να φανταστεί».

Ο Κύριος Ιησούς βέβαια ποτέ δε θα οργιζόταν με τον ουράνιο Πατέρα Του. Ποτέ δε θα μιλούσε στον Πατέρα Του μ’ αυτόν τον τρόπο, εκτός αν έβαζε θεληματικά τον εαυτό Του στις καρδιές μας και τα ’λεγε αυτά για να μας επιτιμήσει και να μας διδάξει, ώστε να μη γίνουμε υπερήφανοι και αλαζόνες για τη δικαιοσύνη μας και με την έπαρσή μας περιφρονήσουμε τους μετανιωμένους αμαρτωλούς. Είναι σα να ’θελε να μας πει: «Όταν Εγώ, ο τέλειος και αιώνια δίκαιος, που είναι αιώνια αδιαίρετος με τον Πατέρα Μου, δε διαμαρτύρομαι επειδή ξαναδέχεται τον μετανιωμένο Αδάμ στη βασιλεία των Ουρανών, πώς μπορείτε εσείς, που είστε μόλις από χτες δίκαιοι, αλλά αμαρτωλοί από την πρώτη αμαρτία του Αδάμ, να διαμαρτύρεστε για την αγάπη που έχει ο Θεός για τους μετανιωμένους αμαρτωλούς;»

Τέκνον, του είπε ο πατέρας, σὺ πάντοτε μετ᾿ ἐμοῦ εἶ, καὶ πάντα τὰ ἐμὰ σά ἐστιν· εὐφρανθῆναι δὲ καὶ χαρῆναι ἔδει, ὅτι ὁ ἀδελφός σου οὗτος νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη (Λουκ. ιε΄ 31-32. Παιδί μου, εσύ ήσουν πάντα μαζί μου, όλα τα υπάρχοντά μου είναι και δικά σου. Έπρεπε και συ να χαρείς και να γιορτάσεις όμως, γιατί ο αδερφός σου ήταν νεκρός κι αναστήθηκε· ήταν χαμένος και βρέθηκε.

Μ’ αυτόν τον τρόπο ειρηνεύει το δίκαιο άνθρωπο ο Θεός. Του θυμίζει τα αμέτρητα αγαθά που ο ίδιος διαχειρίζεται και χρησιμοποιεί μαζί με τον Πατέρα Του. Όλα τα υπάρχοντά μου είναι και δικά σου. Με τον ερχομό του μετανιωμένου αδερφού σου το μερίδιό σου δε λιγοστεύει, αλλά η χαρά πρέπει να είναι μεγαλύτερη, γιατί ο αδελφός σου αυτός ήταν νεκρός και ξαναγύρισε στη ζωή, ήταν χαμένος και βρέθηκε.

Έτσι τελειώνει η παραβολή αυτή, που από μόνη της είναι ολόκληρο ευαγγέλιο μυστηρίου και διδαχής. Με όση περισσότερη προσευχή εισχωρήσει κανείς στο βάθος της παραβολής αυτής, τόσο περισσότερο θ’ αποκαλύψει και τα δύο, τόσο το μυστήριο όσο και τη διδαχή.

Δόξα να ’χει ο Κύριος Ιησούς που μας παρέδωσε την παραβολή αυτή, το θησαυρό αυτό που είναι γεμάτος πλούτο πνευματικό, απ’ όπου η μια γενιά μετά την άλλη συσσωρεύει γνώση θεϊκή. Απ’ αυτήν μαθαίνει ο άνθρωπος την αγάπη από τη μακροθυμία, τη συγχωρητικότητα από την αγάπη του Θεού για το ανθρώπινο γένος, την ευφροσύνη από την αγάπη που δείχνει ο Θεός όταν υποδέχεται τον μετανιωμένο αμαρτωλό. Δόξα στον Άναρχο Πατέρα Του, δόξα και στο ζωοποιό Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς, Καιρός μετανοίας: Από την Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου ως την Μεγάλη Παρασκευή: Ομιλίες Β΄, 1η έκδ., Εκδόσεις: ΠΕΤΡΟΣ ΜΠΟΤΣΗΣ, Αθήνα, 2010

Δείτε επίσης:

  1. [π. Αλέξανδρος Σμέμαν] Επιστροφή από την εξορία (Κυριακή του Ασώτου)
  2. [π. Αντώνιος Μπλουμ] Το μεγαλείο της υιότητας (I)
  3. [Άγιος Λουκάς Συμφερουπόλεως – Κριμαίας] Λόγος εις την Κυριακή του Ασώτου
  4. [π. Βασίλειος Όσμπορν] Κυριακή του Ασώτου
  5. [Ν. Νευράκης] Κυριακή του Ασώτου

πηγή

«Τα παιδιά ζωγραφίζουν στον τοίχο… μια καρδιά κι έναν ήλιο με μάσκα»

Στον Παναγιώτη, τον Κωνσταντίνο, την Αγγελική και τη Γεωργία…

Έχει σοφά ειπωθεί ότι «ο ανάπηρος γίνεται δεν γεννιέται».

Ο Λέο Μπουσκάλια παραθέτει μια αφοπλιστική, κωμικοτραγική, ισπανική ιστορία: «Σε μια χώρα, οι κάτοικοι, ο ένας μετά τον άλλο, ανακαλύπτουν ότι βγάζουν ουρά! Τρομοκρατημένοι, μόλις εμφανιστεί η ουρά, κάνουν ό,τι μπορούν για να την κρύψουν. Τη χώνουν σε φαρδιά παντελόνια και φούστες για να κρύψουν το αλλόκοτο φαινόμενο. Καθώς ανακαλύπτουν όμως πως όλοι βγάζουν ουρά, το σκηνικό αλλάζει δραστικά… Στην πραγματικότητα, η ουρά αποδεικνύεται πολύ χρήσιμη για τη μεταφορά πραγμάτων, για μεγαλύτερη ευκινησία, για να ανοίγουν τις πόρτες όταν έχουν τα χέρια τους γεμάτα. Οι ράφτες αρχίζουν να σχεδιάζουν ρούχα που όχι μόνο εξυπηρετούν, αλλά αναδεικνύουν και απελευθερώνουν τις νεοφερμένες ουρές. Σύντομα φθάνουν στο σημείο να χρησιμοποιήσουν κοσμήματα για να προσελκύσουν την προσοχή στο καινούριο αυτό στοιχείο. Τότε, ξαφνικά, όλοι όσοι δεν έβγαλαν ουρά θεωρούνται τέρατα. Πανικόβλητοι οι τελευταίοι προσπαθούν να βρουν τρόπους να κρύψουν το γεγονός αυτό, αγοράζοντας τεχνητές ουρές ή αποσυρόμενοι εντελώς από την κοινωνία της ουράς. Πόσο ενοχλητικό! Χωρίς ουρά!».

Ιστοριών συνέχεια…

Μια φορά κι έναν καιρό, τον 21ο αιώνα, έναν αιώνα μετά τον γνωστό ως «αιώνα του παιδιού», τα παιδιά δεν ήταν παιδιά. Αντίθετα, αντιμετωπίζονταν σαν μικροί ενήλικες, όπως στον ύστερο Μεσαίωνα. Τότε που, σε αρκετές περιπτώσεις, η εκπαίδευση ήταν συνώνυμη της τιμωρίας, της πειθαρχίας και της αμάθειας (ένας στους δέκα άνδρες και μία στις εκατό γυναίκες στην Ευρώπη γνώριζε ανάγνωση το 1500μ.Χ.).

Τα παιδιά του 21ου αιώνα ήταν αναγκασμένα –από την προσχολική κιόλας ηλικία– να φορούν μάσκα στο σχολείο και μάλιστα και κατά την ώρα του διαλείμματος και του παιχνιδιού. Οι κυβερνήσεις δεν επέτρεπαν στα παιδιά να πηγαίνουν στο σχολείο χωρίς τη μάσκα τους. Αυτή είχε γίνει απαραίτητο αξεσουάρ, πιο πάνω κι από τη σχολική τσάντα. Απαγορευόταν να την ξεχάσει ο μαθητής. Μάλιστα, χωρίς αυτήν δεν επιτρεπόταν η είσοδος στον χώρο του σχολείου (κάτι που μέχρι πρότινος δεν συνέβαινε ούτε με τη σχολική τσάντα, με τη γνωστή δράση «Η τσάντα στο σχολείο», οπότε επιβαλλόταν να μένει στην τάξη, χωρίς να επιτρέπεται στον μαθητή να την πάρει μαζί του). Οι μητέρες, αποχαιρετώντας τα παιδιά για το σχολείο, ρωτούσαν με αγωνία αν είχαν πάρει τη μάσκα τους, σαν να επρόκειτο για τα βιβλία ή το φαγητό τους και αυτά αγχώνονταν να τη θυμούνται, λες και ήταν αναπόσπαστο κομμάτι της ενδυμασίας τους.

Στις σχολικές αίθουσες, οι δάσκαλοι –που αντί για τον πραγματικό τους ρόλο τούς είχε ανατεθεί ο ρόλος του επιθεωρητή– μάλωναν τους μαθητές που αρνούνταν να φορούν τη μάσκα τους, ακόμα κι αν αυτοί έκλαιγαν και ομολογούσαν πως δεν μπορούν να ανασάνουν. Κάποιοι, μάλιστα, «τηρητές του νόμου» πίεζαν μικρά παιδάκια να τη φορούν διπλή. Κάποιοι άλλοι τα ήθελαν σε γυάλα (αυτό θα ήταν ίσως το καλύτερο γι’ αυτούς). Οι συμμαθητές τους τα κορόιδευαν και σε κάποιες περιπτώσεις γίνονταν καταδότες των φίλων τους.

Οι δασκάλες διάβαζαν παραμύθια φωναχτά προσπαθώντας να ακουστούν κάτω από τις μάσκες τους, ενώ οι έννοιες έφθαναν κάποιες φορές αλλιώτικα στ’ αυτιά, μα και στις συνειδήσεις, αλλοιώνοντας το νόημά τους.

Τα παιδιά έπαιζαν μόνα τους. Δεν υπήρχαν πια ομαδικά παιχνίδια. Δίσταζαν να εκφραστούν, να μιλήσουν, φοβούνταν να σκεφτούν, να αγγίξουν, να μοιραστούν, να αγκαλιαστούν, να γελάσουν, να κοιταχθούν κατά πρόσωπο. Μάθαιναν «να κρατούν αποστάσεις», να φοβούνται τους ίδιους τους τους φίλους. Οι άλλοι ήταν μάλλον «η κόλασή τους» (Σάρτρ), παρά ο παράδεισός τους. Υπήρχαν, βέβαια, και κάποιοι πιο τολμηροί, που κρύβονταν πίσω από τα δέντρα του προαυλίου (όπου είχαν απομείνει κι αυτά), για να κατεβάσουν τις μάσκες τους και να αγκαλιαστούν για λίγο. Δεν άνθιζαν πια λουλούδια στις αυλές· μα κι αν υπήρχαν, κανείς δεν θα μπορούσε να τα μυρίσει. Οι μαθητές συνήθιζαν στη θέα θλιμμένων, αγέλαστων, ανέκφραστων, χλωμών προσώπων που έμοιαζαν να αποτελούνται μόνο από μάτια…

Τέλος του εφιαλτικού παραμυθιού; Ή μήπως όχι;

Τον περασμένο αιώνα η μεγάλη Ιταλίδα παιδαγωγός Μαρία Μοντεσσόρι δηλώνει ότι «κανένα κοινωνικό πρόβλημα δεν είναι τόσο καθολικό, όσο η καταπίεση του παιδιού», ενώ παράλληλα διακηρύσσει: «Δεν είναι πειθαρχημένο ένα παιδί που είναι αναγκασμένο να μείνει μουγκό και ακίνητο. Είναι μηδενισμένο».

Ο σπουδαίος Ελβετός παιδαγωγός Pestalozzi, γνωστός ως «πατέρας της σύγχρονης Παιδαγωγικής», αλλά και ο Λέο Μπουσκάλια, έχοντας και οι δύο άσχημα παιδικά βιώματα από τους συμμαθητές τους και το ευρύτερο σχολικό και κοινωνικό πλαίσιο, καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι «η κοινωνία δημιουργεί τους ανάπηρους». Σύμφωνα με την Ψυχολογία, η αδυναμία εκλαμβάνεται από ένα παιδί ως αναπηρία. Η αδυναμία του παιδιού να μιλήσει κάτω από τη μάσκα του και να ακουστεί –ακόμη και να αναπνεύσει– αποτελεί όχι μόνο μια δυσάρεστη κατάσταση λόγω της έλλειψης άνεσης, αλλά και ένα είδος ματαίωσης. Ιδιαίτερη σημασία είχε αποδοθεί από τον μεγαλύτερο ίσως ανά τους αιώνες παιδαγωγό Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, στη χρήση των αισθήσεων για την πραγματοποίηση της μάθησης. Σύμφωνα με την Παιδαγωγική Ψυχολογία, ο ρόλος της ορμής για χρήση των αισθήσεων είναι βασικός. Ο άνθρωπος ωθείται από έντονη ορμή να χρησιμοποιεί τις αισθήσεις του (να αγγίζει, να βλέπει, να μυρίζει κλπ.). Γι’ αυτό και αισθάνεται ανυπόφορο το να έχει κλειστά τα μάτια ή τα αυτιά. Μάλιστα, η ματαίωση αυτή έχει συχνά ως αποτέλεσμα την επιθετικότητα.

Όλα αυτά συντελούν στην αποδυνάμωση της φαντασίας, της ομιλίας και της έκφρασης και σε μαρασμό, ενώ παράλληλα δεν αναπτύσσεται το αισθητικό κριτήριο, ώστε τα παιδιά να γίνουν ικανά να διακρίνουν.

Πειράματα που αφορούσαν στην ικανότητα της όρασης, απέδειξαν ότι οι εκ γενετής τυφλοί που βρήκαν την όρασή τους δυσκολεύονταν πολύ να προχωρήσουν πέρα από μια απλή οπτική διάκριση, ενώ χιμπατζήδες που μέχρι την ηλικία των 16 μηνών είχαν ανατραφεί στο σκοτάδι ήταν ανίκανοι να προσηλώσουν τα μάτια τους σε αντικείμενα, σε αντίθεση με τα φυσιολογικά ζώα της ίδιας ηλικίας.

Επιπλέον, ποντικοί που ανατράφηκαν σε απομόνωση και που τους έφεραν σε επαφή μεταξύ τους στο αποκορύφωμα της σεξουαλικής τους ανάπτυξης, εμφάνισαν υψηλό βαθμό σεξουαλικής διέγερσης, αλλά πολύ χαμηλό επίπεδο σεξουαλικής ικανότητας.

Οι έρευνες αυτές αποδεικνύουν πως το περιβάλλον που είναι πλουσιότερο σε ερεθισμούς δημιουργεί περισσότερο πολύπλοκη συμπεριφορά. Η πολυπλοκότητα της προσαρμογής ενός οργανισμού στο περιβάλλον του έχει άμεση εξάρτηση από την πολυπλοκότητα του νευρικού συστήματος και από το επίπεδο ανάπτυξης του εγκεφάλου.

Ταυτόχρονα, η αδυναμία έκφρασης του προσώπου –και η θέα αυτής– προκαλεί έλλειψη συγκίνησης και σύγχυση συναισθημάτων. Το χαμόγελο που κατά την Ψυχολογία έχει θεραπευτικούς σκοπούς και λειτουργεί χαλαρωτικά, ενώ παράλληλα παρέχει ασφάλεια και εμπιστοσύνη, δεν διακρίνεται κάτω από τη μάσκα. Πρόκειται λοιπόν για έναν ψυχικό διαμελισμό, για νέκρωση συναισθημάτων.

Η επιβράδυνση της ανάπτυξης του παιδιού και της μαθησιακής του ικανότητας ελλείψει της παρουσίας κοινωνικών ερεθισμάτων, το οδηγούν όχι απλά σε ανικανότητα, αλλά και σε σταδιακό «ευνουχισμό» του.

Στις τραγικές περιπτώσεις των χαμένων παιδιών που βρέθηκαν ύστερα από χρόνια να μεγαλώνουν έξω από ανθρώπινες κοινωνίες, όπως π.χ. το δωδεκάχρονο παιδί-αγρίμι του γαλλικού δάσους του Aveyron που παραδόθηκε σε Γάλλο γιατρό για τη διαπαιδαγώγησή του, του παιδιού του χωριού της Έσσης που είχε εξαφανιστεί από αμέλεια των γονιών του (1540) στην ηλικία των τριών χρόνων και βρέθηκε μετά από λίγα χρόνια να ζει με λύκους και τέλος της 13χρονης Αμερικανίδας Τζίνι που υπήρξε θύμα κακοποίησης από τον πατέρα της που την κρατούσε δεμένη σε καρέκλα, φορώντας της πάνες, χτυπώντας και τρομοκρατώντας την για να μη μιλά και να κάθεται φρόνιμη γαυγίζοντας και γρυλίζοντας μπροστά στο πρόσωπό της, φαίνονται οι καταστροφικές συνέπειες από την έλλειψη ερεθισμών κοινωνικής φύσεως.

Περαιτέρω εξετάσεις από ομάδα επιστημόνων επιβεβαίωσαν πως στην περίπτωση της μικρής Genie είχε προκληθεί εγκεφαλική βλάβη (το δεξί μέρος του εγκεφάλου λειτουργούσε, ενώ το αριστερό παρέμενε αδρανές σαν να έλειπε εντελώς) που επηρέαζε την ανάπτυξη του λόγου.

Επιπλέον, έρευνες του ψυχαναλυτή Rene Spitz σε παιδιά που ανατράφηκαν σε βρεφοκομείο, απέδειξαν την ελαττωματική φυσιολογική και ψυχολογική τους εξέλιξη και την απουσία ψυχικής και συναισθηματικής καλλιέργειας και ωρίμανσης, γιατί στα πρώτα χρόνια της ζωής τους είχαν στερηθεί επαρκή κοινωνικά ερεθίσματα. Ερευνήθηκαν 12 παιδιά, ηλικίας 2-4 ετών. Δεν είχαν κακή μεταχείριση. Αντιθέτως, είχαν εξαιρετική ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, ικανοποιητική τροφή και δεν έπασχαν από σωματική ασθένεια.

Από αυτά, τα πέντε ήταν εντελώς ανίκανα να βαδίσουν, ενώ και τα δώδεκα δεν μπορούσαν να φάνε με κουτάλι και μόνο ένα ήταν σε θέση να ντυθεί. Κανένα δεν κατάφερε να αυτοεξυπηρετηθεί. Έξι παιδιά δεν κατάφεραν να μιλήσουν, ενώ σωματικά εμφάνιζαν ηλικία του μισού της δικής τους.

Η παρατήρηση του ψυχογλωσσολόγου Eric Lenneberg σχετικά με τις διαδικασίες μάθησης της γλώσσας, παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ο ίδιος υποστήριξε ότι υπάρχει μια καθοριστική ηλικία για την κατάκτησή της, καθώς ο εγκέφαλος ωριμάζει και είναι κατά το μέγιστο εύπλαστος (εγκεφαλική πλαστικότητα) στα πρώτα χρόνια της ζωής. Η παιδική ηλικία είναι ένα στάδιο της ζωής στο οποίο είμαστε ιδιαίτερα ευαίσθητοι στις αλλαγές, στα σημάδια που λαμβάνουμε από το περιβάλλον. Αν, λοιπόν, στην κρίσιμη περίοδο της γλώσσας (3-4 ετών) δεν δοθεί η κατάλληλη διέγερση, οι ικανότητες του παιδιού δεν θα αναπτυχθούν σωστά, ακυρώνοντας όλη την εξέλιξή του και καθιστώντας δύσκολη την προσαρμογή του στο κοινωνικό περιβάλλον. Έτσι, βλάπτονται οι σχεσιακές ικανότητες, ακόμη και η κατασκευή της προσωπικής ταυτότητας.

Κατά τη νηπιακή-προσχολική ηλικία τίθεται ο πυρήνας της προσωπικότητας και του χαρακτήρα του ανθρώπου, ενώ συνάμα συνεχίζεται η ανάπτυξη στον γλωσσικό, σωματικό και συναισθηματικό τομέα. Συντελείται, λοιπόν, νοητική και ψυχοκινητική εξέλιξη και κοινωνική ωρίμανση.

Από το 3ο ως το 6ο έτος (να σημειωθεί ότι από 3 ετών επιβάλλεται η μάσκα στη χώρα μας), το παιδί παίρνει πρωτοβουλίες και προβαίνει σε ενέργειες με ελευθερία, χωρίς να νιώθει εσωτερική ψυχική ένταση και ενοχή γι’ αυτές.

Με την είσοδό του στο σχολείο αναπτύσσει την έννοια της ομάδας (ομαλοποίηση). Η Ψυχολογία διδάσκει πως το παιδί δεν είναι νοητό, παρά μόνο ως «παίζον ον» (δεν είναι τυχαία, λοιπόν, η ταυτόσημη ετυμολογική προέλευση «παιδιού» και «παιχνιδιού»). Έχει αποδειχτεί ότι παιδιά που δεν έχουν εξέλιξη στο παιχνίδι, αργότερα παρουσιάζουν καθυστέρηση. Το παιχνίδι, εξάλλου, χρησιμοποιείται και ως θεραπευτικό μέσο, αφού –εκτός των άλλων– σχετίζεται με την εξωτερίκευση της έντασης και κένωσης του συσσωρευμένου συναισθηματικού φορτίου του παιδιού, ενώ συμβάλλει στην αφύπνιση των δημιουργικών δυνάμεών του.

Με την απαγόρευση του ομαδικού παιχνιδιού ως μέσου μόρφωσης και γενικότερης καλλιέργειας και την παράλληλη καταδίκη της φυσικής αγωγής (βλ. καθιέρωση της τηλεκπαίδευσης με τις ποικίλες παραμέτρους της π.χ. αδράνεια, καθιστική ζωή, απουσία επαφής κλπ.), το παιδί εξαναγκάζεται σε μια παθητικότητα, σε μια δυσαρμονική ανάπτυξη του σώματος και του πνεύματος. Όροι όπως ενθάρρυνση, πρωτοβουλία, ενίσχυση της αυτοπεποίθησης, ευγενής άμιλλα, αμοιβαία βοήθεια, αυτοεπιβεβαίωση ως βιολογική ανάγκη και πρωτίστως φιλία και συνεργασία καταπατούνται. Επιπρόσθετα, παράγοντες όπως η ανελευθερία, οι αυστηρές και απαγορευτικές εντολές και οι ασυνήθεις κοινωνικές συνθήκες, έχουν ως αποτέλεσμα το ερμητικό κλείσιμο του παιδιού στον εαυτό του, την περιορισμένη κινητικότητα, την αύξηση της επιθετικότητας, την καταπίεση, το άγχος, τον ψυχικό και σωματικό μαρασμό, τη μοναξιά, τον φόβο, ακόμη και τη νεύρωση. Κι όλα αυτά συντελούνται σε ηλικία που ο ψυχισμός του παιδιού είναι ακόμη αδιαμόρφωτος, δεκτικός και ευάλωτος. Αυτό επιβεβαιώνεται και σε λόγια του Μεγάλου Βασιλείου, αλλά και μέσα από τη χρυσοστομική παιδαγωγική σκέψη.

Συμπληρωματικά, βάσει της αρχής του Thorndike «Η μάθηση είναι σύνδεση», επιδιώκεται πλύση εγκεφάλου υπό το πρίσμα του φόβου, με πρόσχημα την «αόρατη απειλή» και την προστασία της υγείας. Η προβολή και επιβολή χρήσης μάσκας γίνεται εθισμός, βίωμα στα παιδικά μάτια και μυαλά. Αυτό, άλλωστε, επαληθεύεται και από το γεγονός που παρατηρείται πως τα παιδιά εξακολουθούν να φορούν τη μάσκα ακόμη και αφού μπουν στο αυτοκίνητο, αφού δηλαδή απομακρυνθούν από το σχολείο. (Σε αυτό φυσικά έχουν μεγάλο μερίδιο ευθύνης και οι γονείς).

Σύμφωνα με την Ψυχολογία της μάθησης, ο άνθρωπος φοβάται κατά κύριο λόγο αυτά που μαθαίνει να φοβάται και εθίζεται στον φόβο. Το  παρακάτω πείραμα του N.E.Miller ενισχύει αυτή την πραγματικότητα: Σε ένα κιβώτιο χωρισμένο σε δύο διαμερίσματα, το αριστερό και το δεξιό που δεν συγκοινωνούσαν μεταξύ τους, τοποθέτησε ποντίκια. Στο αριστερό διαμέρισμα διοχέτευε ηλεκτρικές εκκενώσεις (shock). Tα ποντίκια που δεν είχαν την ευκαιρία να διαφύγουν αντιδρούσαν με εκδηλώσεις πόνου και φόβου: πηδούσαν από εδώ κι από εκεί, αφόδευαν κ.ο.κ. Οι ηλεκτρικές εκκενώσεις επαναλήφθηκαν μερικές φορές και τα ποντίκια άρχισαν να φοβούνται το αριστερό διαμέρισμα κι όταν ακόμα δεν δέχονταν πια ηλεκτρικές εκκενώσεις. Όταν αργότερα διευθετήθηκε από τον πειραματιστή ένα είδος περάσματος μεταξύ των δύο διαμερισμάτων, τα ποντίκια έμαθαν να εγκαταλείπουν το αριστερό διαμέρισμα και να τρέχουν προς το δεξιό, στο οποίο δεν δέχονταν ποτέ ηλεκτρικές εκκενώσεις. Αυτό συνέβαινε κι όταν ακόμη αυτά δεν δέχονταν ηλεκτρική εκκένωση στο αριστερό διαμέρισμα.

Στον αντίποδα του φόβου, ο Pestalozzi  τονίζει τη δύναμη και αξία που έχει η μάθηση όταν συνδυάζεται με τη χαρά. Όπως η Μontessori και ο Cousinet, έτσι κι αυτός θεωρεί την αγωγή σαν μια «υγιεινή». Η ευχάριστη και ελεύθερη έκφραση της γλώσσας και των συναισθημάτων προάγουν την εκπαιδευτική διαδικασία.

Εντύπωση προκαλεί το πείραμα του βασιλιά της Ιταλίας Φρειδερίκου Β΄, ο οποίος έκλεισε βρέφη σε ένα δωμάτιο, χωρίς να έρθουν σε επαφή με ανθρώπους, ώστε να ανακαλύψει αν τα παιδιά μπορούσαν να μιλήσουν τη μητρική τους γλώσσα. Ο Αυτοκράτορας δεν ήθελε να ακούσουν τα βρέφη ποτέ ανθρώπινη φωνή, ώστε όταν φθάσουν σε κατάλληλη ηλικία να μιλήσουν, για να μάθει σε ποια γλώσσα μίλησε ο Θεός στον Αδάμ και την Εύα. Έβαλε μάλιστα νοσοκόμες να τα θηλάζουν σαν κανονικά παιδιά, αλλά με εντολή να μην τους μιλήσουν ποτέ, ώστε να αποτραπεί κάθε ενδεχόμενο να μιμηθούν την ανθρώπινη φωνή. Το πείραμα απέτυχε, καθώς τα βρέφη πέθαναν, μην μπορώντας να μεγαλώσουν υπό τέτοιες συνθήκες.

Ο Λέο Μπουσκάλια περιγράφει την ανάγκη του ανθρώπου για αγάπη και στοργή, αναφέροντας μελέτες του Σκιλς σε ορφανοτροφείο με εγκαταλειμμένα παιδιά. Ο Σκιλς είχε παρατηρήσει ότι τα παιδιά που έμεναν μόνα τους στο ίδρυμα γίνονταν όλο και πιο απαθή, μέχρι που στο τέλος κατέληγαν να είναι αδιάφορα. Κι ενώ ο δείκτης νοημοσύνης τους ήταν απόλυτα φυσιολογικός μπαίνοντας στο ίδρυμα, έφταναν ξαφνικά σε βαριά καθυστέρηση. Ο ίδιος, πήρε λοιπόν 12 παιδιά από το ορφανοτροφείο, αφήνοντας πίσω τα υπόλοιπα και τα πήγε σε άλλο ίδρυμα με καθυστερημένες έφηβες, δίνοντας από ένα στην καθεμιά. Αυτές τα αγάπησαν και δέθηκαν μαζί τους σε υπερβολικό βαθμό.

Το αποτέλεσμα της έρευνας ήταν συγκλονιστικό: τα παιδιά που έμειναν πίσω στο ορφανοτροφείο κατέληξαν να είναι σε ψυχωσική κατάσταση σε ψυχιατρικό ίδρυμα ή βαριά καθυστερημένα σε κρατικό ίδρυμα, ενώ, αντίθετα, εκείνα που ανατράφηκαν από τα καθυστερημένα κορίτσια, τελείωσαν όλα το Γυμνάσιο, παντρεύτηκαν και αυτοσυντηρούνταν. Η μόνη μεταβλητή ήταν η συνταρακτική αλήθεια πως «κάποιος με κοίταξε, κάποιος με άγγιξε, κάποιος με ακούμπησε, κάποιος ενδιαφέρθηκε για μένα…».

Κι αν όσα αναφέρθηκαν στο παρόν κείμενο φαντάζουν σε κάποιους υπερβολικά, αρκεί μόνο να αναφέρουμε ένα αληθινό περιστατικό που συνέβη πρόσφατα σε κάποιο νηπιαγωγείο. Ζητήθηκε, λοιπόν, από τα παιδιά να ζωγραφίσουν τη δασκάλα τους. Όλα ανεξαιρέτως τη ζωγράφισαν χωρίς στόμα. Όταν η ίδια πήρε τις ζωγραφιές, σοκαρισμένη πέταξε τη μάσκα της και με δακρυσμένα μάτια τούς είπε: «Παιδιά, κοιτάξτε, φοράω κόκκινο κραγιόν! Πάρτε, λοιπόν, τις ζωγραφιές σας πάλι και ζωγραφίστε κατακόκκινα τα χείλη μου!».

Σε μια ζοφερή, ανελεύθερη, σχεδόν ανέλπιδη πραγματικότητα, ο άνθρωπος οφείλει να θυμάται πως αποτελεί εικόνα του Θεού και έχει προορισμό το «καθ’ ὁμοίωσιν». Μπροστά του τίθεται ως πρόκληση η ελευθερία του, όπως αυτή εμφαίνεται στον γνωστό από την «Πολιτεία» του Πλάτωνα «Μύθο του Σπηλαίου». Το διαχρονικό του μήνυμα ας σταθεί μήνυμα αφύπνισης: Σε ένα σπήλαιο κάτω από τη γη βρίσκονται μερικοί άνθρωποι αλυσοδεμένοι με τέτοιον τρόπο ώστε να μπορούν να δουν μόνο τον απέναντί τους τοίχο, χωρίς να μπορούν να κοιτάξουν πίσω, δεξιά και αριστερά. Πίσω τους, ωστόσο, βρίσκεται μια αναμμένη φωτιά με αποτέλεσμα να μπορούν να δουν σαν σκιά στον τοίχο απέναντί τους όσα διαδραματίζονται πίσω τους, θεωρώντας αυτά τα απεικάσματα (πουλιά, ανθρώπους κ.ά.) ως τη μόνη αλήθεια, αφού είναι τα μόνα πράγματα που έχουν δει στη ζωή τους. Αν κάποιος από τους δεσμώτες απελευθερωνόταν και έβγαινε από τη σπηλιά στο φως του ήλιου, θα τυφλωνόταν αρχικά από τη λάμψη του και δεν θα του ήταν εύκολο να δει και να πιστέψει αυτά που εμείς θεωρούμε ως αληθινά. Θα έπρεπε σταδιακά να συνηθίσει και τότε θα καταλάβαινε πως εκεί, στον πάνω κόσμο, βρισκόταν η αλήθεια και θα έτρεχε να τη διακηρύξει πίσω στους συνδεσμώτες του. Εκείνοι όμως θα τον κορόιδευαν γιατί πια δεν θα έβλεπε όπως αυτοί και αν μπορούσαν θα τον σκότωναν που προσπαθούσε να τους δείξει μια πραγματικότητα έξω από τη δική τους. Ωστόσο, ο απελευθερωμένος δεσμώτης, γυρνώντας στον όντως κόσμο, θα είχε κάνει το καθήκον του: να προσπαθήσει να κηρύξει την αλήθεια που ελευθερώνει, όποιο κι αν ήταν το τίμημα…

Έχει λεχθεί ότι: «Η δουλεία εξευτελίζει τους ανθρώπους μέχρι σημείου να τους κάνει να την αγαπούν» (Βωβενάργκ).

Στο χέρι μας είναι να κάνουμε τη διαφορά.

Πρεσβυτέρα Ελένη Αργυροπούλου-Σαραφοπούλου

πτυχ. Θεολογίας

Φορέστε μάσκες στα παιδιά…

Φορέσετε μάσκες στα παιδιά. Καλύψτε τα πρόσωπα τους. Μάθετέ τους να φοβούνται το ένα το άλλο. Να μην πλησιάζονται.

Φορέστε μάσκες στα παιδιά. Σωστή απόφαση… Αφήνω από έξω το ιατρικό κομμάτι. Μπορεί κάποιος από τους λαμβάνοντες τις αποφάσεις να παραθέσει επαρκή βιβλιογραφία, για την επίπτωση της παρατεταμένης χρήσης μάσκας στο ψυχισμό ενός παιδιού; Για την επίπτωση στις κοινωνικές του σχέσεις;

Φορέσετε μάσκες στα παιδιά. Δημιουργείστε μια κουλτούρα που είναι «δικαίωμα» και «πολιτικά ορθό» να γδύνει κανείς το σώμα του και να κυκλοφορεί, αλλά είναι επιτακτική ανάγκη να έχει το πρόσωπό του καλυμμένο. Προφάσεις εν αμαρτίαις…

Φορέστε μάσκες στα παιδιά. Εκμηδενίστε την ιερότητα του προσώπου. Αυτό θέλετε. Μια κοινωνία αποξενωμένων. Μια κοινωνία δαιμόνων.

Ντροπή σας κύριοι. Ντροπή σας.

Θα θερίσετε ό,τι σπέρνετε.

Ο Θεός να σας συγχωρέσει.

Ελευθεριάδης Γ. Ελευθέριος

Ψυχολόγος M.Sc.

πηγή

Θα «υψώσουμε» το Πνεύμα, δεν θα φοβηθούμε

«Όποιος θέλει να περιφρονήσει όσα λέμε, ας τα περιφρονήσει. Κι όποιος θέλει ν’ αμαρτάνει, ας αμαρτάνει· εμείς κηρύσσουμε αυτό που έχουμε καταλάβει καλά… Και αν από εδώ κάτω δεν ακουγόμαστε, σε υψηλό βουνό θ’ ανεβούμε και θα φωνάξουμε. Θα «υψώσουμε» το Πνεύμα, δεν θα φοβηθούμε. Και αν φοβηθούμε, (αυτό θα γίνει) όχι την ώρα που κηρύσσουμε, αλλά όταν σιωπούμε…».

Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος

πηγή

Άγιος Γρηγόριος Θεολόγος – 25/1

Ποιοι, πότε και πόσο να θεολογούν

Τις πρωινές ώρες βγήκε από το κελλί του. Φώναξε δύο διάκους και τους μίλησε. Έπρεπε να ειδοποιήσουνε παντού. Το απόγευμα εκείνο θα κήρυττε, φυσικά στην Αναστασία. Οι διάκοι φύγανε αμέσως. Από στόμα σε στόμα η Πόλη έμαθε. Το απόγευμα οι ορθόδοξοι μαζεύτηκαν. Μαζί και μερικοί κακόδοξοι, αρειανοί, πνευματομάχοι και απολιναριστές.

Γέμισε η Αναστασία, πλημμύρισε ο γυναικωνίτης, έξω από το ναό κι άλλος κόσμος.

Καμμιά φορά ήρθε και ο Γρηγόριος. Μικρόσωμος σκελετωμένος, λίγο κυρτός, με τα μάτια χαιρετούσε τους πιστούς, του κάνανε διάδρομο να περάσει. Μπήκε στο ιερό Βήμα. Γονάτισε στην άγια Τράπεζα κι έμεινε ακίνητος για λίγα λεπτά. Σηκώθηκε, τράβηξε το βήλο της Ωραίας Πύλης και βγήκε. Στάθηκε στο μεγάλο σκαλοπάτι, κοίταξε με αγάπη το εκκλησίασμα, έδωσε τόνο αυστηρό στη φωνή και άρχισε:

— Αρκετά, το κακό έχει πολύ προχωρήσει. Πολλοί μιλάνε για τα θεία χωρίς περίσκεψη. Ενδιαφέρονται μόνο για ωραίες φράσεις, να εντυπωσιάζουν οι λόγοι τους… και να χειροκροτούνται. Ηδονίζονται με τις λογομαχίες, είναι χειρότεροι κι από τους αρχαίους σοφιστές.

Πιο κάτω έγινε πιο αυστηρός και, κοιτάζοντας όλους στα μάτια, συνέχισε:

— Μάθατε όλοι να μιλάτε για όλα κι ας έχετε βουνό την αμάθεια. Το θράσος είναι μεγάλο. Διδάσκετε χωρίς να γνωρίζετε και το μυστήριο της αλήθειας πέφτει χαμηλά, πέφτει στα μάτια του κόσμου…

Οι πιο τολμηροί κινήθηκαν να τον διακόψουν. Συνηθιζόταν στην εποχή εκείνη να διακόπτουνε τον ομιλητή, να του φέρνουν αντιρρήσεις ή να του ζητούν εξηγήσεις. Ήσαν εκεί και «κατάσκοποι», να παίρνουν λόγια κι επιχειρήματα, να τα πηγαίνουν στους αντιπάλους του Γρηγορίου και μάλιστα στον Ευνόμιο, που ζούσε τότε στη Χαλκηδόνα απέναντι από την Πόλη.

—Kάντε υπομονή και μη με διακόπτετε, είπε αποφασιστικά. Θα σάς το πω μια και καλή. Δεν είναι του καθενός να θεολογεί, να φιλοσοφεί για το Θεό. Το έργο τούτο ανήκει μόνο σ’ αυτούς που είναι είναι δοκιμασμένοι, που έχουνε  ζήσει τα  θεία πράγματα, που έχουνε καθαρίσει την ψυχή τους από την αμαρτία ή τουλάχιστον αγωνίζονται συνεχώς για την ψυχική τους καθαρότητα. Είναι φοβερά επικίνδυνο να πλησιάζει κανείς τον καθαρό Θεό, χωρίς κι ο ίδιος να είναι καθαρός. Όπως όταν πέσουνε οι καυτερές ακτίνες του ήλιου σε μάτι άρρωστο το μάτι τότε θ’ αρρωστήσει περισσότερο. Προσοχή, λοιπόν, μην επιχειρείτε να θεολογείτε χωρίς προϋποθέσεις. Και η κάθαρση πρώτη προϋπόθεση.

Το ενδιαφέρον των ακροατών άναψε. Πολλοί θυμώσανε. Και ο Γρηγόριος συνέχισε με τη δεύτερη προϋπόθεση.

— Να θεολογούν εκείνοι που απαλλαχτήκανε από τις καθημερινές επίμοχθες εργασίες. Όσο κανείς αφιερώνεται αποκλειστικά στο έργο της θεολογίας, τόσο περισσότερο πετυχαίνει ως θεολόγος. Είναι να λυπάται κανείς, όταν βλέπει κάποιους από τη μια μέρα στην άλλη να γίνονται θεολόγοι… πέφτουνε το βράδυ να κοιμηθούνε τεχνίτες και ξυπνούνε σοφοί, αυτοχειροτόνητοι θεολόγοι.

Με τα λόγια τούτα, όλοι κατάλαβαν ότι η συντριπτική πλειοψηφία των πιστών δεν πρέπει να θεολογούν. Και προχώρησε ο κήρυκας στην τρίτη προϋπόθεση:

— Και να μη γίνεται η θεολογία σε οποιουσδήποτε και σε οποιαδήποτε ώρα. Όχι μετά τις διασκεδάσεις και τα θέατρα, τα φαγοπότια και τον ιππόδρομο. Για ν ακούσει κανείς για την αλήθεια χρειάζεται πνευματική προετοιμασία και μάλιστα πολλή.

Έχει κι άλλη μια προϋπόθεση να τους τονίσει:

— Ακόμα, πρέπει να προσέχουμε και τα θέματα της θεολογίας και το βάθος της. Ούτε για όλα πρέπει να θεολογούμε, ούτε να προχωράμε αδιάκριτα σ’ όλο το βάθος.

Μόνο ανάλογα με τις πνευματικές μας δυνάμεις και ανάλογα με τη δεκτικότητα των ακροατών, με την δύναμή τους να μας καταλάβουν.

Μικροψίθυροι γίνανε στο ακροατήριο, και ένα σωρό ερωτήσεις έβλεπε στα μάτια τους ο Γρηγόριος.

— Δηλαδή, πάτερ, δε θ’ ασχολούμαστε με το Θεό;

— Αντίθετα, φίλε μου, του απαντά ο Γρηγόοιος, ν’ ασχολείσαι και με το παραπάνω. Αν μπορείς, έχε το Θεό στο νου σου πιο συχνά κι απ’ όσο αναπνέεις. Μπορείς; Δε σε συμβουλεύω όμως να θεολογείς χωρίς τις αναγκαίες προϋποθέσεις.

Βαριές οι απαιτήσεις του Γρηγορίου. Αλλιώς είχανε μάθει οι πιστοί. Νιώθανε τανάλια να σφίγγει το λαιμό τους. Και τους έδωσε μια διέξοδο, ν’ αναπνεύσουν, γιατί τους ήρθε απότομα:

— Ακούστε, αδελφοί. Καταλαβαίνω. Πολλοί έχετε μεγάλη φιλοτιμία να θεολογείτε, μα δεν έχετε όσο πρέπει τις προϋποθέσεις. Γι’ αυτό σάς λέω και τούτο: Μπορείτε, αν θέλετε, να φιλοσοφείτε και να θεολογείτε για πολλά, όπως για τον κόσμο και τη φύση, για την ψυχή, για την ανάσταση, για την κρίση, για τα πάθη του Χριστού. Γι’ αυτά, εάν πείτε κάτι σωστό, θα’ ναι χρήσιμο. Αν πάλι κάνετε λάθος, δε θα’ ναι επικίνδυνο για τη σωτηρία. Ο λόγος όμως ο απευθείας για τον Πατέρα, τον Υιό και το άγιο Πνεύμα και τη θεία οικονομία είναι η καθαυτό θεολογία, γι’ αυτήν χρειάζονται οι δύσκολες προϋποθέσεις. Και θα τα πω τώρα πιο καθαρά: χρειάζεται να’ χει κανείς τη θεία έλλαμψη, οποίος την έχει ας προχωρήσει…

Καμμιά φορά τελείωσε η ομιλία. Και οι συζητήσεις αρχίσανε αμέσως. Πώς, γιατί, με τι τρόπο…; Έλεγε ο καθένας το δικό του. Ο Γρηγόριος από το Ιερό Βήμα τα έβλεπε, τα καταλάβαινε, αλλά δεν έκρινε ότι το βράδυ εκείνο έπρεπε να συνεχίσει. Άλλωστε ήτανε φοβερά κουρασμένος.

Πριν αποσυρθεί στο κελλί του, όρισε την ώρα και την ημέρα που θα συνέχιζε για το ίδιο θέμα.

Ήτανε πάλι εν’ απόγευμα, πριν δύσει ο ήλιος. Μελιχρή ατμόσφαιρα, όλο θαλπωρή, ο Βόσπορος έστελνε λίγη υγρασία. Περνούσε από την ακρόπολη του Βύζα, των αρχαίων μεγαρέων, προχωρούσε στ’ ανάκτορα και τον ιππόδρομο, τρύπωνε στις κιονοστοιχίες του φόρου (αγοράς) του Μεγάλου Κωνσταντίνου κι ελεύθερος έμπαινε στη φυτεμένη αυλή του Αβλαβίου. Εκεί και η Αναστασία, πάλι γεμάτη, μέσα κι έξω. Τώρα έπρεπε ο Γρηγόριος να δώσει ένα σωρό εξηγήσεις για τα προηγούμενα. Έπρεπε να συνεχίσει το λόγο του περί θεολογίας. Έπειτα να προχωρήσει στην Τριαδολογία, ποία είναι η σχέση των προσώπων της αγίας Τριάδας, δηλαδή του Πατέρα, του Υιού και του αγίου Πνεύματος. Είχε προετοιμαστεί, τα είχε σχεδιάσει καλά.

Έκανε το σημείο του σταυρού, γονάτισε δίπλα στην αγία Τράπεζα, προσευχήθηκε λίγη ώρα. Σηκώθηκε αργά και βγήκε στην Ωραία πύλη. Για να υπενθυμίσει —αν και δε χρειαζότανε— συνόψισε με λίγα λόγια την προηγούμενη ομιλία και τόνισε το ρόλο της αγίας Τριάδας. Τους είπε ότι στη θεολογία ο Πατέρας ευδοκεί, ο Υιός συνεργεί και το Πνεύμα εμπνέει. Όλα τελικά είναι θεία έλλαμψη. Τα τελευταία τούτα λόγια του φέρανε σύγχυση. Έχασε τον ειρμό, το σχέδιο που είχε ετοιμάσει. Χωρίς να καταλάβει πώς, καρδιά και νους γατζώθηκαν σε ό,τι ο ίδιος τις μέρες εκείνες είχε ζήσει. Τις νύχτες που προσευχότανε και ζητούσε να του δείξει ο Θεός την αλήθεια και πώς να μιλάει γι’ αυτήν. Ήσανε βιώματα συγκλονιστικά. Εμπειρίες που δεν τις αντέχει ο νους του ανθρώπου, έπαθε ό,τι και ο Παύλος, που «ηρπάγει εις τρίτον ουρανόν» και είδε αλήθειες άρρητες.

Πίεσε ο Γρηγόριος τον εαυτό του ν’ αφήσει τις εμπειρίες του και να προχωρήσει. Μάταια. Τρόμαξε, όταν ένιωσε ότι δεν το μπορεί. Στο ξάστερο μέτωπό του γυάλισαν σταγόνες ιδρώτα. Ούτε μπρος μπορούσε ούτε πίσω. Παραδόθηκε στο βάθος του. Έσκυψε το κεφάλι αριστερά, στην εικόνα του Χριστού, και άφησε το ποτάμι που τον πλημμύριζε να κυλήσει έτσι όπως ερχόταν, άτακτα, αλλά με νερό καθαρό και άγιο:

– Αγωνιζόμουν, αδελφοί. Ασκήτευα και προσευχόμουν. Έκλαιγα και ζητούσα τη χάρη του Θεού να ζήσω την αλήθεια, να γνωρίσω βαθύτερα τη θεότητα για να διδάσκω τα ορθά. Βίαζα τον εαυτό μου ν’ ανέβω ψηλά στο βουνό της θεολογίας, να εισχωρήσω στο πυκνό σύννεφο της αλήθειας. Το ποθούσα αφάνταστα… μα βουνό η αλήθεια!

Όμως εγώ ήλπιζα, γιατί αγαπούσα. Έτρεμα κι αγωνιούσα, γιατί γνώριζα τη μικρότητά μου κι ένιωθα τη μεγαλωσύνη του Θεού. Κι έξαφνα έγινε, αδελφοί μου, έπαθα το γλυκύ και φοβερό. Ενώ ζητούσα κι αγωνιούσα, βρέθηκα μέσα στο σύννεφο, ναι, στο πνεύμα του Θεού… υπήρχα εκεί με το Θεό, ζούσα μ’ αυτόν, δεν ένιωθα ύλη και πράματα κοσμικά, μέσα μου έβλεπα και ζούσα, με νου και καρδιά, ό,τι μπορεί κανείς να ζήσει από τη θεότητα. Δε λέω πως είδα τη θεία φύση, που μένει απρόσιτη και άγνωστη. Όχι… αυτήν μόνο ο Πατέρας, ο Υιός και το άγιο Πνεύμα την βλέπουνε. Είδα τη «δεύτερη φύση», τη μεγαλειότητα του Θεού, τη θεία δηλαδή ενέργεια, τη λάμψη της θείας φύσης, την ακτινοβολία της, που φτάνει στον άνθρωπο, εάν αυτός αγαπά, εάν αγωνίζεται να ελευθερωθεί από τα πάθη. Κι όλα την ώρα τούτη είναι άφατη μακαριότητα… χωρίς όρια η απόλαυση. Βρίσκεσαι, αδελφέ, σε ύψος δυσθεώρητο εκεί πάνω… η θεωρία του Θεού ατέλειωτη και το κάλλος της ατέλειωτο. Κι όλ’ αυτά, φίλοι μου, είναι λίγα. Μηδαμινά σε σύγκριση με όσα δε βλέπει ο άνθρωπος στην κατάσταση τούτη, θα’ λεγα ότι βλέπει μόνο μικρό απαύγασμα, ενός παμμέγιστου φωτός. Όμως αλλοίμονο σε κείνον που θέλησε ν’ ανέβει εκεί χωρίς κάθαρση, χωρίς προετοιμασία. Πέφτει, κατρακυλά κάτω και χάνεται. Για ν’ αντικρύσει κανείς εκεί την περίλαμπρη θεότητα, πρέπει να’ χει καλά καθαρίσει τα πνευματικά του μάτια, διαφορετικά τυφλώνεται, χάνει κι αυτό που έχει, το φυσικό του φως, Έτσι αλλιώς, εκεί δε φτάνει ο ανέτοιμος. Μόνο οι πολύ αγωνιστές. Κι αυτοί πάλι όχι μόνοι τους, αλλά με τη χάρη του ίδιου του Θεού, που έρχεται σε μας από τότε που ενανθρώπησε ο θείος Λόγος. Μόνο έτσι απολαμβάνουμε τη θεία μακαριότητα, μετά την ενανθρώπηση ζούμε σε άλλο βαθμό τις θείες ενέργειες…

Σε λίγο ανέκοψε το λόγο του. Το ακροατήριο του είχε παραδοθεί. Δεν περίμενε τέτοιο ποταμό προσωπικών εμπειριών, θεοπτικών βιωμάτων. Ακόμα και οι κακόδοξοι, που ήσανε παρόντες, νιώθανε κάτι από τις θείες εμπειρίες του ιερού άνδρα να τους αγγίζει. Δεν έπρεπε όμως να προχωρήσει άλλο. Θα ήτανε ασύνετο. Και προσπάθησε με τρόπο να περάσει στο σχέδιο που αρχικά ετοίμασε: Τι γνωρίζουμε, τι δε γνωρίζουμε από το Θεό, πώς εκφράζεται η γνώση αυτή και τα σχετικά. Η ανακοπή του λόγου έκανε να συνέλθουνε λίγο από την έκπληξη και οι ακροατές. Οι πιο ζωηροί, όσων η καρδιά δεν είχε κατανυγεί πολύ, θυμηθήκανε απορίες κι ενστάσεις. Βρήκανε το κουράγιο την ώρα κείνη να τις ειπούν με συντομία, με δυο λέξεις:

— Μπορούμε, πάτερ, να εκφράσουμε το Θεό; γιατί κάποιοι σοφοί λένε πως όχι…

— Ο Πλάτωνας, τους απαντάει αμέσως, ένας άπ’ όσους Έλληνες θεολογήσανε, λέει πως είναι δύσκολο να καταλάβουμε το Θεό κι αδύνατο να τον εκφράσουμε. Αλλά, εάν καταλάβεις κάτι, σίγουρα θα βρεις κάποιο τρόπο να το εκφράσεις, έστω και αμυδρά. Το θέμα είναι, λοιπόν, πώς θα καταλάβεις το Θεό! Από μόνος του ο άνθρωπος δεν μπορεί. Επεμβαίνει όμως ο Θεός και μας φωτίζει, φανερώνει δηλαδή τον εαυτό του με πολλούς τρόπους. Δε φανερώνει όμως ποτέ την ουσία του, αυτή μένει απρόσιτη, γι’ αυτήν ποτέ δε μιλάμε στη θεολογία.

Ένας από το ακροατήριο, με φιλοσοφική παιδεία, επεμβαίνει και υπενθυμίζει τους νεοπλατωνικούς:

— Η μέθοδος του αποφατισμού, πάτερ, μ’ αυτή μπορούμε να γνωρίσουμε το Θεό;

— Όχι, όχι φίλοι μου. Εμείς θέλουμε να ζήσουμε αληθινά το Θεό μας, να τον γνωρίσουμε για να ζήσουμε! Δεν είναι θέμα ζήτησης φιλοσοφικής. Μέθοδο αποφατική έχουν οι νεοπλατωνικοί, αλλ’ αυτοί δε ζούνε κείνο που επιδιώκουνε να γνωρίσουν, γιατί τελικά δε φτάνουνε σε αυτό. Με το να λες τι δεν είναι ο Θεός, δε σημαίνει ότι φτάνεις στο Θεό. Εμείς θέλουμε την αλήθεια που δίνει ζωή, άρα πρέπει να ενωθούμε με την αλήθεια. Δεν μας ικανοποιεί να επισημάνουμε τι δεν είναι αλήθεια. Γιατί αυτό μόνο κάνει ο αποφατισμός. Σου λέει μόνο μερικά πράγματα που δεν είναι ο Θεός. Κάτι βέβαια είναι κι αυτό μα όχι εκείνο που ζητάμε. Αν σε ρωτήσει κάποιος, πόσο κάνουνε πέντε και πέντε και συ του απαντήσεις ότι δεν κάνουνε τρία, δεν κάνουνε επτά, δεν κάνουνε οκτώ ή δεκαπέντε κλπ., δεν ικανοποιείς αυτόν που ερωτά. Έτσι και με τον αποφατισμό, το να λέμε ότι ο Θεός δεν είναι ύλη, δεν έχει αρχή, δεν έχει τέλος, είναι άρρητος κ.λπ., δεν απαντάμε στη ζήτηση τον Θεού. Κι εμείς πασχίζουμε και πεθαίνουμε για να έχουμε μέσα μας το Θεό, για να τον ζούμε. Με τη δική του χάρη, βέβαια, αλλά ζούμε κι έχουμε την εμπειρία της χάρης του, της ενέργειάς του, όχι της ουσίας του. Γι’ αυτό και όλη μας η θεολογία μιλάει κυρίως για το πώς αποκτάμε αυτή την εμπειρία του Θεού, όχι για το τι δεν είναι Θεός. Για να δείτε και μόνοι σας πόσο μικρής σημασίας είναι ο αποφατισμός, αναλογιστείτε και τούτο:

Για να μπορείς με σιγουριά να πεις ότι ο Θεός δεν είναι ύλη, δεν έχει αρχή κλπ., πρέπει πρώτα να τον έχεις γνωρίσει Επομένως οι αποφατικές εκφράσεις είναι αποτέλεσμα της αποκτημένης πλέον βίωσης και γνώσης του Θεού, δεν οδηγούν οι εκφράσεις αυτές στη γνώση του Θεού. Χρησιμεύουν μόνο για τους αρχάριους και συχνά με αυτές δηλώνουμε το δέος μας ενώπιον του Θεού. Ακόμα τις χρησιμοποιούμε για να δηλώσουμε ότι δεν γνωρίζουμε την ουσία του Θεού την οποία όμως ουδέποτε αναζητάμε… Τελείωσε και το λόγο του αυτό. Είχε ξεκαθαρίσει δύο βασικά στοιχεία. Ποιος είναι ο θεολόγος και τι ακριβώς είναι η θεολογία. Τι οφείλει να προϋποθέτει ο θεολόγος και ποια η εσωτερική δομή της θεολογίας. Είναι αλήθεια ότι απ’ όσα υψηλά έλεγε ο Γρηγόριος οι πολλοί καταλάβαιναν λίγα. Μα δεν γινόταν διαφορετικά. Θα’ δινε ο Θεός, οι πολλοί να ακολουθήσουν τους λίγους. Πάντα έτσι γινότανε και έτσι γίνεται.

Ο Θεός αποκαλύπτει σταδιακά

Το ενδιαφέρον, ιδιαίτερα των μορφωμένων, έγινε πιο έντονο. Μαθημένοι γενικά στην προσκόλληση στο γράμμα της γραφής είχαν καταντήσει σαν τους ιουδαίους. Αυτοί λατρεύανε το γράμμα και ούτε καν υποπτεύονταν το πνεύμα της Γραφής. Τώρα ο Γρηγόριος δοκιμάζει να τους ανοίξει τα μάτια, να δούμε καθαρά την πορεία της θείας οικονομίας και ιδιαίτερα τη δράση του Αγίου Πνεύματος:

-Δύο ριζικές αλλαγές γίνονται στον κόσμο. Έπειτα ήρθε και Τρίτη. Όλες μοιάζουν με σεισμούς και ταρακούνησαν και μεταμόρφωσαν τον κόσμο. Φυσικά, του Θεού και οι τρεις. Ποιες είναι; Οι δύο διαθήκες και η δράση του Αγίου Πνεύματος από την πεντηκοστή και μετά. Γιατί τις λέω αλλαγές, «μεταθέσεις» και «σεισμούς»; Διότι στην πρώτη διδάχτηκε ο κόσμος για τον ένα Θεό και έτσι άφησε τα είδωλα. Δηλαδή με την Παλαιά Διαθήκη αφαιρούνται τα είδωλα, ειδωλολάτρες γίνανε Ιουδαίοι, λατρέψανε τον αληθινό Θεό. Κρατήσανε όμως στις θυσίες ζώων. Στη δεύτερη ενανθρώπησε ο Κύριος, δίδαξε για τον εαυτό του και υποσχέθηκε να στείλει το Άγιο Πνεύμα. Αυτά γίνανε στην Καινή Διαθήκη, που με τη σειρά της αφαίρεσε κάτι, κατάργησε τις θυσίες της Παλαιάς Διαθήκης. Τώρα πια το στάδιο της θείας οικονομίας είναι τέλειο. Ό,τι έδωσε ο Κύριος με την Καινή Διαθήκη είναι οριστικό και αμετάβλητο. Αυτό που θα’ ρθει μετά, με τη δράση του Αγίου Πνεύματος δεν θα έχει αφαίρεση κάποιου στοιχείου από την Καινή Διαθήκη, ούτε θα είναι αλήθεια νέα, άγνωστη και αντίθετη στην αποκάλυψη του Κυρίου. Στους δύο, λοιπόν σεισμούς είχαμε και αφαιρέσεις, καταργήσεις. Η Παλαιά Διαθήκη δηλαδή κατάργησε τα είδωλα και η Καινή Διαθήκη κατάργησε τις θυσίες ζώων.

Οι πιο θερμόαιμοι δεν είχαν υπομονή και είπανε φωναχτά  τις απορίες τους:

— Γιατί ο Θεός δεν έκανε την αλλαγή μία και καλή; Και αφού με την πεντηκοστή δεν έχουμε αφαιρέσεις και καταργήσεις τι έχουμε;

Από το σημείο τούτο γινόταν ακόμα πιο δύσκολη η θεολογία. Ο Γρηγόριος, παρά τους δισταγμούς του, προχώρησε. Άλλοι θα καταλάβαιναν και άλλοι όχι. Αυτός έπρεπε να δώσει λόγο, να κοινοποιήσει τη γνώση που έλαβε από το Άγιο Πνεύμα:

— Έχουμε από το Θεό την τακτική αυτή, δηλαδή τη σταδιακή αποκάλυψη και φανέρωση της αλήθειας, γιατί ο άνθρωπος είναι και αδύνατος και ελεύθερος. Με μιας δεν μπορούσε να τα καταλάβει και να τα αφομοιώσει όλα. Θα πάθαινε πνευματικό κορεσμό, θα βαρυστομάχιαζε. Δεν θα αφομοιώνε, δηλαδή δεν θα συνειδητοποιούσε την αποκαλυμμένη αλήθεια. Και ως ελεύθερος πάλι, χρειαζότανε χρόνο, προετοιμασία για να δεχτεί ελεύθερα, με τη θέλησή του, όσα του αποκαλύπτονταν σταδιακά. Ο Θεός δεν εξαναγκάζει.

Έπρεπε όμως να τους εξηγήσει και τη διαδικασία που ακολουθείται από την Πεντηκοστή και μετά. Προσπάθησε όσο γίνεται να απλουστεύσει:

— Είπαμε, ότι στην Παλαιά και στην Καινή Διαθήκη έχουμε αφαιρέσεις, καταργήσεις. Εδώ αντίθετα, έχουμε «προσθήκες». Από την Πεντηκοστή και μετά η σταδιακή πορεία της θείας οικονομίας προχωρεί με προσθήκες, όχι πλέον αφαιρέσεις. Διότι όσα έχουμε στην Καινή είναι γνήσια και οριστικά. Και για να καταλάβετε την τακτική των προσθηκών σας επισημαίνω τούτο: Στην Παλαιά Διαθήκη ο Θεός Πατέρας αποκαλύφτηκε με σαφήνεια, «φανερώς» ενώ ο Υιός αμυδρά, ελάχιστα. Η Καινή φανέρωσε τον Υιό και μόνο «υπέδειξε» τη θεότητα του Πνεύματος. Τώρα όμως το Πνεύμα, που πλέον ενεργεί σε μας, δηλαδή στην Εκκλησία, φανερώνει σαφέστατα ό,τι για το ίδιο το Πνεύμα λέχθηκε στην Καινή, χωρίς να αλλάζει κάτι από αυτά που λέχθηκαν εκεί. Βλέπετε πώς το φως της Αγίας Τριάδας καταυγάζει την ανθρωπότητα σταδιακά;  Με τις προσθήκες έχουμε «προόδους» και «προκοπή» στη θεία δόξα. Αυτό ισχύει και για τους μαθητές του Κυρίου. Σταδιακά δεχτήκανε τον φωτισμό και προοδευτικά καταλάβανε την αλήθεια.

Σε άλλους τα λόγια τούτα φάνηκαν λογικά και σε όλους περίεργα. Δεν είχε και ο Γρηγόριος αυταπάτες. Ανάγκη πάσα να στηρίξει όλα αυτά στη Γραφή. Και το έκανε με σαφήνεια μοναδική, που δεν είχε ξαναγίνει στην Εκκλησία:

— Μην αμφιβάλλετε αγαπητοί μου. Τις προσθήκες, για τις οποίες μίλησα, τις υποσχέθηκε ο ίδιος ο Κύριος. Θυμηθείτε μόνο τι έλεγε στους Αποστόλους όταν πια έφτανε η ώρα των Αγίων παθών του. Και τι ακριβώς τους υποσχέθηκε; Ότι όταν φύγει από τη γη, θα τους στείλει τον Παράκλητο, το Άγιο Πνεύμα. Γιατί; Για να τους ενισχύει, να τους παρηγορεί. Μα και για έναν ακόμη λόγο, πολύ σπουδαίο.

Ο Κύριος τους είπε, ότι έχω κι άλλα πολλά να σας διδάξω αλλά τώρα δεν μπορείτε να τα καταλάβετε. Το Άγιο Πνεύμα που θα στείλω, αυτό θα σας διδάξει και θα σας φωτίσει. Και θα σας εξηγήσει όλα όσα εγώ σας είπα. Αυτό θα σας οδηγήσει σε όλη την αλήθεια (βλέπε Ιωάννου 14, 25-26 και 12-14). Προσέξτε καλά τους λόγους του Κυρίου. Άφησε τους Αποστόλους να καταλάβουν ότι το Άγιο Πνεύμα θα συνεχίσει το έργο του Κυρίου. Δεν θα παρουσιάσει όμως διδασκαλία αντίθετη από του Κυρίου. Θα συνεχίσει στην ίδια γραμμή θα διαφωτίσει εκείνα που λέγονται και αποκαλύπτονται στην Καινή Διαθήκη.

Μία λοιπόν από τις διδασκαλίες – αλήθειες, που ο Κύριος δεν είπε – επεξήγησε στους Αποστόλους, είναι η περί της θεότητας του Αγίου Πνεύματος. Αυτήν μας τη δίνει τώρα με το φωτισμό του το ίδιο το Άγιο Πνεύμα. Μπορεί πρόσφατα και άλλοι να φωτίστηκαν για τη θεότητα του Πνεύματος, μα εγώ θα την ομολογώ πάντα και είμαι έτοιμος να θυσιαστώ για αυτήν, διότι την έχω κυριολεκτικά με «έλλαμψιν» του Αγίου Πνεύματος. Αυτό με οδήγησε κι αυτό μου φανέρωσε τη θεότητά του. Γι’ αυτό αδελφοί μου κρατώ τη διδασκαλία τούτη ως δώρο θείο. Μ’ αυτήν ζω και μ’ αυτήν θα πεθάνω δοξάζοντας και προσκυνώντας τον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα που έχουν μία κοινή θεότητα.

Τελείωσε την ομιλία του για το Άγιο Πνεύμα. Έκανε με το παραπάνω το καθήκον του ως διδάσκαλος. Ηρέμησε. Δύο-τρεις ημέρες περάσανε γαλήνιες. Κάτι συνέβη, όμως που δεν το γνωρίζουμε. Κάποιες συζητήσεις, κάτι αντιρρήσεις… και την επόμενη Κυριακή έκρινε ότι πρέπει να επανέλθει στο θέμα της θεολογίας. Ποιος πρέπει να θεολογεί και πότε να θεολογεί (Λόγος Κ’).

Έτσι ξανατόνισε στο Ναό της Αναστασίας:

— Αλίμονο σε όποιον θεολογεί χωρίς καθαρότητα και άσκηση. Προσπαθώ, και επιθυμία μου είναι να γίνω μέσα μου πεντακάθαρος καθρέφτης, για να καθρεφτιστεί εκεί ο Θεός, η αλήθεια.

Κι επειδή έβλεπε στο ακροατήριο κάποιον ιδιώτη που χωρίς φόβο μίλαγε για οποιοδήποτε σημείο της αλήθειας, σταμάτησε το λόγο και του είπε:

— Θες  κάποτε και εσύ να γίνεις θεολόγος, φύλαγε τις θείες εντολές, πορέψου εφαρμόζοντας τα προστάγματα του Κυρίου. Και μην ξεχνάς ποτέ, για να ζήσεις τη θεωρία, θα περάσεις από την πράξη. Πρώτα η άσκηση και έπειτα έρχεται η θεοπτία.

Απόσπασμα από το βιβλίο:

Ο ΠΛΗΓΩΜΕΝΟΣ ΑΕΤΟΣ (ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ)
Του  Στυλιανού Παπαδοπούλου

πηγή

Τα Άγια Θεοφάνεια – 6 Ιανουαρίου

Εορτάζει σήμερα η αγία μας Εκκλησία τη μεγάλη εορτή των Θεοφανείων, δηλαδή της Βαπτίσεως του Χριστού στον Ιορδάνη ποταμό από τον Πρόδρομο και Βαπτιστή Ιωάννη. Και ονομάζεται Θεοφάνεια τούτο το γεγονός, διότι φανερώνεται στον κόσμο ο Τριαδικός Θεός και η παρουσία του Χριστού επί της γης, με σκοπό τη σωτηρία των ανθρώπων. Με τη Γέννηση του Χριστού έχουμε την απαρχή της παρουσίας του Θεού επί της γης, με τα Θεοφάνεια όμως γίνεται η φανέρωση της παρουσίας Του και μετά τη Βάπτιση αρχίζει ουσιαστικά το σωτήριο έργο και η διδασκαλία του Χριστού.

Έρχεται ο Χριστός στον Ιορδάνη, εκεί που ο Ιωάννης ο Πρόδρομος κήρυττε μετάνοια και βάπτιζε τον λαό, και του ζητά να βαπτίσει και τον ίδιο. Εκείνος όμως τον εμπόδιζε, λέγοντάς Του ότι ο ίδιος είχε ανάγκη από το βάπτισμα του Θεανθρώπου. Τότε ο Χριστός τού απάντησε ότι έτσι πρέπει να γίνει, και να μη φέρει αντιρρήσεις. Και τούτο, για να φανερωθεί στη συνέχεια η θεότητα του Χριστού. Υποχώρησε ο Ιωάννης, και μόλις ο Χριστός βαπτίστηκε, “ανέβη ευθύς από του ύδατος”, δείχνοντας ότι όντως ως μόνος αναμάρτητος δεν είχε ανάγκη το βάπτισμα της μετανοίας, ούτε τον συμβολικό εξαγνισμό του ύδατος. Παράλληλα, άνοιξαν οι ουρανοί και το Πνεύμα του Θεού, “εν είδει περιστεράς”, ήλθε επάνω από τον Χριστό, και ακούστηκε φωνή από τον ουρανό που έλεγε “ούτος εστίν ο Υιός μου ο αγαπητός, εν ώ ηυδόκησα”.

Αυτή η φωνή του Θεού έχει διπλό περιεχόμενο. Δηλώνει καταρχήν ότι όντως ο Χριστός είναι ο Υιός και Λόγος του Θεού, Θεός αληθινός εκ Θεού αληθινού, που σαρκώθηκε, δίδαξε, έπαθε, σταυρώθηκε και αναστήθηκε, “υπέρ της του κόσμου σωτηρίας”. Είναι ο Υιός του Θεού, στον οποίο το Πνεύμα του Θεού αναπαύεται, το Πνεύμα της αληθείας και της ειρήνης. Και δεύτερον ότι είναι ο Υιός του Θεού, στον οποίο ο Πατέρας “ευδόκησε”, δηλαδή συγκατατέθηκε με χαρά στο να πραγματώσει το έργο της σωτηρίας. Πρώτη φορά ακούμε τη λέξη αυτή στη Γέννηση του Χριστού, όταν οι άγγελοι ψάλλουν το “Δόξα εν υψίστοις Θεώ, και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία”, δηλαδή χαρά και ευφροσύνη για τους ανθρώπους, και απαλλαγή από τη θλίψη και την απελπισία. Σήμερα ο ίδιος ο Θεός Πατήρ δηλώνει ότι ευφραίνεται, διότι φανερώνεται επίσημα πλέον η παρουσία του μονογενούς Του Υιού στη γη, και γίνεται πράξη η ελπίδα όλου του κόσμου.    

Ο Χριστός βαπτίζεται στον Ιορδάνη και ταυτόχρονα τελειώνει το βάπτισμα του Ιωάννη, που ήταν βάπτισμα μετανοίας και αρχίζει η περίοδος της χάριτος του Θεού, της αποκαταστάσεως της αγάπης στις καρδιές των ανθρώπων, του βαπτίσματος εν Αγίω Πνεύματι. Αυτά είναι και τα στάδια που οφείλει να ακολουθήσει η προσωπική μας πνευματική ζωή. Η μετάνοια, η εξομολόγηση και η πνευματική μας αναγέννηση με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Όσο ο άνθρωπος παραμένει εγκλωβισμένος στο σκοτάδι της αμαρτίας και των προσωπικών του παθών, είναι αδύνατο να προσεγγίσει και να κατανοήσει τον Θεό. Χρειάζεται επομένως η μετάνοια, η αλλαγή δηλαδή του  τρόπου με τον οποίο σκεπτόμαστε και στη συνέχεια η εξομολόγηση και η συγγνώμη. Δεν είναι τυχαίο που ο Χριστός, όταν αμέσως μετά τη Βάπτισή Του στον Ιορδάνη άρχισε το δημόσιο κήρυγμά Του, χρησιμοποίησε τα ίδια ακριβώς λόγια του Ιωάννη του Βαπτιστή: “Μετανοείτε, ήγγικε γαρ η Βασιλεία των Ουρανών”. Μέσα πάλι από τα Ευαγγέλια βλέπουμε ότι ενώ δεν κατέκρινε τον αμαρτωλό, έδινε προτεραιότητα στη μετάνοια, στην επιστροφή του ανθρώπου κοντά στον Θεό, στην απαλλαγή του από την αμαρτία, στην πνευματική του μεταστροφή και μεταμόρφωση. Αλλά και κατά την Ανάληψή Του, λέει στους αγίους Αποστόλους να κηρύξουν την μετάνοια σε όλα τα έθνη.    

Την ίδια προτροπή κάνει διαχρονικά σε όλους μας, σε όσους επιθυμούν ειλικρινά να Τον ακολουθήσουν, να Τον ενστερνιστούν, να Τον συμπεριλάβουν στη ζωή τους, να γίνουν μέτοχοι του σώματός Του και κοινωνοί της ζωοποιού χάριτος του Αγίου Πνεύματος. Ο ρόλος μας δεν είναι να παραμείνουμε απλοί θεατές του θαύματος, αλλά μέτοχοι του Βαπτίσματος, του Σταυρού και της Αναστάσεώς Του. Να αφήσουμε σε δεύτερη μοίρα τα βιοτικά, χωρίς βέβαια να σταματήσουμε να ασχολούμαστε με τα απαραίτητα, αλλά και χωρίς να τα θεωρούμε ως τον βασικό σκοπό της ύπαρξής μας. Να βάλουμε “αρχή μετανοίας” στη ζωή μας, και να αναζητήσουμε στην καθημερινότητά μας την παρουσία Του και την ευλογία Του, που έχει τη δύναμη να μεταμορφώσει τη ζωή μας. Τότε μόνον θα έχουν αξία οι εορτές του Αγίου Δωδεκαημέρου, που ξεκινά από τα Χριστούγεννα και τελειώνει σήμερα, όταν έστω και λίγο αγγίξουν την ψυχή μας, όταν για την αγάπη του Θεού αποφασίσουμε να αναγεννηθούμε πνευματικά, όταν από αδιάφοροι θεατές γίνουμε γνήσιοι μαθητές του Χριστού. 

Γεώργιος Σαββίδης

πηγή