Η μωρία του Σταυρού και η μωρία του κόσμου τούτου (Στους εν αναστολή υγειονομικούς, τιμής ένεκεν)

Δύο εικόνες: Οι πειρασμοί του Χριστού στην έρημο – ο Σταυρός. Από μόνες τους αρκούν για να σηματοδοτήσουν την ανυπέρβλητη δύναμη μέσα στην αδυναμία. Τη νίκη πάνω στην ατίμωση. Το θάρρος μέσα στην ατολμία. Τη διαύγεια μέσα στη δυστοπία. Τον θρίαμβο του δικαίου πάνω στην αδικία. Την ελευθερία απέναντι στη δουλεία. Την κραυγή μέσα στην απάθεια. Την κατατρόπωση του παραλογισμού από τη λογική. Τον αφανισμό του θανάτου από τη Ζωή.

Ανά τους αιώνες, στα πλήθη των ισχυρών και των αρίστων, ο Σταυρός του Χριστού φάνταζε μωρία, ένδειξη δειλίας, ήττας, αλλά και ασοφίας. Η σταυρική θυσία θεάθηκε σαν παραφροσύνη, λιποψυχία, τρωτότητα. Το άψυχο σώμα του Ιησού στον Σταυρό έμοιαζε σκάνδαλο: Ένας Θεός επάνω στον Σταυρό, που πεθαίνει κατά τον πλέον ατιμωτικό τρόπο σαν άλλος κακούργος, ανάμεσα σε δύο ληστές, για να σώσει τον άνθρωπο; Σχήμα οξύμωρο. Φαινομενικά όντως σκανδαλώδες, α-νοησία, κατά το αποστολικό: «Ἰουδαίοις μὲν σκάνδαλον, Ἕλλησι δὲ μωρίαν» (Α΄ Κορ. 1, 23).

Την ίδια ώρα αμφισβητείται η παντοδυναμία Του. Ασφαλώς δεν είναι τυχαία η φράση που χρησιμοποιείται –υπό μορφή εμπαιγμού‒ από τους σταυρωτές Του για να θέσουν τη θεότητά Του υπό αίρεση, υπό αμφισβήτηση: «σῶσον σεαυτόν· εἰ υἱὸς εἶ τοῦ Θεοῦ, κατάβηθι ἀπὸ τοῦ σταυροῦ» (Ματθ. 27, 40). Μια φράση που ‒όχι συμπτωματικά– χρησιμοποιείται από τον σατανά στους πειρασμούς του Ιησού στην έρημο («εἰ υἱὸς εἶ τοῦ Θεοῦ»), προκειμένου να αρνηθεί την αποστολή Του και να γκρεμίσει την πορεία Του προς την προσφορά και τη θυσία. Για να λάβει από Αυτόν την απόταξη με την αποστομωτική, εκπληκτική απάντηση: «οὐκ ἐπ᾿ ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ἄνθρωπος» (Ματθ. 4, 4) και να συμπληρώσει το «ὕπαγε ὀπίσω μου, σατανᾶ» (Ματθ. 4, 10).

Ένα από τα λίγα, πια, βέβαια στη ζωή είναι πως η ιστορία επαναλαμβάνεται. Ο ίδιος πειρασμός επανέρχεται στις μέρες μας με μια απάνθρωπη μορφή: Υγειονομικοί σε αναστολή. Άνθρωποι αντιμέτωποι με κορυφαία, αγωνιώδη διλήμματα: ηθικά, κοινωνικά, προσωπικά, επαγγελματικά. Άνθρωποι με ειλικρινή πίστη, αγάπη και αυταπάρνηση για τον πλησίον και το λειτούργημά τους, με γνώμονα την τιμή, τον ανθρωπισμό (και όχι τον μετ-ανθρωπισμό), την ελεύθερη βούληση και το ήθος (λέξεις δυστυχώς ξεχασμένες), βρέθηκαν κατά πρόσωπον με έναν ανελέητο πειρασμό: Κλήθηκαν να διαλέξουν ακόμα και αν θα συνεχίσουν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους για ποιοτική ζωή στον συνάνθρωπο-ασθενή ή ακόμα ‒φευ‒ αν θα γίνουν συμμέτοχοι άθελά τους στον θάνατο, αφήνοντάς τον αβοήθητο, όχι γιατί αυτοί το αποφάσισαν…

Άπειρα διλήμματα πέρασαν μπροστά τους: Δικαίωμα στην επιλογή ή υποχρεωτικότητα; Ελευθερία ή ψωμί, Πίστη ή απιστία; Τιμή ή ατίμωση; Δημοκρατία ή τυραννία; Αξιοπρέπεια ή εξευτελισμός; Αρετή ή ξεπεσμός; Ανεξαρτησία ή δουλεία; Και εντέλει, Ζωή ή νέκρωση; Σε όλα απάντησαν ξεκάθαρα, με κρυστάλλινη συνείδηση…

Ερωτήματα που για κάποιους φαντάζουν –όπως τότε– μωρία και σκάνδαλο και που την ίδια ώρα για κάποιους λίγους, αλλά αποφασισμένους, σημαίνουν στάση ζωής. Η φράση του Κάλβου: «Θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία» είναι βαθιά χαραγμένη μέσα στην αγέρωχη ψυχή τους. Γνωρίζουν, άλλωστε, καλά πως «ό,τι αξίζει πονάει κι είναι δύσκολο». Γι’ αυτούς ο Σταυρός δεν είναι μωρία. Σταυρός γι’ αυτούς σημαίνει νίκη επάνω στον πλέον ατιμωτικό θάνατο, στον εξευτελισμό και την καταπάτηση της ανθρώπινης ύπαρξης και αξιοπρέπειας. Νιώθουν την αγωνία, τη μέχρις αίματος θυσία. Γίνονται αυτόπτες μάρτυρες της τραγωδίας της θανάτωσης ενός αθώου, τραγικό δείγμα της ανθρώπινης παρακμής. Γίνονται κι αυτοί μέτοχοι της άκρας ταπείνωσης.

Συνάμα, παρέα με τον Χριστό κατά την αγωνιώδη νύχτα στο Όρος των Ελαιών, βιώνουν στο πετσί τους τις σταγόνες του ιδρώτα του προσώπου Του, την εγκατάλειψη των μαθητών και την παράδοσή τους στον ύπνο κατά την κρίσιμη εκείνη ώρα, την προδοσία του Ιούδα, την άρνηση του Πέτρου, τη γενική αποστασία του ‒άλλου– Ισραήλ.

Ταυτόχρονα, όμως, είναι πεπεισμένοι πως τον Σταυρό ακολουθεί η Ανάσταση. Και πως «vincit qui patitur» («Αυτός που πάσχει νικά»). Κι αυτό είναι που φοβίζει πολλούς. Άλλωστε, γιατί να φυλάσσουν ένα μνημείο τόσοι στρατιώτες;

Ελένη Αργυροπούλου-Σαραφοπούλου

πτ. Κοιν. Θεολογίας

-«Ταῦτα πάντα σοι δώσω, ἐὰν πεσὼν προσκυνήσῃς μοι» (Ματθ. 4, 9).

-Με ποια λογική;

-Με αυτή του παραλόγου. «Sic volo sic iubeo!» («Έτσι θέλω, έτσι προστάζω!»).

-«Ὕπαγε ὀπίσω μου, σατανᾶ». «Οὐκ ἐπ᾿ ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ἄνθρωπος». «Ἡμεῖς δὲ κηρύσσομεν Χριστὸν ἐσταυρωμένον» (Α΄ Κορ. 1, 23). «Γιατί ο Σταυρός είναι δόξα. Δεν είναι ατιμία» (Άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων).

«Μέρα, μέρα». Έτσι παλεύουμε. «Μέρα, μέρα». Το αύριο ανήκει στον Θεό

Ελευθεριάδης Γ. Ελευθέριος Ψυχολόγος M.Sc.


Κράτα τον νου σου μαζεμένο.
Και ας τους ακούς να φωνάζουνε στα παράθυρα των τηλεοράσεων.
Κράτα τον νου σου μαζεμένο.
Και ας απειλούν, φοβερίζουν και σου βάζουν το μαχαίρι στον λαιμό.
Κράτα τον νου σου μαζεμένο.
Αν μπορείς κλείσε την τηλεόραση. Κλείσε μάτια και αυτιά σε ό,τι πληροφορία πρακτικά, δεν μπορεί να σου προσφέρει κάτι.
Κράτα τον νου σου μαζεμένο.
Και να θυμάσαι κάτι που έχουμε πει πολλές φορές:
«Μέρα, μέρα». Έτσι παλεύουμε.»Μέρα, μέρα».Το αύριο ανήκει στον Θεό.
Σ’ το είπα, σ’ το λέω ξανά και θα σ’ το ξαναλέω μέχρι να βγούμε από αυτό το τούνελ…
«Μέρα, μέρα», αδελφέ μου. «Μέρα, μέρα».

πηγή

Ο τυφλός γέροντας μοναχός

Ζούσε κάποτε ένα γεροντάκι, που ήταν εκ γενετής τυφλός. Κάθε μέρα δόξαζε τον Θεό για τα καλά και τα άσχημα της καθημερινότητάς του. Προσευχόταν, έκανε μετάνοιες, κομποσχοίνι και εξομολογούταν συχνά.
Ποτέ δεν παραπονέθηκε για το «πρόβλημά» του….
Κάποτε τον έπιασε μια βαριά και τρομερή αρρώστια, σφάδαζε από τους πόνους, αλλά και πάλι δόξαζε τον Θεό. Κάθε μέρα που περνούσε ο πόνος μεγάλωνε, αλλά εκείνος δόξαζε τον Θεό. Κάποια στιγμή τον συνάντησαν δυό καλογέρια που τον άκουγαν από μακρυά να επικαλείται την Μεγαλόχαρη.
-Έλα γέροντα, κάνε υπομονή, πες Δόξα Σοι Ο Θεός… Αυτός ξέρει για ποιο λόγο τα επιτρέπει όλα… του είπαν.
Ο γέροντας συνοφρυωμένος και με έντονη φωνή τους απήντησε:
-Μόνο μια φορά Δόξα Σοι Ο Θεός; Χίλιες φορές Δόξα Σοι Ο Θεός… τι νομίζετε δηλαδή;; Για φαντάσου όμως να γίνω καλά, να μου δώσει ο Θεός μάτια και να βλέπω και να μου επιτρέψει σαρκικό πόλεμο, που έχει πετάξει τόσους από τα μοναστήρια…. Θα το άντεχα αυτό τότε;;;; Ξέρει ο Θεός τι μου στέλνει.
Βεβαίως Δόξα Σοι Ο Θεός!!!
Ο Θεός γνωρίζει καλύτερα τον λόγο που μας στέλνει κάθε δυσκολία και σε ποιον την στέλνει…. Ας Τον δοξάζουμε καθημερινά και για τα εύκολα και για τα δύσκολα…. Μέσα από τα δύσκολα αποφεύγουμε τα χειρότερα… Δόξα Σοι ο Θεός!

πηγή

Αγ.Γεώργιος Καρσλίδης: «Η κόκκινη φυλή θα φωνάξει τον βασιλιά, για να’ ρθει και να καθίσει στην Πόλη»

«Αν θέλουμε να είμαστε πραγματικά Χριστιανοί, πρέπει να ακολουθήσουμε τα χνάρια του Χριστού μας. Πρέπει πάντα να συγχωρούμε και όχι να βλαστημούμε αυτούς, που μας έφταιξαν». «Ούτε τα πλούτη να σας κάνουν εντύπωση, ούτε οι δόξες, αλλά πάντοτε να βαδίζετε δίκαια».

«Παιδιά μου, ο κόσμος έχει φύγει από την αθωότητα κι από την καλωσύνη. Κάθε μέρα και προς το κακό φροντίζει να βαδίζη. Όσο περνούν τα χρόνια βαδίζουμε στην καταστροφή και ο Θεός αυτά δεν τα θέλει. Πόση διαφορά υπάρχει (σήμερα) από πριν πενήντα χρόνια».

Όταν αναχωρούσαν οι Βούλγαροι και χαιρόταν ο κόσμος, είπε ο όσιος: «Μη χαίρεσθε, θα έλθει καιρός που θα πείτε Βουλγαρία, Βουλγαρία… Γιατί οι μανάδες γέννησαν λύκους και οι λύκοι θα πιούν αίμα ανθρώπινο. Θα σκοτώσει πατέρας τον γυιό, αδελφός τον αδελφό…». Όπως κι έγινε στον εμφύλιο σπαραγμό…

Ο όσιος προφητικά έλεγε: «Την Ελλάδα η Ρωσία θα την υποστηρίξει. Η κόκκινη φυλή θα βοηθήσει την Ελλάδα. Θα γίνει πόλεμος στην Κωνσταντινούπολη και η κόκκινη φυλή θα φωνάξει τον βασιλιά, για να’ ρθει και να καθίσει στην Πόλη…».

Άλλοτε βγαίνοντας από την εκκλησία της μονής και βλέποντας συναγμένο κόσμο, τους είπε: «Εσείς καλά θα πεθάνετε, αλλά αυτά τα μικρά παιδιά τι έχουν να δουν! Οι Τούρκοι θα φθάσουν ως εδώ, αλλά ύστερα θα γυρίσουν πίσω και τότε μέσα στην Κωνσταντινούπολη εφτά μηνών μοσχάρι θα κολυμπάει μέσα στο αίμα…».

πηγή

Ποτέ μην ξοδεύεις τον χρόνο σου σε συζητήσεις που δεν έχουν νόημα…

Ο γάιδαρος είπε στην τίγρη: «Το γρασίδι είναι γαλάζιο.»

Η τίγρης απάντησε: «Όχι, το γρασίδι είναι πράσινο.»

Η συζήτηση άναψε και οι δύο αποφάσισαν να λύσουν τις διαφορές τους και να πάνε στο λιοντάρι, τον βασιλιά της ζούγκλας….
Πριν ακόμη φτάσουν στο δάσος, όπου το λιοντάρι καθόταν στον θρόνο του, ο γάιδαρος άρχισε να φωνάζει:

«Υψηλότατε, είναι αλήθεια ότι το γρασίδι είναι γαλάζιο;»
Το λιοντάρι απάντησε: «Σωστά, το το γρασίδι είναι γαλάζιο.»
Ο γάιδαρος έσπευσε και συνέχισε: «Η τίγρης δεν συμφωνεί μαζί μου και με ενοχλεί, παρακαλώ τιμωρήστε την.»
Ο βασιλιάς δήλωσε τότε: «Η τίγρης θα τιμωρηθεί με 5 χρόνια σιωπής.»
Ο γάιδαρος πήδηξε χαρούμενος και συνέχισε το διασκελισμό του, χαρούμενος και επαναλαμβάνοντας:
«Το γρασίδι είναι γαλάζιο»…
Η τίγρης δέχτηκε την τιμωρία της, αλλά πρώτα ρώτησε το λιοντάρι:
«Η Αυτού Μεγαλειότητά σου, γιατί να με τιμωρήσει; Τελικά το γρασίδι είναι πράσινο.»
Το λιοντάρι απάντησε: «Στην πραγματικότητα, το γρασίδι έχει πράσινο χρώμα.»
Η τίγρης ρώτησε: «Γιατί λοιπόν με τιμωρείς;»
Το λιοντάρι απάντησε: «Αυτό δεν έχει τίποτα να κάνει με το ερώτημα αν το γρασίδι είναι μπλε ή πράσινο. Η τιμωρία είναι επειδή δεν είναι δυνατόν ένα γενναίο και έξυπνο πλάσμα σαν εσένα να σπαταλάει χρόνο με έναν γάιδαρο, και μετά να έρχεται να με ενοχλεί με αυτή την ερώτηση.»

Το χειρότερο χάσιμο χρόνου είναι να μαλώνεις με τον ανόητο και φανατικό που δεν νοιάζεται για την αλήθεια, αλλά μόνο για τη νίκη των πεποιθήσεων και των ψευδαισθήσεων του.
Ποτέ μην ξοδεύεις τον χρόνο σου σε συζητήσεις που δεν έχουν νόημα…
Υπάρχουν άνθρωποι που ανεξάρτητα από το πόσα στοιχεία παρουσιάζουν, αδυνατούν να κατανοήσουν, και άλλοι τυφλώνονται από τον εγωισμό, το μίσος και την αγανάκτηση, και το μόνο πράγμα που θέλουν είναι να είναι σωστοί ακόμα κι αν δεν είναι.
Όταν η άγνοια ουρλιάζει, η νοημοσύνη σιωπά. Η γαλήνη και η ηρεμία σου αξίζουν περισσότερο…

πηγή

Πνευματικές Νουθεσίες 7(81)

Έτος 12ο Φύλλο 7(81)

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΕΣ ΝΟΥΘΕΣΙΕΣ

Πόνημα Νεανικής Συντροφιάς Ι. Ν. Ευαγγελιστρίας Λιβαδειάς

« Ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δέ ἐν ἐμοί Χριστός »

(διαδικτυακή κυκλοφορία: http://www.inevagelistrias.wordpress.com)

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΑΥΤΗΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ

Ἡμέρα χαρμόσυνη σήμερα, ἡμέρα εὐφροσύνης καὶ παρρησίας, λαμπρὴ καὶ πάνδημο πανήγυρις πρὸς ἀνάμνηση τῆς ζωηφόρου Κοιμήσεως τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, πρὸς τιμὴ τῆς ἀκαταισχύντου ἐλπίδος πάντων ἡμῶν, ποὺ δὲν εἶναι ἄλλη ἀπὸ τὴν Παναγία, τὴν μόνη Θεοῦ πρὸς ἀνθρώπους γέφυρα, τὸν φρικτὸ τῆς οἰκονομίας ἱστό, ἐν ᾧ ἀρρήτως ὑφάνθη ὁ τῆς ἑνώσεως χιτών, κατὰ τὸν ἅγιο Πρόκλο, πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως. Εἶναι δὲ ἐπίσης ἡ ἡμέρα αὐτή, ἡμέρα ἀνείπωτης εὐλογίας, διότι σήμερα μᾶς δίδεται ἡ εὐκαιρία νὰ προσφέρουμε θυσία Αἰνέσεως πρὸς τὴν ἁγία Μητέρα τοῦ Θεοῦ καὶ Λόγου, λαμβάνοντες ὡς ἀντίδωρο τὴν σωτηριώδη χάρη της.

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἀναφέρει σχετικῶς: Ὦ ἄνθρωπε, ἐρεύνησε ὅλη τὴν κτίση μὲ τὴν σκέψη σου, καὶ πές μου ἐὰν ὑπάρχει κάτι σπουδαιότερο ἣ ἔστω ὁμοίου ἀξίας μὲ τὴν Παρθένο Μαρία. Ταξίδεψε σὲ ὅλη τὴν γῆ, περίβλεψε τὴν θάλασσα, ἐξέτασε τὸν ἀέρα, τοὺς οὐρανοὺς μὲ τὴν διάνοιά σου ἐρεύνησε, ἐνθυμήσου τὶς ἀόρατες δυνάμεις, καὶ πές μου ἐὰν ὑπάρχει ἄλλο τέτοιο θαῦμα σὲ ὅλη τὴν κτίση.

Κατὰ δὲ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ, τὸν μέγα αὐτὸν ὑμνητὴ τῆς Παναγίας, ὁ Κύριος Σαβαὼθ καὶ Υἱὸς αὐτῆς, εἶναι ἀοράτως σήμερα παρών, ἀποδίδων στὴν μητέρα Του τὴν ἐξόδιο τιμή… Διότι μόνον ἡ Παναγία, εὑρισκομένη ἀνάμεσα στὸν Θεὸ καὶ σὲ ὁλόκληρο τὸ ἀνθρώπινο γένος, τὸν μὲν Θεὸ κατέστησε υἱὸν ἀνθρώπου, τοὺς δὲ ἀνθρώπους ἔκανε υἱοὺς Θεοῦ… Ἔχουσα δὲ τὸν οὐρανὸ κατοικητήριο πρόσφορο, βασίλειο ταιριαστό, ἵσταται στὰ δεξιὰ τοῦ Παμβασιλέως, μὲ διάχρυσο ἱματισμὸ ἐνδεδυμένη καὶ ποικιλμένη (Ψαλμ. ΜΔ΄,11)… Ἡ Θεομήτωρ εἶναι ὁ τόπος ὅλων τῶν χαρίτων καὶ πλήρωμα κάθε καλοκαγαθίας, εἰκόνα κάθε ἀγαθοῦ καὶ πάσης χρηστότητος, ἀφοῦ εἶναι ἡ μόνη ποὺ ἀξιώθηκε ὅλα μαζὶ τὰ χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος… Διὰ δὲ τῆς ἁγίας Μεταστάσεώς της ἐχώρησε πρὸς τὴν ἀθανασία καὶ δικαίως εἶναι τώρα συγκάτοικος μὲ τὸν Υἱό της στὰ οὐράνια σκηνώματα καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἐπιστατεῖ μὲ τὶς ἀκοίμητες πρὸς αὐτὸν πρεσβεῖες, ἐξιλεώνουσα Αὐτὸν πρὸς χάριν ἡμῶν τῶν ἁμαρτωλῶν.

Τὴν Παναγία μητέρα ἡμῶν θὰ τιμήσει δεόντως ὁ ἅγιος Νεκτάριος ὁ Μυροβλύτης καὶ Θαυματουργός, ὁ γνήσιος θεράπων τοῦ Χριστοῦ, ὁ πυρσὸς ὁ φωτεινὸς τῆς εὐσεβείας, τὸ παράδειγμα τῆς Ἀρχιερωσύνης, ὁ μέγας καὶ πολυδύναμος ἰατρὸς πασῶν τῶν ἀσθενειῶν.

Πολλὰ κείμενά του καὶ γεγονότα τῆς ζωῆς του μαρτυροῦν τὴν τελεία ἀγάπη καὶ τὴν βαθειὰ πίστη τοῦ ἁγίου Νεκταρίου στὴν Θεοτόκο. Λόγου χάριν, εἶναι γνωστὴ ἡ εὐλάβειά του πρὸς τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας Σηλυβριανῆς, ἡ ὁποία κοσμοῦσε τὸ κελλί του καὶ στὴν ὁποία ἐδέετο καθ’ ἑκάστην μετὰ πολλῶν δακρύων, γιὰ τὴν σωτηρία τῶν πνευματικῶν του τέκνων ἀλλὰ καὶ ὁλοκλήρου τοῦ κόσμου. Γνωρίζουμε ἐπίσης τὴν πίστη του στὴν ἰαματικὴ χάρη τῆς Παναγίας. Δύο σχεδὸν μῆνες πρὸ τῆς ὁσιακῆς του κοιμήσεως, ὁ Ἅγιος παρέμεινε ἐπὶ δεκαπέντε ἡμέρες στὸ μοναστήρι τῆς Παναγίας Χρυσολεοντίσσης στὴν Αἴγινα, προσευχόμενος ὑπὲρ τῆς ὑγείας του, ἡ ὁποία ἦτο πολὺ ἐπιβαρυμένη. Ἔμπροσθεν τῆς θαυματουργῆς εἰκόνος τῆς Μονῆς, παρεκάλει τὴν Παναγία νὰ τοῦ δωρίσει, ὄχι τὴν θεραπεία, ἀλλὰ εὐχαριστία καὶ ὑπομονὴ εἰς τοὺς ἀφορήτους πόνους, προσάγων λαμπρὸ παράδειγμα, γιὰ τὸ πῶς ὀφείλουμε νὰ ἀντιμετωπίζουμε τὴν ἀσθένεια καὶ τὸν πόνο.

Πέραν τούτου, ὁ μέγας Πατήρ τῶν ἐσχάτων χρόνων ἔχει συνθέσει πλῆθος μελετῶν, οἱ ὁποῖες τεκμηριώνουν τὴν θεολογικὴ καὶ ἱστορική του γνώση. Εἰδικότερα, στὸ πλούσιο σὲ πατερικὲς ἀναφορὲς ἔργο του «Περὶ τῆς μητρὸς τοῦ Κυρίου τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καὶ Ἀειπαρθένου Μαρίας», τὸ ὁποῖο συνέγραψε τὸ ἔτος 1901, ὡς διευθυντὴς τῆς Ριζαρείου Σχολῆς, ὁ Ἅγιος ἀναφέρει: ἡ Θεοτόκος τοσούτου ἀπέλαυε σεβασμοῦ παρὰ τῶν πιστῶν, τοσαύτης τιμῆς καὶ ἀγάπης, ὥστε πρὸς ταύτην μετὰ Θεόν, πλὴν τῆς λατρείας, τὰ δευτερεῖα τῆς τιμῆς, τοῦ σεβασμοῦ καὶ τῆς ἀγάπης ἀπέδιδαν. Αὕτη ἡ Θεοτόκος ἐν πνεύματι προφητικῷ ἤδη ἀναγγελεῖ τὴν περιωπὴν αὐτῆς μεταξὺ πασῶν τῶν γενεῶν, λέγουσα: «Ἰδοὺ γὰρ ἀπὸ τοῦ νῦν μακαριοῦσί με πᾶσαι αἱ γενεαί κτλ.» (Λουκ. α´ 48)… Ὅθεν ἡ Θεοτόκος ἐτιμᾶτο καὶ ἐμακαρίζετο ἀπὸ πασῶν τῶν γενεῶν τῶν ἀπὸ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ αὐτῆς μέχρι σήμερον καὶ θέλει μακαρίζεται μέχρι τῆς συντελείας τῶν αἰώνων… Ἡ Θεοτόκος ἦν καὶ ἐστι καὶ ἔσται τοῖς πιστοῖς ἡ ἄμαχος προστάτις καὶ ὁ ταχὺς ἀντιλήπτωρ καὶ βοηθός. Ταύτην ἐπεκαλοῦντο ἐν κινδύνοις καὶ ἐν θλίψεσι, καὶ ταύτην εἶχον ὑπέρμαχον στρατηγὸν ἐν τοῖς πολέμοις. Ἡ ἀπροσμάχητος αὐτῆς δύναμις συνέτριβε τοὺς πολεμίους καὶ ἡ μητρικὴ πρὸς τὸν Υἱὸν καὶ Θεὸν Αὐτῆς παρρησία τὸ θεῖον ἐπὶ τοὺς πιστοὺς ἐδαψίλευεν ἔλεος.

Ἀλλὰ ἐκεῖ ὅπου ὁ ἅγιος Νεκτάριος ἐκφράζει τὴν ἀγάπη καὶ τὸν πόθο του γιὰ τὴν Παναγία μας εἶναι στὸ περίφημο «Θεοτοκάριό» του. Σὲ αὐτὸ περιλαμβάνονται ἐννέα Ὠδές, ἑκατὸν πενήντα τέσσερις Ὕμνοι καὶ ἐννέα Κανόνες, συντεθειμένοι πρὸς τιμὴν τῆς Θεοτόκου. Τὸ ἐν λόγῳ ὑμνογραφικὸ θησαύρισμα ἐπεκτείνει τὸ ἔργο τῶν θεοφόρων Ὑμνογράφων τῆς Ἐκκλησίας μας. Ὁ ἅγιος Νεκτάριος, μέσῳ τῆς ἀρετῆς ἀλλὰ καὶ τῆς ποιητικῆς του τέχνης, ἐκφράζει ἐδῶ μὲ ἐνάργεια τὴν ἀγάπη καὶ τὴν εὐγνωμοσύνη του πρὸς τὴν Κυρία τῶν Ἀγγέλων, τὴν πίστη του στὴν σωτήριο μεσιτεία καὶ προστασία τῆς Παναγίας.

Ὁ Ἅγιος σημειώνει στὸν πρόλογό του: ἐποίησα ᾠδὰς τινὰς καὶ ὕμνους πρὸς αἴνεσιν καὶ ἀνύμνησιν τῆς Παναγίας μητρὸς τοῦ Κυρίου… εἰς βοήθειαν καὶ προστασίαν τῶν ἐπικαλουμένων αὐτήν, καὶ πρὸς ἔκφρασιν τῆς ἀπείρου πρὸς αὐτὴν εὐγνωμοσύνης μου, διὰ τὰς πολλὰς πρὸς ἐμέ, αὐτῆς εὐεργεσίας, ἅς παραπήλαυσα. Ὁμολογεῖ δηλαδὴ ὅτι συνέγραψε τὸ Θεοτοκάριο ὡς εὐχαριστία γιὰ τὶς πολλὲς εὐεργεσίες τῆς Παναγίας πρὸς αὐτόν. Εἶναι δὲ βέβαιο ὅτι χωρὶς τὴν ἐπικουρία καὶ τὴν χάρη της, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν στὸν Ἅγιο νὰ ἀντιμετωπίσει τὸ πλῆθος τῶν πειρασμῶν καὶ τὶς δοκιμασίες, τὶς ὁποῖες ὑπέστη στὸν ὄντως μαρτυρικό του βίο.

Παραθέτουμε λίγους στίχους ἐκ τῆς «Προσφωνήσεως πρὸς τὴν Ὑπεραγίαν Θεοτόκον», προκειμένου νὰ διαφανεῖ ἡ πρὸς αὐτὴν εὐλάβεια καὶ ἀγάπη τοῦ ἁγίου Νεκταρίου:

Χαῖρε, Θεοτόκε Παρθένε, χαῖρε κεχαριτωμένη Μαρία ὁ Κύριος μετὰ σοῦ. Χαῖρε ἡ τὸν ἀσπασμὸν τοῦ Ἀγγέλου δεξαμένη, χαῖρε ἡ ἀξιωθεῖσα γενέσθαι Μήτηρ Θεοῦ.

Σὺ εἶ, θεογεννήτρια, τῆς σωτηρίας ἡμῶν τὸ κεφάλαιον. Σὺ εἶ, θεομῆτορ, ἡ τροφὸς τῆς ζωῆς ἡμῶν. Σὺ εἶ, Παρθενομῆτορ, ἡ πέτρα ἡ ποτίσασα τοὺς διψῶντας τὴν ζωήν. Σὺ εἶ, ἀπειρόγαμος μήτηρ, ἡ διάδοχος τροφὴ τοῦ μάννα.

Σὺ εἶ, ἄγαμος νύμφη, ἡ διάκονος τῆς τροφῆς τῆς ἁγίας. Σὺ εἶ, ζωοτόκος, ἡ ἔμψυχος τράπεζα ἡ τὸν ἄρτον ζωῆς χωρήσασα. Σὺ εἶ, μητροπάρθενε, ἡ ἀνήροτος χώρα ἡ τὸν θεῖον βλαστήσασα στάχυν.

Σὺ εἶ, πανάμωμος νύμφη, τὸ ἡδύπνοον κρίνον τὸ πιστοὺς εὐωδιάζον. Σὺ εἶ, πανακήρατος κόρη, τὸ σκῆπτρον τῆς Ὀρθοδοξίας. Σὺ εἶ, ἁγνὴ Παρθένε, ὁ πύργος ὁ ἀσάλευτος τῆς Ἐκκλησίας.

Σὺ εἶ, Παρθένε θεόνυμφε, τὸ ἔμψυχον παλάτιον τοῦ παμβασιλέως. Σὺ εἶ, Ἀνύμφευτε νύμφη, τὸ χωρίον τὸ εὐρύχωρον τοῦ ἀχώρητου. Σὺ εἶ, μεγαλοτόκος, ἡ τὸν Θεὸν ἀφράστως γεννήσασα.

Σὺ εἶ, Θεοκυῆτορ, ἡ τὸν ἀχώρητον ἐν γαστρὶ χωρήσασα. Σὺ εἶ, Ἄχραντε Παρθένε, ὁ ναὸς ὁ ἀκατάλυτος. Σὺ εἶ, Πάνσεμνε Κόρη, οὐρανοῦ καὶ γῆς ἰσόρροπον οἴκημα. Σὺ εἶ, Παναγία Παρθένε, τῆς ἀχώρητου φύσεως χωρίον εὐρύχωρον.

Σὺ εἶ, ἀμίαντος Κόρη, ὁ φαεινὸς ὄρθρος ὁ τὸν ἥλιον φέρων τῆς δικαιοσύνης. Σὺ εἶ, εὐλογημένη Παρθένε, τοῦ φωτὸς τὸ οἰκητήριον, ἐξ οὖ τὸ φῶς τῷ κόσμῳ ἐξανέτειλεν. Σὺ εἶ, πάναγνε, νύμφη, ἡ αὐγὴ τῆς μυστικῆς ἡμέρας.

Σὺ εἶ, ἄσπιλε κόρη, ἡ ἀκτὶς τοῦ ἀδύτου φέγγους. Σὺ εἶ, ἀμόλυντε Παρθένε, ἡ τοῦ Χριστοῦ κατὰ σάρκα Μήτηρ. Σὺ εἶ, ἄφθορος κόρη, ἡ ἀληθῶς καὶ κυρίως τὸν Θεὸν Λόγον σεσαρκωμένον τεκοῦσα.

Τὰ παραπάνω λόγια ἀποδεικνύουν τόσον τὴν βαθεία θεολογικὴ κατάρτιση τοῦ ἁγίου Νεκταρίου, ἐν σχέσει μὲ τὸν ρόλο τῆς Παναγίας στὴν Ἐνσάρκωση καὶ κατ’ ἐπέκταση στὴν σωτηρία τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, ὅσον καὶ τὸν ἀκόρεστο πόθο του γιὰ δοξολογία τῆς Δέσποινας τῶν ἁπάντων.

Ἡ Θεοτόκος, στὴν δοξολογία καὶ τιμὴ τῆς ὁποίας ἔχουμε ἀφιερώσει τὸν μῆνα Αὔγουστο, ἐνίκησε διὰ τοῦ Χριστοῦ τὸν θάνατο. Ὁ θάνατος δὲν μπόρεσε νὰ συγκρατήσει τὸ πανάχραντο καὶ θεοδόχο σῶμα της, καθόσον αὐτὸ ἐδέχθη τὴν ἴδια τὴν Ζωὴ τῶν ἁπάντων, τὸν Λόγο τοῦ Θεοῦ. Ὅμως, ὡς Μητέρα τῆς Ζωῆς, εἶναι καὶ δική μας μητέρα, διότι μᾶς ἀναγέννησε διὰ τοῦ Χριστοῦ, διότι μεσιτεύει διαρκῶς ὑπὲρ ἡμῶν ἀλλὰ καὶ διότι μᾶς ἐδίδαξε τὸν τρόπο τῆς σωτηρίας, ποὺ δὲν εἶναι ἄλλος ἀπὸ τὴν ὁλοκληρωτικὴ καὶ ἀπόλυτη ἀφιέρωση τῆς ὑπάρξεως μας στὸν Θεό. Μάλιστα ὁ γέρων Γεώργιος (Καψάνης) τῆς μονῆς Γρηγορίου σημειώνει ὅτι ἡ Παναγία εἶναι ἐπίσης ἡ προϊσταμένη τῆς Ἐκκλησίας ὅλης, ἐφόσον αὐτὴ προΐσταται τῶν σεσωσμένων. Κατὰ δὲ τὸν ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ ἡ Παρθενομήτωρ εἶναι ἡ ἁγία λαβίδα, διὰ τῆς ὁποίας τὸ Σεραφίμ ἔλαβε τὸν ἄνθρακα Χριστὸ ἀπὸ τὸ οὐράνιο θυσιαστήριο, ὅτι δηλαδὴ εἶναι αὐτὴ ἡ ὁποία συνέλαβε ἀπυρπολήτως τὸ πῦρ τῆς Θεότητος. Ἐφόσον λοιπόν δι᾿ αὐτῆς ἐπεδήμησε ὁ Κύριος πρὸς ἡμᾶς, ἐνῷ πρὶν ἦτο ἀθέατος, ἔτσι καὶ στὸν μελλοντικὸ ἀτελεύτητο αἰῶνα κάθε πρόοδος καὶ ἀποκάλυψη μυστηρίων χωρὶς τὴν Παναγία θὰ εἶναι ἀδύνατος.

Γιὰ ὅλους τοὺς ἀνωτέρω λόγους, ὀφείλουμε οἱ Χριστιανοί, ἰδίως τὶς ἡμέρες αὐτές, νὰ μὴν ἀπασχολοῦμε τὸν νοῦ μας, λόγου χάριν μὲ τὸ πού θὰ πᾶμε διακοπές, ἀλλὰ νὰ προσευχόμεθα ἀδιαλείπτως καὶ μετὰ πόθου στὴν Παναγία Μητέρα μας….

Ὧ γλυκυτάτη Δέσποινα τῶν Ἀγγέλων, ἡ ὁποία παρίστασαι στὰ δεξιὰ τοῦ μονογενοῦς Υἱοῦ σου καὶ ἀδιάλειπτα πρεσβεύεις ὑπὲρ ἡμῶν, στεῖλε ἀπὸ τὸν θρόνο τῆς δόξης σου καὶ ἀπὸ τὸ θεῖο φῶς τῆς μεγαλοσύνης σου, σὲ μᾶς τοὺς ἀναξίους, ἀλλὰ πιστοὺς δούλους σου μικρὴ ἀκτῖνα, ὥστε νὰ λουσθεῖ ἀπὸ τὸ φῶς σου τὸ σκότος τοῦ νοῦ καὶ τῆς ψυχῆς μας, στεῖλε μιὰ σπίθα τῆς χάριτός Σου, ὥστε νὰ γίνει φλόγα στὴν ψυχραμένη μας θέληση, νὰ γίνει λαμπτῆρας, ὥστε νὰ βαδίζουμε ἀπρόσκοπτοι στὴν ὁδὸ τῶν θείων δικαιωμάτων, στὴν γλυκυτάτη ὁδὸ τῆς μετανοίας. Ναί, Παναγία Παρθένε, ἡ μόνη παρηγορία ἡμῶν. Ἀξίωσέ μας νὰ ἀσπαζόμαστε πάντοτε μὲ πόθο καὶ εὐλάβεια τὴν ἁγία Σου εἰκόνα, καὶ ἀξίωσέ μας νὰ ἀπολαύσουμε τὸ μακάριο καὶ ἐρατεινό σου πρόσωπο στὴν βασιλεία τοῦ Υἱοῦ σου, τὴν ἡτοιμασμένην ὑμῖν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου, Ἀμήν!

Κωνσταντίνος Βαφειάδης, καθηγηγητής Ανωτάτης Εκκλησιαστικής Ακαδημίας Αθηνών

(το παρόν αποτελεί το δεύτερο κατά σειρά φυλλάδιο, στα πλαίσια του αφιερώματος του Ι. Ν. Ευαγγελιστρίας Λιβαδειάς, για την συμπλήρωση των εκατό χρόνων από την οσιακή κοίμηση του αγίου Νεκταρίου, ενώ παράλληλα περιγράφεται η ιδιαίτερη σχέση του αγίου με την Παναγία και θα ήταν παράλειψη να μην τονιστεί από μέρους μας, ιδιαίτερα την ημέρα της μετάστασής της στους ουρανούς από τον Υιό της και Κύριο και Θεό μας Ιησού Χριστό)

ΔΟΞΑ Τῼ ΘΕῼ

Η Παναγία του Χάρου – 23/8

ΤΟ ΕΞΩΜΟΝΑΣΤΗΡΟ
ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΤΟΥ ΧΑΡΟΥ

Βρισκόμαστε στα 1600 μ.Χ. Μοναχοί από την Ιερή Μονή της Πάτμου φτάνουν στη Λειψώ της Δωδεκανήσου και χτίζουν σε απόσταση ενός χιλιομέτρου από το Χωριό το εξωμονάστηρο «ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΟΥ ΧΑΡΟΥ».

Ο Ναός είναι τρισυπόστατος, χτισμένος σε ρυθμό βυζαντινό. Τον διακρίνει ο χαμηλός τρούλος, τα ακανόνιστα τόξα, που γι’ αυτό αισθητοποιούν μια ασυνήθιστη γοητεία, τα λιγοστά και στενόμακρα παράθυρα, που το φειδωλό φως τους υποβάλλει τον προσκυνητή.

Το διάβα των αιώνων άφησε ανέπαφη την εκκλησία, ενώ ερήμωσε τα γύρω κελιά των μοναχών. Μα σεβάστηκε το ιερό κειμήλιό τους, την πρωτότυπη και θαυματουργική εικόνα της «Παναγίας του Χάρου».

Πρωτοτυπία στην εικόνα δίνει το γεγονός ότι η Παναγία ιστορείται να κρατά το Χριστό όχι ως βρέφος, αλλά κρεμάμενο νεκρό στο Σταυρό του μαρτυρίου. Και επειδή οι έννοιες νεκρός και Χάρος σχετίζονται, η εικόνα, και γενικότερα η εκκλησία, ονομάστηκε «Παναγία του Χάρου».

Πλήθος προσκυνητών έρχονται στις 23 Αυγούστου, για να κλίνουν το γόνυ μπροστά στην εικόνα του θαύματος με το ακόλουθο ιστορικό:

Τον Απρίλιο του 1943 η ευσέβεια μιας κοπέλας τοποθέτησε στην εικόνα άσπρους κρίνους. Αυτοί ξεράθηκαν, όπως ήταν φυσικό. Μα ξαφνικά τον Ιούλιο οι αποξηραμένοι κρίνοι άρχισαν παράδοξα να αποκτούν χυμούς και μάλιστα όσο πλησίαζε η γιορτή της 23ης Αυγούστου έφτασαν να βγάζουν μπουμπούκια μοσκομύριστα, ολοκληρωμένα την ημέρα του Πανηγυριού της.

Το θαύμα αυτό πραγματοποιείται από τότε μέχρι σήμερα. Και προσφέρεται ως ευλογία της Παναγίας του Χάρου σε κάθε προσκυνήτρια ψυχή, αλλά συγχρόνως και ως «σημείον αντιλεγόμενον» για τους άπιστους που, ενώ «θέτουν τον δάκτυλον επί των τύπων των …κρίνων», πασχίζουν να το εξηγήσουν με λογικοφανείς ερμηνείες, γεννημένες από τη θολοκουλτούρα τους.

Κι όμως η «Παναγία του Χάρου» είτε για χάρη των πιστών της είτε για προβληματισμό των απίστων συνεχίζει το θαύμα της. Και μας καλεί όλους να πυκνώσουμε με την παρουσία μας τη στρατιά των πανηγυριωτών και να οδεύσουμε σ’ αυτήν, για να αποθέσουμε τις ελπίδες μας και τους οραματισμούς μας.

Ο ΕΠΙΣΤΑΤΗΣ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑΤΟΣ
ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΘΡΟΝΟΥ
ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ

ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ
Ήχος α’. Της ερήμου πολίτης.

Την σεπτήν σου Εικόνα προσκυνούμεν Πανύμνητε, η του χάρου τη κλήσει προσφυώς επικέκληται. εν ταύτη γαρ τα κρίνα χλοερά, ορώντες μετά χρόνου παρολκήν, ανυμνούμεν σου την χάριν πανευλαβώς, Παρθένε ανακράζοντες. δόξα τοις μεγαλείοις σου Αγνή, δόξα τοις θαυμασίοις σου, δόξα τη προς ημάς σου προμηθεία Άχραντε.

ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ
Ήχος δ’. Επεφάνης σήμερον.

Εν Λειψώ προστρέχοντες την σην εικόνα την του Χάρου Δέσποινα, περιπτυσσόμεθα πιστώς, την ευωδίαν καρπουμένοι, των εν αυτή θείων κρίνων υμνούντες σε.

ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ

Έχει την εικόνα σου την σεπτήν η Λειψώ, Παρθένε, ως θησαύρισμα ιερόν, ήτις παρά πάντων, ωνόμασται του Χάρου, χαράν και ευφροσύνην πάσι παρέχουσαν.

πηγή

Πνευματικές Νουθεσίες 6(80)

Έτος 12ο Φύλλο 6(80)

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΕΣ ΝΟΥΘΕΣΙΕΣ

Πόνημα Νεανικής Συντροφιάς Ι. Ν. Ευαγγελιστρίας Λιβαδειάς

« Ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δέ ἐν ἐμοί Χριστός »

(διαδικτυακή κυκλοφορία: http://www.inevagelistrias.wordpress.com)

Η θεολογική διδασκαλία του αγίου Νεκταρίου

Η θεολογική διδασκαλία του αγίου Νεκταρίου στο πλαίσιο των θεολογικών ζυμώσεων του 19ου αιώνα στον Ελλαδικό χώρο (Οικονόμου Νικολάου Πάτσαλου)

Ο σύγχρονος κόσμος του πληθωρισμού, της κατανάλωσης, του υλισμού και του ανθρώπινου ευδαιμονισμού πολλές φορές χαρακτηρίζεται από μία αδιαφορία και μία αποστροφή από κάθε τι το πνευματικό. Το υλιστικό πνεύμα πολλές φορές υπερνικά το πνευματικό και έτσι το μυστήριο της ζωής χάνει το πραγματικό της ενδιαφέρον. Μέσα, λοιπόν, σε αυτές τις προδιαγραφές ο άνθρωπος ζει στην Ανυπαρξία και η πορεία του προς την Ύπαρξη μπορεί να λάβει χώρα μόνον έπειτα από μία εξαιρετικά υπαρξιακή αφορμή. Μια τέτοια αφορμή αποτελεί και η γνωριμία του σύγχρονου ανθρώπου με μία όντως «Υπαρξιακή» προσωπικότητα, η οποία πραγματικά υπήρξε, υπάρχει και θα υπάρχει με κριτήριο υπαρκτικό τον Θεάνθρωπο Χριστό. Ο ίδιος αισθανόταν ανύπαρκτος, ενώ διά του προσώπου του ήταν υπαρκτός ο Χριστός. Ένας απλός ποιμένας με «ακτινοβόλο πρόσωπο», μία «Βιβλική Μορφή» που συγκίνησε τον κουρασμένο άνθρωπο της σύγχρονης εποχής, είναι ο Άγιος Πενταπόλεως Νεκτάριος Κεφαλάς (1846-1920).

Έχουν γραφεί πάρα πολλές βιογραφίες σχετικά με τον άγιο, οι οποίες εξαντλούν τη ζωή, το έργο και την προσφορά αυτής της μοναδικής περίπτωσης. Έτσι, λίγο ή πολύ είναι γνωστός σε όλους για τη σπουδαιότητα του βίου του. Κατά τη δική μου ανάγνωση των όσων έχουν γραφεί, υπάρχει μία πτυχή της εποχής που έζησε ο άγιος, η οποία δεν αναδεικνύεται τόσο πολύ σε σχέση με το παράδειγμα του αγίου και είναι ιδιαίτερα σημαντική τόσο για την εποχή εκείνη όσο και για τη δική μας σήμερα. Μάλιστα, η πτυχή αυτή αναδεικνύει ακόμα περισσότερο τη σπουδαιότητά του ως Θεολόγου και Αγίου Πατέρα της Ανατολικής Εκκλησίας.

Πιο συγκεκριμένα, η εισήγησή μου θα ασχοληθεί με το θεολογικό υπόβαθρο της εποχής στην οποία φοιτά, ζει και θεολογεί ο άγιος Νεκτάριος, η οποία, όπως θα αναδείξουμε, προβάλλεται ως αντιθετική μέσα από το παράδειγμα του Αγίου Πενταπόλεως. Αφορμή για την εισήγησή μου έλαβα από την ανάγνωση του βιβλίου ενός λόγιου αγιορείτου μοναχού, που ασχολήθηκε με τη ζωή και το θεολογικό έργο του αγίου, του Θεόκλητου Διονυσιάτου με τίτλο: «Ο Άγιος Νεκτάριος ο Θαυματουργός». Ο πατήρ Θεόκλητος σε ειδικό κεφάλαιο ασχολείται πρωτότυπα όχι, βεβαίως, εκτεταμένα, αλλά σημαντικά με το θεολογικό υπόβαθρο της εποχής κατά την οποία ο άγιος εκπόνησε τις θεολογικές του σπουδές.

Ο Άγιος Νεκτάριος, όπως πληροφορούμαστε από τον βίο του, έλαβε το μοναχικό ένδυμα στη Χίο και, ταυτόχρονα, συσχετιζόμενος με τον μητροπολίτη Χίου Γρηγόριο, τον «καλόκαρδρο καὶ ἀσκητικό ἄνθρωπο», αλλά και με τον μέγα ευεργέτη του, Γιάννη Χωρέμη, βοηθήθηκε να φύγει το 1877 για την πόλη των Αθηνών, ώστε να συμπληρώσει τις γυμνασιακές του σπουδές. Αφού έλαβε απολυτήριο γυμνασίου, ύστερα από τρία χρόνια «ὁ θεόσταλτος προστάτης του, ἱκανοποιημένος ἀπὸ τὴν ἐπίδοσή του, τὸν ἔστειλε στὴν Ἀλεξάνδρεια νὰ γνωρίσει τὸν φίλο του Πατριάρχη», Σωφρόνιο, ο οποίος ακούγοντας για το αξιόλογο ήθος και την προκοπή του νεαρού ιεροδιακόνου τον στήριξε, για να παρακολουθήσει ανώτερες θεολογικές σπουδές στην Αθήνα. Επιπλέον, στην καλή του επίδοση και ευφυΐα όφειλε την υποτροφία, που κέρδισε σε διαγωνισμό της σχολικής κοσμητείας «στὸ Παπαδάκειο Κληροδότημα». Έτσι, ο νεαρός ιεροδιάκονος έχοντας μέσα του μία βαθιά οντολογική βίωση της ορθόδοξης πατερικής διδασκαλίας μετέβηκε «μετὰ χαρᾶς μεγάλης» και με έντονα ανησυχητικό πνεύμα στην Αθήνα, την πόλη που δίδαξε τα θεολογικά γράμματα και τη θύραθεν σοφία στους μεγάλους πατέρες, Μέγα Βασίλειο και Γρηγόριο τον Θεολόγο.

Στην Αθήνα για θεολογικές σπουδές ο ιεροδιάκονος Νεκτάριος Κεφαλάς έφθασε το 1882 και αποπεράτωσε τις σπουδές του μέσα σε μία τριετία (1882-1885). Αφού, λοιπόν, αποφοίτησε από το γυμνάσιο, το οποίο του καλλιέργησε τον νου και του έδωσε τη δυνατότητα να ανέβει σε υψηλότερα μορφωτικά και επιστημονικά επίπεδα γνώσεως και σοφίας, εισήλθε στο Πανεπιστήμιο, στη σχετικά νεοσύστατη Θεολογική Σχολή, η οποία, τελικά, δεν είμαι βέβαιος αν του έδωσε αντάξιες θεωρητικές γνώσεις της Παράδοσης που όντως βίωνε. Αποτελεί αδιαμφισβήτητη αλήθεια η θέση του πατρός Θεοκλήτου Διονυσιάτου πως «μέσα στὸ ἔρεβος τῆς τουρκοκρατίας εἶχε διακοπεῖ ἡ Θεολογικὴ παράδοση». Η Θεολογική Σχολή Αθηνών ιδρυόμενη το 1837 με βασιλικό διάταγμα του Όθωνα εντάχθηκε στο κρατικό πανεπιστήμιο και ασχολείτο με τη Θεολογία ως μία αυτόνομη και ανεξάρτητη επιστήμη, που δεν σχετίζεται καθόλου με την Εκκλησία και την Πνευματικότητά της. Ακολουθείτο, δηλαδή, το μοντέλο των γερμανικών και προτεσταντικών πανεπιστημιακών θεολογικών σχολών.

Αυτό το μοντέλο θεολογίας συνάντησε μπροστά του και ο φιλογράμματος ιεροδιάκονος Νεκτάριος. Ένα μοντέλο σχολαστικής και νοησιαρχικής θεολογίας, πράγμα που «απαιτούσε» η εποχή. Την ίδια εποχή το ίδιο μοντέλο των δυτικών προδιαγραφών ακολουθούσαν και οι άλλες ορθόδοξες χώρες με πρώτη τη Ρωσία, τη Σερβία και τη Ρουμανία με τη διαφορά ότι σ’ αυτές τις χώρες οι θεολογικές σχολές είχαν μία σχέση υπαγωγής με την Εκκλησία. Γεγονός, που στον ελλαδικό χώρο δεν είχε γίνει άξιο προς μίμηση ούτε στην μεταγενέστερα ιδρυθείσα Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης το 1941-42. Αυτή η δυτικίζουσα μορφή θεολογίας επιβίωσε για πολλά χρόνια στην Ελλάδα θεωρούμενη μάλιστα ως Ορθόδοξη από μία μεγάλη πλειοψηφία θεολόγων. Ο άγιος Νεκτάριος, βέβαια, όπως θα αναδείξουμε, ποτέ δεν έζησε με τέτοιες θεολογικές ψευδαισθήσεις, αφού από πολύ μικρός είχε έντονα αναπτύξει ορθόδοξα κριτήρια και προϋποθέσεις «τοῦ ὀρθοδόξως καὶ ἀπλανῶς θεολογεῖν».

Στη Θεολογική Σχολή οι καθηγητές που δίδασκαν ήταν επηρεασμένοι από το Ευρωπαϊκό και δυτικό πνεύμα, λόγω των σπουδών τους σε προτεσταντικά και ρωμαιοκαθολικά πανεπιστήμια. Έτσι, ως απόγονοι του σχολαστικισμού και του ορθολογισμού προσπαθούσαν να παρουσιάσουν την Ορθόδοξη Θεολογία με θεωρίες «θωμιστικές και λουθηρανικές». Ο Άγιος Νεκτάριος μέσα σ’ αυτό το πνεύμα διδάχθηκε μαθήματα Δογματικής και Χριστιανικής Ηθικής από τον καθηγητή Ζήκο Ρώση, Παλαιά Διαθήκη και Εβραϊκά από τον Παναγιώτη Παυλίδη, Καινή Διαθήκη από τον Νικόλαο Δαμαλά, Ποιμαντική, Πατρολογία και Χριστιανική Αρχαιολογία από τον Νικηφόρο Καλογερά, Εκκλησιαστική Ιστορία από τον Αναστάσιο Διομήδη Κυριακό, Απολογητική από τον Σπυρίδωνα Σούγκρα, Εκκλησιαστική Ρητορική Ομιλητική και Κατηχητική από τον Ιγνάτιο Μοσχάκη, Ιστορία Δογμάτων από τον Προκόπιο Οικονομίδη και Συμβολική από τον Ιωάννη Μεσολωρά. Σε γενικές γραμμές, από την ίδρυσή της η Σχολή και κατά τη διάρκεια ολόκληρου του 19ου αιώνα, δεν παρουσιάζει ιδιαίτερη ακμή, αφού υπάρχει έλλειψη καθηγητών και μειωμένος αριθμός φοιτητών.

Το κυρίως, όμως, θεολογικό πρόβλημα το οποίο σήμερα αναγνωρίζουμε ως τέτοιο και μπορούμε να το συσχετίσουμε με παραδείγματα αγίων Θεολόγων, όπως τον άγιο Νεκτάριο, ενυπάρχει στη διδασκαλία της εποχής, η οποία δεν βασίζεται στις Ορθόδοξες Πατερικές πηγές. Πολλά θέματα, που σήμερα θεωρούμε ορθοδόξως αυτονόητα και πατερικά, την εποχή εκείνη θεωρούνταν αδιανόητα με αποτέλεσμα να διδάσκεται μία θεολογία μόνο γνωσιολογική και καθόλου οντολογική. Ουσιαστικά, ο δυτικός τρόπος κατανόησης της Θεολογίας αρνείται την «ἐκκλησιαστική ὀντολογία». Επικρατεί ένας έντονος σκληρός και «στεῖρος ἀκαδημαϊσμός», ο οποίος επιβάλλει από τη μια σωρεία παραπομπών σε ξένους ερευνητές και από την άλλη διαχωρίζει παντελώς τη γνώση από την πίστη και τη Θεολογία από την πνευματική ζωή του τόπου.

Μέσα, λοιπόν, σε αυτό το ασφυκτικό για εμάς σήμερα θεολογικό κλίμα δεν υπήρχαν περιθώρια ανάπτυξης μίας γνήσιας φιλοκαλικής παράδοσης. «Ἔτσι ἡ μυστικὴ Θεολογία τῶν ἁγίων Πατέρων, σὲ ὅλες τὶς ἐκφάνσεις της, ἢ ἠγνοεῖτο ἢ ἐξετοπίζετο ὡς κάτι σκοτεινὸ καὶ ἀμάρτυρο, ἀφοῦ δὲν μποροῦσε νὰ θεμελιωθεῖ μὲ τὸν σχολαστικισμό καὶ τοὺς φιλοσοφικοὺς συλλογισμοὺς». Έτσι, η δογματική διδασκαλία που διδάσκεται στα χρόνια φοίτησης του ιεροδιακόνου Νεκτάριου Κεφαλά ήταν καθηλωμένη σε μια «ψυχρὴ διανοητικὴ λειτουργία» μιας λανθασμένης και αντιπατερικής μυστηριολογίας των «ἑπτά» μυστηρίων που τελούνται και αγιάζουν τους ανθρώπους με τις «κτιστὲς ἐνέργειες τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Ο μοναχισμός δε είχε ταυτιστεί με παρωχημένα ιστορικά φαινόμενα, ενώ η μυστική ζωή ταυτιζόταν με τον σκοτεινό δυτικό μυστικισμό. Ο λόγος περί ακτίστου για την εποχή εκείνη θεωρείται έως και αιρετική διδασκαλία, ταυτισμένη με τις μεσσαλιανικές φωτοφάνειες. Η καρδιακή προσευχή κατά τους Πατέρες της εκκλησίας θεωρείται βογομιλισμός, ενώ η θεολογία των δακρύων καταρρίπτεται ως είδος ψυχασθένειας.

Στο σημείο αυτό αξίζει κανείς να αντιπαραβάλει συγκεκριμένα παραδείγματα μέσα από έργα του Αγίου, τα οποία δεν ακολουθούν την πιο πάνω σχολαστική και δυτική σκέψη. Για παράδειγμα, στο έργο του «Ποιμαντική», το οποίο επιδιώκει να καλύψει βασικότατες ποιμαντικές ανάγκες της εποχής, μπορεί κανείς να αναγνωρίσει την Ορθόδοξη ματιά ενός σύγχρονου Πατέρα της Εκκλησίας περί της Μυστηριολογίας. Ενώ η σχολαστική τάση της εποχής θεωρούσε τα μυστήρια απλές τελετές που μεταδίδουν την αόρατη χάρη, ο Άγιος Νεκτάριος προέτασσε στην εισαγωγή του την Εκκλησιολογική βάση περί μυστηρίων. Μπορεί να μην παραπέμπει στον Άγιο Νικόλαο Καβάσιλα, που στερεώνει ξεκάθαρα την Ορθόδοξη Εκκλησιολογική Μυστηριολογία με την χαρακτηριστική εκείνη ρύση «ἡ ἐκκλησία σημαίνεται ἐν τοῖς μυστηρίοις», όμως, με τα λεγόμενά του ταυτίζει την Εκκλησία ως σώμα με τα σωτήρια μυστήρια που καθαρίζουν και αγιάζουν τα μέλη αυτού του σώματος.

Βεβαίως, τα όσα διδάσκει ο Άγιος στα έργα του κατά τη γνώμη μου δεν έχουν σκοπό να ανατρέψουν τον έντονο σχολαστικισμό που επικρατεί, με την έννοια του ότι δεν γράφονται κατ’ εξοχήν, για να απαντήσουν στο σχολαστικό δυτικό ρεύμα της εποχής. Συγχρόνως, όμως, ο άγιος ως γνήσιος και «ἑπόμενος» των Αγίων Πατέρων αυτό το κάνει χωρίς να το επιδιώκει με συγκεκριμένους στόχους και σκοπούς. Ο πατερικός του λόγος αντηχεί σε εμάς σήμερα ως αντισχολαστικός, εάν τον συγκρίνουμε με το υπόλοιπο Θεολογικό κλίμα της εποχής. Αυτή η πιθανότητα κατά τη δική μου ανάγνωση γίνεται ακόμα πιο πιστευτή αν ληφθεί υπόψη ότι ο άγιος στα όσα αναφέρει περί μυστηρίων ακολουθεί «μορφολογικά» το πνεύμα της εποχής. Δηλαδή, αν διαβάσει κανείς το κεφάλαιο περί μυστηρίων, ίσως αναγνωρίσει μία φρασεολογία την οποία εμείς σήμερα αναγνωρίζουμε ως σχολαστική. Ταυτόχρονα, όμως, δίνεται ένα βαθιά ορθόδοξο πνεύμα στα λεγόμενα του αγίου, που ανατρέπει τον σχολαστικό τρόπο σκέψης.

Πιο συγκεκριμένα, σχετικά με την αρίθμηση των μυστηρίων, γνωρίζουμε ότι ο περιορισμός τους σε έναν οποιονδήποτε αριθμό, με επικρατέστερο τον αριθμό επτά, είναι μία καθαρά σχολαστική θέση. Η ορθόδοξη θεολογία αντιμετωπίζει τα μυστήρια ως αμέτρητες «διαιρέσεις χαρισμάτων» μέσα στο Σώμα της Εκκλησίας, χωρίς καμία ανάγκη αρίθμησης. Ο άγιος Νεκτάριος, λοιπόν, και πάλι στην υποενότητα με τίτλο «Περὶ τοῦ Ἀριθμοῦ τῶν θείων Μυστηρίων» ξεκινούσε την ενότητα με καθαρά ορθόδοξη βάση. Γράφει συγκεκριμένα: «Ὁ ἀριθμὸς τῶν μυστηρίων, ὑπὸ τὴν γενικὴν τοῦ μυστηρίου ἔννοιαν, ἐστὶ πολύς⸱ διότι πάντα τὰ ὑπὲρ νοῦν καὶ ἔννοιαν γινόμενα ἐν τῇ ἀπὸ καταβολῆς τοῦ κόσμου ἱδρυθείσῃ Ἐκκλησίᾳ καὶ τὰ κατὰ τὴν ἔνσαρκον τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ οἰκονομίαν εἰσὶ μυστήρια Θεοῦ». Μάλιστα, με εκκλησιολογική συνείδηση ο Άγιος προχωρά ακόμα περισσότερο και λέει πως όλα όσα τελούνται στο Σώμα της Εκκλησίας και «μυστικόν χαρακτῆρα φέροντα καὶ θείας ἐνεργείας» μαρτυρούνται ως μυστήρια. Βεβαίως, στη συνέχεια ο άγιος κάνει μνεία για επτά μυστήρια, όμως με καθαρά αντισχολαστικό πνεύμα, θέλοντας να ξεκαθαρίσει πως το αποτέλεσμα του κάθε μυστηρίου είναι παντελώς ξεχωριστό, διακριτό και ιδιαίτερο. Άλλη η ιδιαίτερη μυστική ιδιότητα του Βαπτίσματος, άλλη της Ευχαριστίας, άλλη της Εξομολόγησης κ.τ.λ.

Παραμένοντας στην ανάδειξη της Ορθόδοξης Πατερικής Διδασκαλίας του Αγίου Νεκταρίου, η οποία απέχει πολύ από τη σχολαστική θεολογική νοοτροπία της εποχής, θα ήταν ιδιαίτερα χρήσιμη η παραπομπή στην αντίληψη περί μοναχισμού. Η συμβολή και η γνήσια προσφορά του αγίου προς την Εκκλησία, ως απόδειξη των βαθιά οντολογικών και χαρισματικών προϋποθέσεών του, φαίνεται στην εκ μέρους του ανάπτυξη του γυναικείου μοναχισμού στην Αίγινα. Βλέπετε, ολόκληρη η ζωή του αγίου είναι μία διάβαση. Συνεχώς ζει διαβαίνοντας από την «πράξη» στη «θεωρία», από το βίωμα και τον αγώνα στο πλησίασμα του Θεού, από τη θεωρητική γνώση στην έμπρακτη θεολογία. Για τις μοναστικές και άγιες προϋποθέσεις του μπορεί να ανατρέξει κανείς στη πλούσια Επιστολογραφία του.

Μία αντιπροσωπευτική επιστολή, που αξίζει να διαβάσει κανείς, ώστε να αναγνωρίσει τον απλανή βιωματικό Θεολόγο, που, όντως, παρήγαγε πρωτοτύπως Θεολογία με αγιοπνευματικές προδιαγραφές είναι η επιστολή του Αγίου «Πρὸς Εὐσεβίαν Μοναχὴν». Σε κάποιο σημείο γράφει ο Άγιος: «Ἡ παρθένος ἡ τρωθεῖσα ἐκ τῆς ἀγάπης τοῦ Κυρίου καταφρονεῖ μὲν ἡδυπαθείας καὶ πλούτου καὶ τῆς νομιζομένης ἐν τῷ κόσμῳ τρυφῆς, πατεῖ τὸν τῦφον καὶ τὴν δόξαν, ἀποκρούει τὰς ἐμπαθεῖς κολακείας τοῦ φρονήματος τῆς σαρκὸς καὶ νικᾷ τὴν ἰσχὺν τοῦ κάλλους. Πάντα τὰ νομιζόμενα τοῖς περὶ τὸν βίον τοῦτον ἐπτοημένοις ἀγαθὰ αὕτη καταγελῶσα ἓν μόνον ἀγαθὸν ἄξιον ἡγεῖται ἀγάπης, τὸ ἄκρον ἀγαθὸν τὸ ὁποῖον ἐπιποθεῖ καὶ ἐπιζητεῖ⸱ ὁ πόθος αὐτῆς εἶναι πόθος ἱερός, πόθος ἅγιος⸱ ἐπιποθεῖ νὰ ζῇ ἐν Κυρίῳ καὶ συμβασιλεύσῃ μετ’ αὐτοῦ […]». Ενώ σε έναν άλλο λόγο του «Περὶ Ἀγάπης Θεοῦ» σημειώνει τα εξής: «Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ τὴν πάσαν ἀγάπην μεθ’ ὑπερβολῆς ὑπερβαίνει. Οὐχ ἁπλῶς ἡμῶν προνοεῖ, ἀλλὰ καὶ ἐρῶν, καὶ σφόδρα ἐρῶν ἔρωτά τινα ἀμήχανον, ἔρωτα ἀπαθὴ μέν, θερμότατον δὲ καὶ ἐντονώτατον καὶ γνήσιον καὶ ἀκατάλυτον καὶ σβεσθῆναι μὴ δυνάμενον».

Τα όσα ενδεικτικά καταγράφω είναι μία απλή καταγραφή της «παθούσας» τα θεία καρδίας του αγίου, τα οποία εκφράζει ως άλλος Συμεών ο Νέος Θεολόγος. Μ’ αυτό τον τρόπο ο άγιος Νεκτάριος μέσα από το δικό του παράδειγμα «ξεσκονίζει» για καλά κάθε σχολαστικίζουσα τάση εντός της Εκκλησίας, η οποία περιορίζει τη θεογνωσία στο διανοητικό επίπεδο. Ο άγιος δεν σκέφτεται μόνο διανοητικά, αλλά κυρίως εμπειρικά. Προτεραιότητα των όσων καταγράφει είναι οι καρποί των μυστικών και θείων εμπειριών του. Οι μυστικές συχνότητες του αγίου αποτελούν μεγάλη πρωτοτυπία για την εποχή του, όπου η μυστική Θεολογία και ο μοναχισμός, γενικότερα, είναι άγνωστες πτυχές του ορθόδοξου βίου. Αυτές είναι οι προϋποθέσεις του αγίου, οι οποίες, χωρίς να το επιδιώκει ο ίδιος, είναι απομακρυσμένες από τον Σχολαστικισμό.

Ο Άγιος κινείται μέσα στο ίδιο πνεύμα και σε άλλα έργα του, όπως στο σπουδαιότατο και διαχρονικό για κάθε εποχή έργο του: «Τὸ Γνῶθι Σαυτόν». Σε πολλές ενότητες του έργου αυτού ο αναγνώστης και πάλι αναγνωρίζει τον επιδέξιο πατερικό Θεολόγο, ο οποίος αντιμετωπίζει με συμπόρευση την πίστη και τη γνώση, τον νου και την καρδία, τη διανόηση και την εμπειρία, τη γνωσιολογία με την οντολογία. Η πίστη, ως πρωτογενής αιτία, οδηγεί στην πραγματική γνώση του Θεού, πράγμα που η ανθρώπινη λογική δεν μπορεί να επιτύχει από μόνη της. Η αγιοπνευματική ζωή τίθεται ως προϋπόθεση που ζωογονεί την πίστη και οδηγεί στην «ἀλήθεια τῶν πραγμάτων», ενώ η ανθρώπινη νόηση αυτονομημένη δεν μπορεί να γευθεί τις θείες ενέργειες του Θεού. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο Ορθόδοξος Χριστιανισμός κατά τον Άγιο Πενταπόλεως «δὲν εἶναι σύστημα φιλοσοφικόν, οὐδὲ ἑδρεύει μόνον ἐπὶ τοῦ γνωστικοῦ τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ μᾶλλον ἐπὶ τοῦ βουλητικοῦ καὶ τοῦ συναισθητικοῦ⸱ διότι ὁ Χριστιανισμὸς δὲν ἔχει ὡς ἀρχὴν τὴν μόρφωσιν ἁπλῶς τοῦ πνεύματος ἀλλὰ καὶ τὴν διάπλασιν τῆς καρδίας […]».

Ανατρέχοντας κανείς στο ιστορικό θεολογικό παρελθόν, όλα όσα εμείς περιγράφουμε, τα οποία χαρακτηρίζουν τη θεολογία του 19ου αιώνα, μπορεί να διαπιστώσει πως δεν αποτελούν απόλυτα μία πρωτοφανή λανθασμένη θεολογική τάση. Μία ανασκόπηση στην εποχή του αγίου Συμεώνος του Νέου Θεολόγου (11ος αιώνας) μας φέρει αντιμέτωπους με τις ίδιες θεολογικές προκλήσεις. Ο άγιος Συμεών δεν ήταν τυχαίο που για την εποχή του θεωρείτο ως ένας πλάνος ονειροπόλος, που η διδασκαλία του είναι ακατανόητη προς τους συγχρόνους του. Η διδασκαλία του για την εποχή εκείνη, όπως και σε μεταγενέστερους σύγχρονους χρόνους, δεν κατανοήθηκε, αλλά παρερμηνεύτηκε ως ένας «νοσηρός μυστικισμός». Κι αυτό, γιατί και πάλι επιβίωνε ένας έντονος σχολαστικισμός, τον οποίο ο Άγιος Συμεών επιχείρησε να ανατρέψει με τη διδασκαλία του.

Ο σχολαστικισμός της Δύσης, λοιπόν, τόσο στο μακρινό όσο και στο πρόσφατο παρελθόν επηρέασε τα θεολογικά δρώμενα. Η σχολαστική και νοησιαρχική θεολογία της εποχής του αγίου Νεκταρίου δεν είχε σβήσει μέσα στα όρια του 19ου αιώνα, αλλά είχε επιβιώσει μέχρι και στο σύγχρονο παρελθόν. Σύμφωνα με τον κορυφαίο Θεολόγο του 20ού αιώνα, πατέρα Γεώργιο Φλορόφσκυ «η θεολογική σχολή του Πανεπιστημίου των Αθηνών ακολούθησε τη δυτική κατεύθυνση. Τα θεμελιώδη εγχειρίδια θεολογίας σε ελληνική γλώσσα ήταν γραμμένα σε αυτό το πνεύμα» με παράδειγμα τον κ. Ζήκο Ρώσση, ο οποίος διετέλεσε καθηγητής του αγίου Νεκταρίου, αλλά και μεταγενέστερους καθηγητές, όπως τον Χρήστο Ανδρούτσο, Κωνσταντίνο Δυοβουνιώτη, και τον πιο πρόσφατο κ. Παναγιώτη Τρεμπέλα. Το σκηνικό είχε αρχίσει να διαφοροποιείται στον ελλαδικό χώρο το 1950 και μετά, όταν ξεκινούσε μία πολύ γόνιμη ενασχόληση με τη θεολογία του 14ου αιώνα, τη Θεολογία του Ησυχασμού και κατ’ επέκταση με τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά. Με κέντρο τη Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης και τον καθηγητή Παναγιώτη Χρήστου δόθηκε το έναυσμα συγγραφής πολλών επιστημονικών συγγραμμάτων και διατριβών γύρω από τη Θεολογία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά με αποκορύφωμα το έργο του πατρός Ιωάννου Ρωμανίδη «Το προπατορικό αμάρτημα», το οποίο αποδομεί πλήρως τον Σχολαστικισμό της σύγχρονης Ελληνικής Θεολογίας.

Παρ’ όλο λοιπόν που οι θεολογικές σχολές του 19ου αιώνα κατάρτιζαν καθαρά «ακαδημαϊκούς θεολόγους» ενός «επιστημονισμού», που αγνοούσε την «Ἐπιστήμη τῶν Ἐπιστημῶν» των αγίων Πατέρων, εντούτοις, το παράδειγμα του αγίου Νεκταρίου ως Θεολόγου, και Συγγραφέα σκιαγραφεί έναν εντελώς διαφορετικό θεολογικό κόσμο και μία εντελώς αντίθετη νοοτροπία από το θεολογικό κατεστημένο της εποχής. Ο μόλις πρόσφατα αγιοκαταταχθείς όσιος Δανιήλ Κατουνακιώτης (1844-1929) αναφερόμενος το 1918 στην εκκλησιαστική εκπαίδευση, αναφέρει ότι ένας εκπρόσωπος του γνήσιου Ορθόδοξου πνεύματος και της γνήσιας χριστιανικής μαρτυρίας είναι ο άγιος Νεκτάριος εφάμιλλος «τοῖς παλαιοῖς ἁγίοις Πατράσιν». Χαρακτηριστικό, δε, παράδειγμα αποτελεί το γεγονός ότι πολλές ιερές μονές του Αγίου Όρους, αναγνωρίζοντας την πατερική αυθεντία του συγγραφικού έργου του ιεράρχη Νεκταρίου, προμηθεύονται έργα του για τις βιβλιοθήκες των Μονών τους.

Το συγγραφικό έργο του Αγίου, ως «θησαυρὸς ἀδαπάνητος» για την εποχή στην οποία αναφέρεται, αποτελεί όντως μία καλή μεταρρύθμιση προς τα Ορθόδοξα γράμματα και τους Ορθόδοξους τρόπους ζωής. Στον αντίποδα του σχολαστικισμού, που διαδίδεται τον 19ο αιώνα, τα γραπτά του αγίου εκπέμπουν την αύρα των ασκητικών έργων, των ασκητικών καμάτων της μυστικής φιλοκαλικής ζωής, κατά την οποία «ἄπαυστος ὁ θεῖος πόθος ἐγγίνεται θεϊκῷ ἔρωτι πτερουμένοις». Το συγγραφικό του έργο, πολυδιάστατο και αξιοθαύμαστο, καλύπτει πολλές θεολογικές παραμέτρους (Ποιμαντική, Δογματική, Κατηχητική, κ.ά.), που αξίζει να εργαστεί κανείς μόνο με αυτά, μεθοδολογικά και επιστημονικά. Τα όσα γράφει ο άγιος για τα διάφορα θέματα δεν αποτελούν μόνο καρπό έρευνας και μελέτης, αλλά καρπό γνήσιας Θεολογικής εμπειρίας. Στο πρόσωπο του αγίου Νεκταρίου βρίσκουμε πλήρη εναρμόνιση της Χαρισματικής και Ακαδημαϊκής Θεολογίας πράγμα που αναζητά εναγώνια ο σύγχρονος κόσμος.

Η Θεολογική διδασκαλία, λοιπόν, του Αγίου Νεκταρίου μέσα από το πρίσμα των θεολογικών ζυμώσεων του 19ου αιώνα στον Ελλαδικό χώρο, αναδεικνύει έναν δόκιμο εργάτη της Ορθόδοξης Θεολογίας. Ο Σηλυβριανός Άγιος κατά τον Παναγιώτατο Οικουμενικό Πατριάρχη του γένους μας κ.κ. Βαρθολομαίο «κατέλιπεν ὡσαύτως τῇ Ἐκκλησίᾳ πολύτιμον καὶ πολύτομον θεολογικὸν συγγραφικὸν ἔργον, ἐξυμνήσας ἰδιαζόντως τὴν ἀγάπην καὶ τὸν θεῖον ἔρωτα… τὴν ὁποίαν (ἀγάπην) ἐμπειρικῶς καὶ βιωματικῶς περιγράφει ὡς ἄριστα καὶ σκιαγραφεῖ διὰ παραθέσεως καὶ σχετικῶν ἀναφορῶν τῶν πρὸ αὐτοῦ Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας». Με αυτό το εκκλησιαστικό φρόνημα ο Άγιος θα ασχοληθεί με ακόμα πιο δύσκολες δογματικές προκλήσεις της εποχής του, όπως ήταν τα ζητήματα της Ένωσης με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, και την πρόταση των Παλαιοκαθολικών περί ένωσης με την Ορθόδοξη Εκκλησία. Το άξιο, πάντως, θαυμασμού, το οποίο και πάλι αγγίζει τη σημερινή πραγματικότητα, αποτελεί την εκ μέρους του Αγίου αναγνώριση του σπουδαίου συντονιστικού και πρωταρχικού ρόλου του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως σε τέτοια Εκκλησιολογικά Ζητήματα, που απασχολούν πάντοτε την Εκκλησία. Μέσα, λοιπόν, από μια βιωματική «Νεκτάρειον» Εκκλησιολογία λαμβάνουμε Ορθόδοξο Θεολογικό παράδειγμα για αντιμετώπιση του σημερινού «Σχολαστικισμού» που σκορπίζει διαιρέσεις παρά Ενότητα.

(το παρόν αποτελεί το πρώτο από μία σειρά φυλλαδίων, που θα ακολουθήσουν στα πλαίσια του αφιερώματος του Ι. Ν. Ευαγγελιστρίας Λιβαδειάς, για τη συμπλήρωση των εκατό χρόνων από την οσιακή κοίμηση του αγίου Νεκταρίου και θα ακολουθήσει και βιβλιοδεσία μαζί με άλλα φυλλάδια, που έχουμε δημοσιεύσει απ’ αυτό το βήμα στο πέρασμα των χρόνων)

ΔΟΞΑ Τῼ ΘΕῼ

Αγία Μαρίνα – 17 Ιουλίου

Η Αγία Μαρίνα γεννήθηκε στην Αντιόχεια της Πισιδίας, στα χρόνια του αυτοκράτορα Κλαυδίου του Β’, το 270 μ.Χ. Λίγες μέρες μετά τη γέννησή της, η μητέρα της πέθανε, και ο πατέρας της Αιδέσιος, που ήταν Ιερέας των ειδώλων, την ανέθεσε σε μια χριστιανή γυναίκα, από την οποία η Μαρίνα διδάχθηκε τον Χριστό. Όταν έγινε 15 χρονών, αποκαλύπτει στον πατέρα της ότι είναι χριστιανή. Έκπληκτος αυτός απ’ αυτό που άκουσε, με μίσος τη διέγραψε από παιδί του.

Μετά από καιρό, έμαθε για τη Μαρίνα και ο έπαρχος Ολύμβριος, που διέταξε να τη συλλάβουν για ανάκριση. Όταν την είδε μπροστά του, θαύμασε την ομορφιά της και προσπάθησε να την πείσει με κάθε τρόπο να αρνηθεί τον Χριστό και να γίνει σύζυγος του. Μάταια, όμως. Η Αγία Μαρίνα σε κάθε προσπάθεια του Ολυμβρίου αντέτασσε τη φράση: «Είμαι χριστιανή». Τότε ο σκληρός έπαρχος διέταξε να την ξαπλώσουν στη γη, και την καταξέσχισε άσπλαχνα με ραβδιά τόσο, ώστε η γη έγινε κόκκινη από το αίμα που έτρεξε. Έπειτα, ενώ αιμορραγούσε, την κρέμασε για πολλή ώρα και μετά τη φυλάκισε.

Μέσα στην φυλακή μάλιστα συνέβη το εξής: ο διάβολος μεταμορφωμένος σε άγριο δράκοντα, προσπάθησε να κάνει την αγία να φοβηθεί. Αυτή όμως προσευχήθηκε στον Θεό και αμέσως ο δράκοντας άλλαξε μορφή και έγινε ένας μαύρος σκύλος και τότε η αγία άρπαξε ένα σφυρί και χτυπώντας τον στο κεφάλι και τη ράχη τον ταπείνωσε.

Όταν για δεύτερη φορά την εξέτασε και διαπίστωσε ότι η πίστη της Αγίας Μαρίνας ήταν αμετακίνητη στο Χριστό, την έκαψε με αναμμένες λαμπάδες. Αλλά οι πληγές της με θαύμα έκλεισαν, και αυτό είχε σαν αποτέλεσμα πολλοί παρευρισκόμενοι να γίνουν χριστιανοί. Μπροστά σ’ αύτόν τον κίνδυνο ο έπαρχος τελικά αποκεφάλισε τη Μαρίνα, που έτσι πήρε το άφθαρτο στεφάνι της αιώνιας δόξας.

Tα άγια λείψανα της φυλάγονταν στην Κωνσταντινούπολη μέχρι την πρώτη άλωση της από τους Λατίνους, το 1204 μ.Χ., ενώ σύμφωνα με άλλες πηγές βρίσκονταν μέχρι το 908 μ.Χ. στην Αντιόχεια και στην συνέχεια μεταφέρθηκαν στην Ιταλία. Σήμερα, τα άγια λείψανα της Αγίας Μαρίνας, φυλάγονται στην Αθήνα, σε ναό που φέρει το όνομα της ενώ η χείρα της έχει μεταφερθεί στη Μονή Βατοπεδίου στο Άγιο Όρος.

πηγή

Αφιερωμένο στα παιδιά των κατηχητικών συντροφιών της ενορίας μας

Αγαπημένα μας παιδιά,

Άλλη μια κατηχητική χρονιά πέρασε, φέτος υπό εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες.

Κάθε Κυριακή «συναντιόμασταν» στο viber, αλλά η απουσία των προσώπων και του χαμόγελού σας ήταν φανερά αισθητή. Ωστόσο, η χαρά τής «συνάντησης» και του μοιράσματος της αλήθειας του Χριστού με τις δικές σας παιδικές ψυχές μάς έδινε –και εξακολουθεί να μας δίνει– δύναμη και αισιοδοξία για να προχωράμε.

Κρατήστε, παιδιά, βαθιά μες στην ψυχή σας την πίστη στον Θεό, στο Ευαγγέλιο και στους αγίους. Μείνετε σταθεροί στις αλήθειες της ζωντανής πίστης μας και ακλόνητοι στις παντοτινές αξίες και στα ιδανικά που –αιώνες τώρα– από γενιά σε γενιά διδαχθήκαμε: αγάπη, πίστη, ελευθερία, αλήθεια, σεβασμό, θάρρος, ανδρεία, υπομονή, επιμονή, κατανόηση, καλοσύνη, συγχωρητικότητα, ανεκτικότητα, δικαιοσύνη, ελπίδα.

Πρόκειται για αξίες διαχρονικές, που δεν μεταβλήθηκαν ούτε αλλοιώθηκαν στο πέρασμα του χρόνου, όσο κι αν πρόσωπα ή πράγματα θέλησαν κατά καιρούς να το κάνουν…

Έτσι κι εσείς, μείνετε πιστοί σε όσα μάθατε και ποτέ και για κανέναν λόγο μην τα ξεχνάτε. Να έχετε στον νου σας πάντα τα λόγια του Αποστόλου Παύλου: «Εσύ όμως να μένεις σ’ αυτά που έμαθες και που για την αξιοπιστία τους έχεις τεκμήρια» (Τιμ. Β΄ 3,14). Γιατί όπως ο ίδιος συμπληρώνει: «Μαζί με τον Χριστό αν πεθάναμε, μαζί Του και θα ζήσουμε» (Τιμ. Β΄ 2, 11).

Η ημέρα της λήξης της φετινής χρονιάς είχε –συμπτωματικά ίσως– μια ιδιαίτερη, συμβολική σημασία: ήταν ημέρα μνήμης του αγίου Ευγενίου Ροντιόνωφ, ο οποίος, όπως σας γράψαμε στο τελευταίο μας μήνυμα, αποκεφαλίστηκε γιατί αρνήθηκε να βγάλει τον σταυρό που φορούσε.

Τα παρακάτω βίντεο είναι αφιερωμένα σε σας, παιδιά. Τα δύο πρώτα στα μικρότερα και το τελευταίο στα μεγαλύτερα.

Με την ευχή να εμπνεόμαστε όλοι μας από αυτά και την ελπίδα που απορρέει από την πίστη μας στον Θεό, ευχόμαστε σε όλους σας καλό και ευλογημένο καλοκαίρι και ανανεώνουμε το ραντεβού μας για τη νέα χρονιά. Να είστε βέβαιοι πως δεν σας ξεχνάμε και πως δεν παύουμε να προσευχόμαστε για σας. Θυμηθείτε –όσα παιδιά καταφέρατε και ήρθατε στη λήξη μας– την ευχή που, όπως είπαμε, συνήθιζε να δίνει ο Ρουμάνος άγιος γέροντας Κλεόπας: «Να σας καταπιεί ο Παράδεισος!». Μακάρι να αξιωθούμε όλοι μας!

Από την εκδρομούλα μας στο ξωκλήσι των Αγίων Ταξιαρχών – Αγίου Χαραλάμπους, πάνω από την ενορία μας, κατά τη λήξη της κατηχητικής χρονιάς (23/5/2021).

Μην κρίνουμε μόνο από αυτά που βλέπουμε… (Διδακτική ιστορία)

Μεγάλο κακό το να κρίνουμε μόνο από αυτά που βλέπουμε.
Ο ιερέας μόλις είχε τελειώσει το συμβούλιο με την εκκλησιαστική επιτροπή. Είχε βραδιάσει πια. Η βροχή έκανε τους δρόμους να γυαλίζουν στο φως του φεγγαριού.
Μπήκε στο αμάξι του και πήρε τον δρόμο για το σπιτικό του. Ήταν πολύ κουρασμένος. Σωματικά αλλά και ψυχικά. Όλη την ημέρα άκουγε τα προβλήματα του κόσμου προσπαθώντας να καθοδηγήσει, προσπαθώντας να μην αποκάμει ο ίδιος με αυτά που άκουγε δίνοντας συγχρόνως συγχώρεση και ελπίδα.
Καθώς είχε διασχίσει σχεδόν όλη την διαδρομή για το σπίτι του ξαφνικά πάτησε φρένο μπροστά σε ένα μαγαζί που πουλούσε σάντουιτς.
Κατέβηκε και με δυο τρία γρήγορα βήματα μπήκε μέσα στο κατάστημα. Η βροχή είχε δυναμώσει. Τα γυαλιά μυωπίας του θόλωσαν. Τα έβγαλε και τα σκούπισε με το εσώρασό του.
Στο κατάστημα δεν υπήρχε άλλος πελάτης. Δύο κοπέλες πίσω από το γκισέ και ένας νεαρός ο οποίος μάλλον πήγαινε τις παραγγελίες στα σπίτια.
«Θα ήθελα παρακαλώ, δύο σάντουιτς με γύρο και δύο με σουβλάκι…» είπε ο ιερέας.
Οι δύο κοπέλες κοιτάχτηκαν στα μάτια, με διάθεση να αστειευτούν.
Ο ιερέας κατευθύνθηκε προς το ψυγείο με τα αναψυκτικά και πήρε δύο. Τα τοποθέτησε δίπλα στην ταμειακή μηχανή. Αυτά που ζήτησε ήταν έτοιμα.
«Τι οφείλω παρακαλώ…», απευθύνθηκε στην κοπέλα που κτυπούσε τα πλήκτρα τις ταμειακής βαριεστημένα. Αντί όμως για την τιμή της παραγγελίας ο ιερέας δέχτηκε μία ερώτηση…
«Πάτερ, ξέρετε τι ημέρα είναι σήμερα; Μήπως ξεχάσατε»;
Ο ιερέας παραξενεύτηκε… «Τι ημέρα είναι…»;
«Είναι Παρασκευή πάτερ…δεν είναι νηστεία; Εσείς δήθεν πρέπει να μας δείχνεται το καλό παράδειγμα και όχι να τρώτε κρέατα τέτοια ημέρα…».
Ο ιερέας χαμήλωσε το κεφάλι του. Έβγαλε από το πορτοφόλι του το ποσό που είδε να αναγράφεται πάνω στην ταμειακή μηχανή.
«Κρατήστε τα ρέστα… θα ήθελα να προσεύχεστε για μένα, είμαι ένας ταλαίπωρος άνθρωπος γεμάτος πάθη…» είπε και βγήκε από το μαγαζί.
Η κοπέλα παρατήρησε ότι ο ιερέας βγαίνοντας από το μαγαζί τους δεν κατευθύνθηκε προς το αυτοκίνητό του, γεμάτη ικανοποίηση γι’ αυτό που είπε έκανε να βγει και αυτή έξω…
«Μα που πάει;…» είπε κοιτώντας την άλλη κοπέλα η οποία είχε σαστίσει με το όλο σκηνικό.
Ο ιερέας κατευθύνθηκε προς την αντίθετη πλευρά που βρισκόταν η πορεία του προς το σπίτι του. Με γοργό βήμα σε λίγα δευτερόλεπτα βρέθηκε στο σημείο που ήθελε. Ένας κάδος σκουπιδιών. Η βροχή άρχισε να δυναμώνει ακόμα περισσότερο.
«Αδελφέ, μπορώ να σε απασχολήσω λίγο…» ήταν τα λόγια του ιερέως προς τον άνδρα ο οποίος έψαχνε μέσα στα σκουπίδια.
Ο άνδρας άφησε τις σακούλες που είχε στο χέρι του. Κατευθύνθηκε προς τον ιερέα.
Στάθηκε ακριβώς μπροστά του. Τα μάτια τους κοινωνούσαν την ίδια βροχή, τον ίδιο αέρα, το ίδιο κρύο…
Ο ιερέας δεν είπε κάτι άλλο. Άπλωσε τα χέρια του τις σακούλες με τα σάντουιτς και τα αναψυκτικά.
Ο άνδρας δεν άπλωσε τα δικά του. Μάλλον δεν πίστευε ότι αυτό του συμβαίνει. Ένα μικρό παιδάκι, μάλλον ο γιος του, το οποίο στεκόταν δίπλα του άπλωσε τα μικρά και αδύνατα χεράκια του και πήρε τις σακούλες και άρχισε να τα περιεργάζεται.
Ο ιερέας με ένα νεύμα συγκατάβασης γύρισε και απομακρύνθηκε.
Φτάνοντας στο αυτοκίνητό του, το οποίο το είχε αφήσει μπροστά στο σαντουιτσάδικο, τον περίμενε μια έκπληξη.
Η κοπέλα η οποία του είχε κάνει την παρατήρηση είχε βγει έξω για να δει που πήγε… τα είχε δει όλα.
«Πάτερ… συγνώμη…». Δεν πρόλαβε όμως να ολοκληρώσει. Ο ιερέας της έπιασε τα χέρια και διακόπτοντάς της είπε: «Μην στεναχωριέσαι… να εύχεσαι για μένα, καλό σου βράδυ».
Τα μάτια της κοπέλας βούρκωσαν… δύο τρία δάκρυα κύλισαν στα μάγουλά της καθώς έβλεπε το αυτοκίνητο του ιερέως να χάνεται μέσα στην βροχερή νύχτα.
Από το απέναντι πεζοδρόμιο περνούσαν τώρα ο μελαψός άνδρας με το μικρό παιδάκι του γελώντας και τρώγοντας αυτά που τους πρόσφερε ο ιερέας.
Η κοπέλα μπήκε μέσα στο μαγαζί.
«Είσαι καλά»; την ρώτησε η συνάδελφός της.
«Μεγάλο κακό το να κρίνουμε γρήγορα και επιπόλαια μόνο από αυτά που βλέπουμε…» είπε με τρεμάμενη φωνή.

πηγή