Πνευματικές Νουθεσίες 5(71)

Έτος 10ο                                                                      Φύλλο 5(71)

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΕΣ ΝΟΥΘΕΣΙΕΣ

Πόνημα Νεανικής Συντροφιάς Ι. Ν. Ευαγγελιστρίας Λιβαδειάς

« Ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δέ ἐν ἐμοί Χριστός »

(διαδικτυακή κυκλοφορία: http://www.inevagelistrias.wordpress.com)

***

Ἀνάστασιν Χριστοῦ θεασάμενοι (Ἁγίου Συμεὼν Νέου Θεολόγου)

Πατερικὸ κείμενο σχετικὰ μὲ τὸ πῶς βιώνουμε τὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ στὴν ζωή μας, ἀπὸ τὸν Ἅγ. Συμεὼν τὸν Νέο Θεολόγο.

«Ἀδελφοὶ καὶ πατέρες, ἦρθε τὸ Πάσχα, ἡ χαρμόσυνη μέρα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, ἡ αἰτία κάθε εὐφροσύνης καὶ ἀγαλλιάσεως, ποὺ ἔρχεται μία φορᾶ τὸν χρόνο ἢ μᾶλλον ἔρχεται καθημερινὰ καὶ συνεχῶς σ᾿ ἐκείνους ποὺ κατανοοῦν τὸ μυστικό της νόημα. Ἦρθε καὶ γέμισε τὶς καρδιές μας χαρὰ καὶ ἀγαλλίαση λύνοντας τὸν κόπο τῆς πάνσεπτης νηστείας καὶ τελειοποιώντας καὶ παρηγορώντας τὶς ψυχές μας.

Ἂς εὐχαριστήσουμε λοιπὸν τὸν Κύριο, ποὺ μᾶς πέρασε μέσα ἀπὸ τὸ πέλαγος τῆς νηστείας καὶ μᾶς ὁδήγησε μὲ εὐφροσύνη στὸ λιμάνι τῆς Ἀναστάσεώς Του. Ἂς τὸν εὐχαριστήσουμε καὶ ὅσοι διανύσαμε τὸν δρόμο τῆς νηστείας πρόθυμα, μὲ ζέουσα προαίρεση καὶ ἀγῶνες γιὰ τὴν ἀρετὴ καὶ ὅσοι ὑστερήσαμε ἀπὸ ὀλιγωρία καὶ μικροψυχία. Ἐπειδὴ Αὐτὸς εἶναι ποὺ χαρίζει γενναιόδωρα στοὺς ἀγωνιστὲς τὰ στεφάνια καὶ τοὺς ἄξιους μισθοὺς τῶν ἔργων τους καὶ στοὺς ἀσθενέστερους πάλι ὡς ἐλεήμων καὶ φιλάνθρωπος χαρίζει τὴν συγγνώμη. Γιατὶ ἀποβλέπει περισσότερο στὴ διάθεση καὶ στὴν προαίρεση τῶν ψυχῶν μας παρὰ στοὺς σωματικοὺς κόπους καὶ ἀναλόγως μᾶς ἀνταποδίδει τὰ ἔπαθλα καὶ τὰ χαρίσματα τοῦ Πνεύματος καὶ ἢ δοξάζει τὸν ἀγωνιστὴ ἢ τὸν ἀφήνει ἀκόμη ἀφανῆ, ἐπειδὴ ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ πιὸ ἐπίπονη κάθαρση.

Ἂς ἐξετάσουμε λοιπὸν ποιὸ εἶναι τὸ μυστήριο τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ καὶ Θεοῦ μας, ποὺ συντελεῖται κατὰ παράδοξο τρόπο σὲ ὅσους τὸ ἐπιθυμοῦν, πῶς θάπτεται ὁ Χριστὸς μέσα μας σὰν σὲ μνῆμα καὶ πῶς ἑνώνεται μὲ τὶς ψυχές μας καὶ ἀνασταίνεται συνανασταίνοντας μαζί του κι ἐμᾶς.

Ὁ Χριστὸς καὶ Θεός μας ἀφοῦ κρεμάσθηκε στὸν σταυρό, σταύρωσε ἐπάνω σ᾿ αὐτὸν τὴν ἁμαρτία τοῦ κόσμου κι ἀφοῦ γεύθηκε τὸν θάνατο, κατέβηκε στὰ κατώτατα τοῦ Ἅδη. Ὅπως λοιπὸν τότε ἀνεβαίνοντας ἀπὸ τὸν Ἅδη ἐπέστρεψε στὸ ἄχραντο σῶμα του -ἀπὸ τὸ ὁποῖο δὲν ἀποχωρίσθηκε καθόλου- κι ἀμέσως ἀναστήθηκε καὶ μετὰ ἀνῆλθε στοὺς οὐρανοὺς μὲ δόξα πολλὴ καὶ δύναμη, ἔτσι ἀκριβῶς καὶ τώρα, ὅταν ἐμεῖς ἐξερχόμεθα ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ εἰσερχόμεθα μὲ τὴν ἐξομοίωση τῶν παθημάτων τοῦ Κυρίου στὸν τάφο τῆς μετανοίας καὶ τῆς ταπεινώσεως, αὐτὸς ὁ ἴδιος κατεβαίνει ἀπὸ τοὺς οὐρανούς, εἰσέρχεται στὸ σῶμα μας σὰν σὲ τάφο, ἑνώνεται μὲ τὶς νεκρωμένες πνευματικὰ ψυχές μας καὶ τὶς ἀνασταίνει. Ἔτσι παρέχει τὴ δυνατότητα σ᾿ ἐκεῖνον ποὺ συναναστήθηκε μαζί του νὰ βλέπει τὴ δόξα τῆς μυστικῆς του ἀναστάσεως.

Ἀνάσταση λοιπὸν τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ δική μας ἀνάσταση τῶν κάτω κειμένων. Γιατὶ πῶς θὰ ἀναστηθεῖ αὐτὸς ποὺ ποτὲ δὲν ἔπεσε σὲ ἁμαρτία, καθὼς εἶναι γραμμένο, μήτε ἀλλοιώθηκε στὸ ἐλάχιστο ἡ δόξα του; Ἢ πῶς θὰ δοξασθεῖ ἐκεῖνος ποὺ εἶναι ὑπερδεδοξασμένος καὶ ἐξουσιάζει τὰ σύμπαντα;

Ἡ Ἀνάσταση καὶ ἡ δόξα τοῦ Χριστοῦ, καθὼς εἴπαμε, εἶναι ἡ δική μας δόξα. Ἀφ᾿ ὅτου δηλαδὴ ἐκεῖνος οἰκειοποιήθηκε τὴν ἀνθρώπινη φύση, ὅσα ἐνεργεῖ σ᾿ ἐμᾶς τὰ ἐπιγράφει στὸν ἑαυτό του. Ἡ ἀνάσταση λοιπὸν τῆς ψυχῆς εἶναι ἡ ἕνωσή της μὲ τὴν ζωή. Ὅπως ἀκριβῶς τὸ νεκρὸ σῶμα δὲν μπορεῖ νὰ ζεῖ ἂν δὲν δεχτεῖ μέσα του τὴν ζωντανὴ ψυχὴ καὶ δὲν σμίξει ἄμικτα μ᾿ αὐτήν, ἔτσι καὶ ἡ ψυχὴ δὲν μπορεῖ νὰ ζήσει μόνη της, ἂν δὲν ἑνωθεῖ ἀρρήτως κι ἀσυγχύτως μὲ τὸν Θεό, ποὺ εἶναι ἡ ὄντως αἰώνια ζωή.

Εἶναι δηλαδὴ νεκρὴ πρὶν ἀπὸ τὴν ἐν γνώσει καὶ ὀράσει καὶ αἰσθήσει ἕνωσή της μὲ τὸν Χριστό, κι ἂς εἶναι νοερὴ κι ἀθάνατη ἀπὸ τὴ φύση της. Γιατὶ οὔτε γνώση χωρὶς ὅραση ὑπάρχει, οὔτε ὅραση χωρὶς αἴσθηση. Νὰ τί θέλω νὰ πῶ. Ἔχουμε τὴν ὅραση καὶ μέσα στὴν ὅραση τὴ γνώση καὶ τὴν αἴσθηση. Αὐτὰ τὰ λέω γιὰ τὰ πνευματικὰ ζητήματα, γιατὶ στὰ σωματικὰ καὶ χωρὶς ὅραση ὑπάρχει αἴσθηση: Ὁ τυφλὸς π.χ. αἰσθάνεται, ὅταν κτυπήσει τὸ πόδι του στὴν πέτρα, ἐνῷ ὁ νεκρὸς ὄχι.

Ἀλλὰ στὰ πνευματικὰ θέματα, ἂν ὁ νοῦς δὲν ἔλθει σὲ θεωρία τῶν ὑπερέννοιαν, δὲν αἰσθάνεται τὴ μυστικὴ ἐνέργεια τῆς χάριτος. Ἐκεῖνος λοιπὸν ποὺ ἰσχυρίζεται ὅτι τὴν αἰσθάνεται προτοῦ θεωρήσει τὰ ὑπὲρ νοῦν καὶ λόγον καὶ ἔννοιαν, μοιάζει μὲ τὸν τυφλὸ ποὺ καταλαβαίνει τὰ καλὰ ἢ τὰ κακὰ ποὺ παθαίνει, δὲν ἀντιλαμβάνεται ὅμως ἀκόμη οὔτε καὶ ὅσα εἶναι μπροστά του καὶ μπορεῖ νὰ τοῦ προξενήσουν τὴ ζωὴ καὶ τὸν θάνατο. Γιατὶ τὰ ἐπερχόμενα σ᾿ αὐτὸν κακὰ ἢ καλὰ δὲν τὰ αἰσθάνεται καθόλου, ἐπειδὴ στερεῖται τῆς ὀπτικῆς δυνάμεως καὶ αἰσθήσεως. Γι᾿ αὐτὸ ὅταν σηκώνει τὸ ραβδὶ γιὰ νὰ ἀμυνθεῖ, κάποτε κτυπᾶ τὸν φίλο του ἀντὶ τὸν ἐχθρό του, ποὺ στέκεται μπροστὰ στὰ μάτια του καὶ τὸν περιγελᾷ.

Οἱ περισσότεροι ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους πιστεύουν στὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, πολὺ λίγοι ὅμως εἶναι αὐτοὶ ποὺ τὴν βλέπουν καθαρά. κι αὐτοὶ ποὺ δὲν τὴν εἶδαν, δὲν μποροῦν νὰ προσκυνήσουν τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ ὡς Ἅγιο καὶ Κύριο, διότι λέει: «Οὐδεὶς δύναται εἰπεῖν Κύριον Ἰησοῦν, εἶ μὴ ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ» (Α´ Κορ. 12,3 ) καὶ ἀλλοῦ: «Πνεῦμα ὁ Θεὸς καὶ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτὸν ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ δεῖ προσκυνεῖν» (Ἰωάν. 4,24).

Καὶ τὸ ἱερότατο λόγιο, ποὺ καθημερινὰ ἔχουμε στὸ στόμα, δὲν λέει «Ἀνάστασιν Χριστοῦ πιστεύοντες» ἀλλὰ τί; «Ἀνάστασιν Χριστοῦ θεασάμενοι, προσκυνήσωμεν ἅγιον Κύριον Ἰησοῦν τὸν μόνον ἀναμάρτητον». Πῶς λοιπὸν μᾶς προτρέπει τώρα τὸ Ἅγιον Πνεῦμα νὰ λέμε ὅτι εἴδαμε αὐτὴν ποὺ δὲν εἴδαμε, ἀφοῦ μάλιστα μία φορὰ ἀναστήθηκε ὁ Χριστὸς πρὶν χίλια χρόνια κι οὔτε τότε τὸν εἶδε κανεὶς νὰ ἀνασταίνεται; Ἄραγε μήπως ἡ Ἁγία Γραφὴ θέλει νὰ λέμε ψέματα;

Ὄχι βέβαια· ἀλλὰ αὐτὸ ποὺ μᾶς προτρέπει νὰ ὁμολογοῦμε εἶναι ἡ ἀλήθεια, ἐπειδὴ ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ συντελεῖται μέσα στὸν κάθε πιστὸ κι ὄχι μόνο μία φορά, ἀλλὰ κάθε ὥρα θὰ λέγαμε, ἀφοῦ αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ Δεσπότης Χριστὸς ἀνασταίνεται μέσα μας καὶ λαμπροφορεῖ καὶ ἀπαστράπτει τὶς ἀστραπὲς τῆς ἀφθαρσίας καὶ τῆς θεότητος. Γιατὶ ἡ φωτοφόρος παρουσία τοῦ Πνεύματος, μᾶς ὑποδεικνύει τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ μᾶλλον δὲν μᾶς ἀξιώνει νὰ δοῦμε αὐτὸν τὸν ἴδιο τὸν ἀναστάντα.

Γι᾿ αὐτὸ καὶ λέμε: «Θεὸς Κύριος καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν» (Ψαλμ. 117,27 ) καὶ ἔχοντας ὑπ᾿ ὄψιν μας τὴν δευτέρα του παρουσία προσθέτουμε: «Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου» (Ψαλμ. 117,26). Σὲ ὅσους λοιπὸν ἀποκαλυφθεῖ ὁ ἀναστημένος Χριστὸς πάντως πνευματικὰ ἐμφανίζεται στὰ πνευματικά τους μάτια. Γιατὶ ὅταν ἔρχεται σὲ μᾶς διὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματός μας ἀνασταίνει ἐκ νεκρῶν, μᾶς ζωοποιεῖ καὶ μᾶς δίνει τὴ χάρη νὰ τὸν βλέπουμε μέσα μας ὁλοζώντανο, αὐτὸν τὸν ἀθάνατο καὶ ἀνώλεθρο καὶ νὰ γνωρίζουμε πλήρως ὅτι αὐτὸς μᾶς συνανασταίνει καὶ μᾶς συνδοξάζει, ὅπως μαρτυρεῖ ἡ Ἁγία Γραφή.

Αὐτὰ εἶναι λοιπὸν τὰ θεῖα μυστήρια τῶν χριστιανῶν, αὐτὴ εἶναι ἡ μυστικὴ δύναμη τῆς πίστεώς μας, ποὺ οἱ ἄπιστοι ἢ οἱ δύσπιστοι ἢ μᾶλλον οἱ ἡμίπιστοι δὲν βλέπουν, οὔτε μποροῦν νὰ δοῦν ποτέ. Ἄπιστοι, δύσπιστοι καὶ ἠμίπιστοι εἶναι αὐτοὶ ποὺ δὲν φανερώνουν τὴν πίστη τους μὲ ἔργα. Γιατὶ χωρὶς ἔργα καὶ οἱ δαίμονες πιστεύουν καὶ ὁμολογοῦν ὅτι ὁ Δεσπότης Χριστὸς εἶναι Θεός, ὅπως λέει: «Οἴδαμέν σε, τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ» (Πρβλ. Μάρκ. 1,24, Λουκ. 4,34, Ματθ. 8,29 ), καὶ ἀλλοῦ: «Οὗτοι οἱ ἄνθρωποι δοῦλοι τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου εἰσίν».

Ἀλλὰ οὔτε τοὺς δαίμονες, οὔτε αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους θὰ ὠφελήσει τέτοια πίστη, ἐπειδὴ εἶναι νεκροὶ κατὰ τὸν θεῖον Ἀπόστολον, ποὺ λέει: «Ἡ πίστις χωρὶς τῶν ἔργων νεκράν ἐστι» (Ἰακ. 2,26), ὅπως ἀκριβῶς καὶ τὰ ἔργα χωρὶς πίστη. Γιατί εἶναι νεκρή; Διότι δὲν ἔχει μέσα της τὸν Θεὸ ποὺ ζωογονεῖ, οὔτε ἀπέκτησε αὐτὸν ποὺ λέει: «Ὁ ἀγαπῶν με τὰς ἐντολὰς τὰς ἐμὰς τηρήσει, καὶ ἐγὼ καὶ ὁ Πατὴρ ἐλευσόμεθα καὶ μονὴν παρ᾿ αὐτῷ ποιήσωμεν» (Πρβλ. Ἰωάν. 14,21.23, Ἰωάν. 14,23 ), ὥστε μὲ τὴν παρουσία του νὰ ἀναστήσει ἐκ νεκρῶν ἐκεῖνον ποὺ κατέχει τὴν ἐνεργὸν πίστιν, νὰ τὸν ζωοποιήσει καὶ νὰ τὸν ἀξιώσει νὰ εἰδεῖ τὸν ἀναστάντα μέσα του ποὺ τὸν συνανέστησε.

Μιὰ τέτοια πίστη λοιπὸν εἶναι νεκρή, ἢ μᾶλλον νεκροὶ εἶναι αὐτοί, ποὺ ἔχουν πίστη χωρὶς ἔργα. Γιατὶ ἡ πίστη στὸ Θεὸ πάντοτε ζεῖ καὶ ζωοποιεῖ ἐκείνους ποὺ τὴν δέχονται μὲ ἀγαθὴ προαίρεση, ἡ ὁποία καὶ πρὸ τῆς ἐργασίας τῶν ἐντολῶν πολλοὺς ὁδήγησε ἀπὸ τὸ θάνατο στὴ ζωὴ καὶ τοὺς ἀποκάλυψε τὸν Χριστὸ καὶ Θεό. Καὶ ἂν ἔμεναν στὶς ἐντολές του καὶ τὶς ἐφύλατταν μέχρι θανάτου θὰ μποροῦσαν καὶ αὐτὲς νὰ τοὺς διαφυλάξουν ὅ,τι λογῆς ἔγιναν ἀπὸ μόνην τὴν πίστιν.

Ἐπειδὴ ὅμως «μεταστράφησαν ὡς τόξον στρεβλόν» (Ψαλμ. 77,57 ) καὶ ξαναγύρισαν στὶς προηγούμενες πράξεις τους, ἦταν φυσικὸ νὰ ναυαγήσουν ἀμέσως στὴν πίστη, καὶ δυστυχῶς ἔτσι στέρησαν τοὺς ἑαυτούς τους ἀπὸ τὸν ἀληθινὸ πλοῦτο, ποὺ εἶναι ὁ Χριστὸς καὶ Θεός. Γιὰ νὰ μὴν πάθουμε λοιπὸν καὶ ἐμεῖς τὸ ἴδιο, σὰς παρακαλῶ νὰ τηρήσουμε τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ μὲ ὅλη μας τὴν δύναμη, ὥστε νὰ κερδίσουμε καὶ τὰ παρόντα καὶ τὰ μέλλοντα ἀγαθά, δηλαδὴ τὴν θέα τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἴθε ὅλοι μας νὰ τὴν ἀπολαύσουμε μὲ τὴ χάρη τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, στὸν ὁποῖο ἀνήκει ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνες. Ἀμήν».

Φώτιος Πετρόπουλος – Πάσχα τῆς εὐημερίας ἢ τῆς ἀγάπης;

(2011)

Ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος βρίσκεται μπροστὰ στὸ δίλημμα: ἐλευθερία καὶ γνήσια ἀγάπη ἢ εὐτυχία καὶ πρόσκαιρη εὐημερία τῆς ζωῆς; Γοητεύεται ἀπὸ μία σφαλερὴ ἀθεϊστικὴ ἀγάπη γιὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ τὰ ὑλικὰ ἀγαθά, ἀπὸ μία ἀπαίτηση γιὰ τὴν ἐξασφάλιση τῆς ζωῆς πάνω στὴ γῆ χωρὶς Θεό. Στὸν ἀγωνιώδη αὐτὸ προβληματισμὸ συμβάλλει ἐξάλλου καὶ ἡ οἰκονομικὴ κρίση ποὺ βιώνουμε, ἡ ὁποία δὲν εἶναι τίποτα περισσότερο παρὰ ἕνα παραπροϊὸν μιᾶς βαθύτερης κρίσης ἀξιῶν ποὺ ἔχει ἀρχίσει ἀπὸ χρόνια. Ὅμως δὲν μπορεῖ ἡ ἀνθρώπινη ψυχὴ νὰ βρεῖ ἀνάπαυση στὴ μοναξιά, τὴν ὑλιστικὴ οἰκοδόμηση τῆς ζωῆς, ὅταν λησμονεῖ ὅτι αὐτὰ ποὺ δὲ μετρῶνται ἔχουν μεγαλύτερη ἀξία ἀπὸ αὐτὰ ποὺ μετρῶνται.

Ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου ἔχει νόημα ἐφόσον ἀπεργάζεται τὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπινου προσώπου ἐν Χριστῷ. Ὁ συνειδητοποιημένος χριστιανὸς ἀντιπαρατάσσει τόσο στὶς αὐταρχικὲς καὶ ὁλοκληρωτικὲς συνθῆκες διαβίωσης, ὅσο καὶ στὶς συνθῆκες τῆς ἄμετρης ἐλευθερίας, τὴ θεραπευτικὴ δύναμη τῆς ἀγάπης. Ἡ ἀγάπη ἐμπεριέχει τὶς ἀξίες τοῦ σεβασμοῦ καὶ τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ ἀγάπη δὲν ἐκφράζεται μόνο ἀπὸ τὸ συναίσθημα. Εἶναι κυρίως δυναμικὴ κατάσταση ποὺ πηγάζει ἀπὸ τὴν πνευματικὴ ἀναγέννηση, ἀπὸ τὴ μετοχὴ στὴν «καινὴ κτίση».

Γιατί νὰ πληγώνουμε αὐτοὺς ποῦ κατὰ βάθος ἀγαπᾶμε; Ἡ ἀγάπη δὲ μειώνει, ἀλλὰ ἐξυψώνει! Δὲν θὰ ἦταν ὡραῖο νὰ προσπαθήσουμε νὰ σταματήσουμε νὰ πικραίνουμε φίλους, συγγενεῖς, συνεργάτες, μιλώντας τοὺς εἰρωνικά, πικρά, περιφρονητικά; Κι ἀντὶ γι’ αὐτὴ τὴ στάση, ἂς προσπαθήσουμε, τὸ δύσκολο, μὰ ἀληθινό: νὰ βροῦμε μέσα τοὺς κάτι καλό, κάτι θεϊκό, ὥστε νὰ τοὺς δοῦμε μὲ ἄλλο βλέμμα, πιὸ ἀνθρώπινο, πιὸ ταπεινό, μὲ ἀγάπη. Κι ἀντὶ νὰ ἀπομακρυνόμαστε, νὰ νιώσουμε καὶ νὰ ζήσουμε λίγο τὴν ἑνότητα, τὰ κοινὰ ποὺ μᾶς ἑνώνουν ὅλους: τὸν πόνο, τὴν ἀγωνία, τὸ φόβο, τὸ ἄγχος γιὰ τὸν ἐρχόμενο σὲ ὅλους μας θάνατο…

Ἀναμφισβήτητα ὅλους ἐμᾶς, κι αὐτοὺς ποὺ δὲ χωνεύουμε, μία μέρα θὰ μᾶς «χωνέψει» ἡ γῆ. Οἱ μόνοι «ἀχώνευτοι» τῆς γῆς, εἶναι ὅσοι ἔμαθαν νὰ ἀγαποῦν, καὶ ξέρουν νὰ ζοῦν τό, «Χριστὸς ἀνέστη», ἤδη πολὺ πρὶν τὸ Πάσχα.

Εἶναι σημαντικὸ πὼς στὸ ὀρθόδοξο βίωμα ἡ ζωὴ δὲν μπορεῖ νὰ ὁρισθεῖ παρὰ μόνο μέσα ἀπὸ τὴν ἀποδοχὴ τοῦ θανάτου. Ἡ παροῦσα ζωὴ μπορεῖ ποικιλοτρόπως νὰ ξεφεύγει ἀπὸ τοὺς νόμους τῆς φθορᾶς καὶ νὰ μετέχει στὴν ἀφθαρσία. Τὸ παρὸν δὲν ὁρίζεται σὲ ἀντίθεση μὲ τὸ παρελθὸν ἢ μὲ τὸ μέλλον. Γιὰ τὸν πιστό, τὰ ὑπεσχημένα εἶναι παρόντα, ἰδιαίτερα μέσα ἀπὸ τὰ βιώματα τοῦ λειτουργικοῦ χρόνου. Μέσα ἀπὸ τὴν ἀναφορὰ τοῦ δημιουργήματος στὸν Δημιουργὸ τοῦ παντὸς ἀπαθανατίζεται τὸ ἔργο του, ἐνῶ ὁ ἴδιος ξαναβρίσκει τὶς συντεταγμένες τῆς βιωτῆς του. Ὅταν ἔτσι ἀνατρέφεται ὁ ἄνθρωπος δὲ ζεῖ λατρεύων τὸ παρόν, ἀλλὰ οὔτε καὶ τὸ περιφρονεῖ. Δὲν μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ γίνει «μάρτυρας τῆς

Ἀναστάσεως» (ποὺ εἶναι τὸ ἰδανικὸ τοῦ ὀρθόδοξου χριστιανοῦ) ἂν δὲν πορευθεῖ στὴ Βηθλεὲμ καὶ ἂν δὲν ἀνεβεῖ στὸ Γολγοθᾶ.

Ἡ ἐμπειρία, προπάντων, πολλῶν ἐσωτερικῶν θανάτων, (ὁ θάνατος δὲν μπορεῖ νὰ νοηθεῖ ἔξω ἀπὸ τὸ γεγονὸς τῆς Ἀναστάσεως) δίνει στὴν ἀγάπη μία διαχρονικὴ διάσταση. Μία διάσταση ποὺ λαμβάνει σάρκα καὶ ὀστᾶ μέσα ἀπὸ τὸ πρίσμα τῆς ἐλευθερίας καὶ κυρίως μέσα ἀπὸ τὴν πεποίθηση ὅτι ὁ ἄλλος ὡς «Σὺ» ἀποτελεῖ προέκταση τοῦ «ἐγὼ» ποὺ μποροῦν νὰ ἐπιβιώσουν συμπορευόμενοι στὰ πλαίσια μίας δύσκολης ἀλλὰ ἀναγκαίας σχεσιακῆς συνθήκης. Τοῦ μετανοημένου πλέον ἀνθρώπου, τοῦ «πτωχοῦ τῇ καρδίᾳ» φωτίζεται ὁ νοῦς ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος γίνεται μορφὴ Χριστοῦ, μορφωμένος».

Στὴν ἐθελούσια Σταύρωση ὡς ἀποτέλεσμα τῆς «λογικῆς τῆς Κενώσεως» βρίσκεται ἡ ἀληθινὴ σχέση τοῦ Θεοῦ μὲ τὸν ἄνθρωπο. Μέσα ἀπὸ τὴ λογικὴ τοῦ Σταυροῦ γίνεται κατορθωτὸ τὸ ἅλμα ἀπὸ τὸ βασίλειο τῆς ἀναγκαιότητας στὸ βασίλειο τῆς ἐλευθερίας.

Στὴν Ἀναστάσιμη ἔγερση ἀποκαλύπτεται ὑπερβατικῶς τὸ μυστήριον τοῦ Θεοῦ «ἐν σαρκί». Τὸ μυστήριο αὐτὸ ἐξασφαλίζει τὴ συνεχῆ παρουσία του ὡς ἐγγύηση σωτηρίας στὸ πνευματικὸ ἀδιέξοδο καὶ τὶς ψυχικὲς ἀνάγκες τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου μέσα ἀπὸ τὴ λατρευτικὴ ζωή.

Μέσα ἀπὸ τὴν ἄρνηση τῆς ἐφήμερης γιορτινῆς εὐημερίας καὶ τὴν ἀναζήτηση τῆς ἐσωτερικῆς ἐλευθερίας, ὁ ἀληθινὸς ἀνθρωπισμὸς δὲν τονίζει τὴν κυριαρχία τοῦ ἀτόμου πάνω στὸ σύνολο, οὔτε τὸν ἀφανισμὸ τοῦ προσώπου ἀπὸ τὸ σύνολο. Ὁ ἀναστηθεὶς Θεάνθρωπος Ἰησοῦς, ὑψώνεται σὲ ὁδοδείκτη γιὰ τὴν ἀνθρωποποίηση συνόλων καὶ κοινωνιῶν. Τοῦτο γίνεται κατορθωτὸ μέσα ἀπὸ τὴν Σταύρωση καὶ τὴν Ἀνάσταση ποὺ ἀκολούθησε.

Γίνεται μέσα ἀπὸ τὸ δόλιχο τῆς ὀδυνηρῆς περιπέτειας, ἀτόμων καὶ συνόλων, ὥστε νὰ φτάσουν -μὲ τὴν ἐξέλιξη τοῦ κοινωνικοῦ γίγνεσθαι- στὴν ἀπέκδυση τῶν ἐγωκεντρικῶν διεκδικήσεων καὶ τὴν ἀναγνώριση μίας κοινωνίας δικαίου καὶ ἀνθρωπιᾶς. Μίας κοινωνίας ποὺ θὰ στηρίζει τὴν ἀνάπτυξή της στὴν αἴσθηση καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἐλευθερίας ἀπὸ τὰ δεσμὰ τῆς μισαλλοδοξίας καὶ τοῦ θανάτου. Τὸ Πάσχα ἄλλωστε ἀποτελεῖ τὴ νίκη τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ζωῆς. Εἶναι ἡ συντριβὴ τοῦ ἐσχάτου ἐχθροῦ της ἀνθρώπινης φύσης, τοῦ θανάτου ποὺ ἡ Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ μετατρέπει σὲ ζωοποιὸ καὶ νικηφόρο θάνατο: «θανάτω θάνατον πατήσας!…»

«Πάσχα ἱερόν, ἅγιον, μέγα ἀνέτειλε καὶ θάλπει, φωτίζει καὶ λαμπρύνει τὸν κόσμον!»

 

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ