Αγία Μαρίνα – 17 Ιουλίου

Η Αγία Μαρίνα γεννήθηκε στην Αντιόχεια της Πισιδίας, στα χρόνια του αυτοκράτορα Κλαυδίου του Β’, το 270 μ.Χ. Λίγες μέρες μετά τη γέννησή της, η μητέρα της πέθανε, και ο πατέρας της Αιδέσιος, που ήταν Ιερέας των ειδώλων, την ανέθεσε σε μια χριστιανή γυναίκα, από την οποία η Μαρίνα διδάχθηκε τον Χριστό. Όταν έγινε 15 χρονών, αποκαλύπτει στον πατέρα της ότι είναι χριστιανή. Έκπληκτος αυτός απ’ αυτό που άκουσε, με μίσος τη διέγραψε από παιδί του.

Μετά από καιρό, έμαθε για τη Μαρίνα και ο έπαρχος Ολύμβριος, που διέταξε να τη συλλάβουν για ανάκριση. Όταν την είδε μπροστά του, θαύμασε την ομορφιά της και προσπάθησε να την πείσει με κάθε τρόπο να αρνηθεί τον Χριστό και να γίνει σύζυγος του. Μάταια, όμως. Η Αγία Μαρίνα σε κάθε προσπάθεια του Ολυμβρίου αντέτασσε τη φράση: «Είμαι χριστιανή». Τότε ο σκληρός έπαρχος διέταξε να την ξαπλώσουν στη γη, και την καταξέσχισε άσπλαχνα με ραβδιά τόσο, ώστε η γη έγινε κόκκινη από το αίμα που έτρεξε. Έπειτα, ενώ αιμορραγούσε, την κρέμασε για πολλή ώρα και μετά τη φυλάκισε.

Μέσα στην φυλακή μάλιστα συνέβη το εξής: ο διάβολος μεταμορφωμένος σε άγριο δράκοντα, προσπάθησε να κάνει την αγία να φοβηθεί. Αυτή όμως προσευχήθηκε στον Θεό και αμέσως ο δράκοντας άλλαξε μορφή και έγινε ένας μαύρος σκύλος και τότε η αγία άρπαξε ένα σφυρί και χτυπώντας τον στο κεφάλι και τη ράχη τον ταπείνωσε.

Όταν για δεύτερη φορά την εξέτασε και διαπίστωσε ότι η πίστη της Αγίας Μαρίνας ήταν αμετακίνητη στο Χριστό, την έκαψε με αναμμένες λαμπάδες. Αλλά οι πληγές της με θαύμα έκλεισαν, και αυτό είχε σαν αποτέλεσμα πολλοί παρευρισκόμενοι να γίνουν χριστιανοί. Μπροστά σ’ αύτόν τον κίνδυνο ο έπαρχος τελικά αποκεφάλισε τη Μαρίνα, που έτσι πήρε το άφθαρτο στεφάνι της αιώνιας δόξας.

Tα άγια λείψανα της φυλάγονταν στην Κωνσταντινούπολη μέχρι την πρώτη άλωση της από τους Λατίνους, το 1204 μ.Χ., ενώ σύμφωνα με άλλες πηγές βρίσκονταν μέχρι το 908 μ.Χ. στην Αντιόχεια και στην συνέχεια μεταφέρθηκαν στην Ιταλία. Σήμερα, τα άγια λείψανα της Αγίας Μαρίνας, φυλάγονται στην Αθήνα, σε ναό που φέρει το όνομα της ενώ η χείρα της έχει μεταφερθεί στη Μονή Βατοπεδίου στο Άγιο Όρος.

πηγή

Αφιερωμένο στα παιδιά των κατηχητικών συντροφιών της ενορίας μας

Αγαπημένα μας παιδιά,

Άλλη μια κατηχητική χρονιά πέρασε, φέτος υπό εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες.

Κάθε Κυριακή «συναντιόμασταν» στο viber, αλλά η απουσία των προσώπων και του χαμόγελού σας ήταν φανερά αισθητή. Ωστόσο, η χαρά τής «συνάντησης» και του μοιράσματος της αλήθειας του Χριστού με τις δικές σας παιδικές ψυχές μάς έδινε –και εξακολουθεί να μας δίνει– δύναμη και αισιοδοξία για να προχωράμε.

Κρατήστε, παιδιά, βαθιά μες στην ψυχή σας την πίστη στον Θεό, στο Ευαγγέλιο και στους αγίους. Μείνετε σταθεροί στις αλήθειες της ζωντανής πίστης μας και ακλόνητοι στις παντοτινές αξίες και στα ιδανικά που –αιώνες τώρα– από γενιά σε γενιά διδαχθήκαμε: αγάπη, πίστη, ελευθερία, αλήθεια, σεβασμό, θάρρος, ανδρεία, υπομονή, επιμονή, κατανόηση, καλοσύνη, συγχωρητικότητα, ανεκτικότητα, δικαιοσύνη, ελπίδα.

Πρόκειται για αξίες διαχρονικές, που δεν μεταβλήθηκαν ούτε αλλοιώθηκαν στο πέρασμα του χρόνου, όσο κι αν πρόσωπα ή πράγματα θέλησαν κατά καιρούς να το κάνουν…

Έτσι κι εσείς, μείνετε πιστοί σε όσα μάθατε και ποτέ και για κανέναν λόγο μην τα ξεχνάτε. Να έχετε στον νου σας πάντα τα λόγια του Αποστόλου Παύλου: «Εσύ όμως να μένεις σ’ αυτά που έμαθες και που για την αξιοπιστία τους έχεις τεκμήρια» (Τιμ. Β΄ 3,14). Γιατί όπως ο ίδιος συμπληρώνει: «Μαζί με τον Χριστό αν πεθάναμε, μαζί Του και θα ζήσουμε» (Τιμ. Β΄ 2, 11).

Η ημέρα της λήξης της φετινής χρονιάς είχε –συμπτωματικά ίσως– μια ιδιαίτερη, συμβολική σημασία: ήταν ημέρα μνήμης του αγίου Ευγενίου Ροντιόνωφ, ο οποίος, όπως σας γράψαμε στο τελευταίο μας μήνυμα, αποκεφαλίστηκε γιατί αρνήθηκε να βγάλει τον σταυρό που φορούσε.

Τα παρακάτω βίντεο είναι αφιερωμένα σε σας, παιδιά. Τα δύο πρώτα στα μικρότερα και το τελευταίο στα μεγαλύτερα.

Με την ευχή να εμπνεόμαστε όλοι μας από αυτά και την ελπίδα που απορρέει από την πίστη μας στον Θεό, ευχόμαστε σε όλους σας καλό και ευλογημένο καλοκαίρι και ανανεώνουμε το ραντεβού μας για τη νέα χρονιά. Να είστε βέβαιοι πως δεν σας ξεχνάμε και πως δεν παύουμε να προσευχόμαστε για σας. Θυμηθείτε –όσα παιδιά καταφέρατε και ήρθατε στη λήξη μας– την ευχή που, όπως είπαμε, συνήθιζε να δίνει ο Ρουμάνος άγιος γέροντας Κλεόπας: «Να σας καταπιεί ο Παράδεισος!». Μακάρι να αξιωθούμε όλοι μας!

Από την εκδρομούλα μας στο ξωκλήσι των Αγίων Ταξιαρχών – Αγίου Χαραλάμπους, πάνω από την ενορία μας, κατά τη λήξη της κατηχητικής χρονιάς (23/5/2021).

Άγιος Γρηγόριος ο Ε’ – 10/4

Στη κεφαλή των ηρωικών κληρικών-μαρτύρων του 1821 στέκεται ο Οικουμενικός Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε’. Τραγική ήταν η θέση του, όταν επαναστάτησε η Ελλάδα. Έβλεπε ότι τον περίμενε το μαρτύριο. Πολλοί προσπαθούν να τον πείσουν να φύγει από την Κωνσταντινούπολη, για να σωθεί…

Αλλά ο «καλός ποιμήν» αρνήθηκε, ακολουθώντας τα ίχνη των γενναίων προκατόχων του. Είπε:

«Με προτρέπετε είς φυγήν· μάχαιρα θα διέλθη τας ρύμας της Κωνσταντινουπόλεως και λοιπών πόλεων των χριστιανικών Επαρχιών. Υμείς επιθυμείτε όπως εγώ μεταμφιεζόμενος καταφύγω εις πλοίον ή κλεισθώ εν οικία οιουδήποτε ευεργετικού υμών Πρεσβευτού, ν’ακούω δε εκείθεν πως οι δήμοι κατακρεουργούσι τον χηρεύοντα Λαόν. Ουχί! Εγώ δια τουτο είμαι Πατριάρχης, όπως σώσω το Έθνος μου, ουχί δε όπως απολεσθή τούτο δια της χειρός των Γενίτσαρων. Ο θάνατος μου ίσως επιφέρη μεγαλυτέραν ωφέλειαν παρά η ζωή μου. Οι ξένοι Χριστιανοί ηγεμόνες εκπλαγέντες εκ της αδικίας του θανάτου μου δεν θα θεωρήσωσιν αδιαφόρως πως η πίστις αυτών εξυβρίσθη εν τω πρόσωπω μου. Οι Έλληνες, οι άνδρες της μάχης, θα μάχωνται μετά μεγαλυτέρας μανίας, όπερ συχνάκις δωρείται την Νίκην· είς τούτο είμαι πεπεισμένος. Βλέπετε μεθ’υπομονής είς ό,τι και αν μου συμβή. Σήμερον (Κυριακή των Βαΐων) θα φάγωμεν ιχθύς, αλλά μετά τίνας ημέρας και ίσως και ταύτην την εβδομάδα οι ιχθύες θα μας φαγώσιν… Ναι, ας μη γίνω χλεύασμα των ζώντων. Δεν θα ανεχθώ ώστε είς τα οδούς της Οδησσού, της Κερκύρας και της Αγκώνος διερχόμενον εν μέσω των αγυιών (=δρόμων) να με δακτυλοδεικτώσι λέγοντες : «ιδού έρχεται ο φονεύς Πατριάρχης». Αν το Έθνος μου σωθή και θριαμβεύση, τότε πέποιθα θα μου αποδώση θυμίαμα επαίνου και τιμών, διότι εξεπλήρωσα το χρέος μου… Υπάγω όπου με καλεί ο νούς μου, ο μέγας κλήρος του Έθνους και ο Πατήρ ο Ουράνιος, ο μάρτυς των ανθρώπινων πράξεων».

Το Πάσχα του 1821 συνέλαβαν τον Πατριάρχη Γρηγόριο τον Ε΄, τον βασάνισαν και τον απαγχόνισαν στη μεσαία πύλη του Πατριαρχείου, που ως τώρα είναι κλειστή. «Αι τελευταίαι στιγμαί του Γρηγορίου εφάνησαν, γράφει ο Σπ. Τρικούπης, στιγμαί ακραιφνούς πίστεως και ανεξικακίας, οποίας ετοιμάζει ακηλίδωτος συνείδησις, αγαθοποιός καρδία, παράβλεψις της προσκαίρου ζωής και προσδοκία της μελλούσης».

Τον θαυμασμό αλλά και την φρίκη του Γένους εκφράζει και ο Διονύσιος Σολωμός στον Εθνικό Ύμνο».

«Όλοι κλαύστε! Αποθαμμένος
Ο Αρχηγός της Εκκλησιάς.
Κλαύστε, κλαύστε, κρεμασμένος
Ώσαν νάτανε φονηάς».

Αλλά όπως γίνεται πάντοτε και ο σπόρος της θυσίας του Εθνομάρτυρος Αγίου Γρηγορίου έφερε καρπούς πολλούς.

Ο Γερμανός ιστορικός Γερβίνος[1] σημειώνει: «Η κατά του Πατριάρχου Γρηγορίου απήνης διαγωγή, ποιήσασα το πρώτον ρήγμα είς την τουρκικήν δυναστείαν, παρεσκεύασε την ελευθέρωσιν της Ελλάδος».

[1] Πρόκειται για τον Georg Gottfried Gervinus (Σ.τ.Ε)

Πηγή εικόνων: http://www.saint.gr/1301/saint.aspx

Πηγή: ΠΝΟΕΣ ΠΙΣΤΕΩΣ, εκδόσεις «ΖΩΗΣ», Αρχιμανδρίτου Ιωάννου Αλεξίου

πηγή

Άγιοι Σαράντα Μάρτυρες που μαρτύρησαν στη Σεβάστεια – 9 Μαρτίου

Βιογραφία
Και οι σαράντα αυτοί Άγιοι ήταν στρατιώτες στο πιο επίλεκτο τάγμα του στρατού του Λικινίου. Όταν αυτός εξαπέλυσε διωγμό κατά των χριστιανών, οι Άγιοι σαράντα συλλαμβάνονται αμέσως από τον έπαρχο Αγρικόλα (στη Σεβάστεια). Στην αρχή τους επαινεί και τους υπόσχεται αμοιβές και αξιώματα, για να αρνηθούν την πίστη τους. Τότε ένας από τους σαράντα, ο Κάνδιδος, απαντά: «Ευχαριστούμε για τους επαίνους της ανδρείας μας. Άλλ’ ο Χριστός, στον όποιο πιστεύουμε, μας διδάσκει ότι στον καθένα άρχοντα πρέπει να του προσφέρουμε ό,τι του ανήκει. Και γι’ αυτό στο βασιλέα προσφέρουμε τη στρατιωτική υπακοή. Αν, όμως, ενώ ακολουθούμε το Ευαγγέλιο, δεν ζημιώνουμε το κράτος, αλλά μάλλον το ωφελούμε με την υπηρεσία μας, γιατί μας ανακρίνεις για την πίστη πού μορφώνει τέτοιους χαρακτήρες και οδηγεί σε τέτοια έργα;» Ο Αγρικόλας κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να τους επιβληθεί με ήρεμο τρόπο και διέταξε να τους βασανίσουν. Οπότε, μια παγωμένη χειμωνιάτικη νύχτα, τους ρίχνουν στα κρύα νερά μιας λίμνης. Το μαρτύριο ήταν φρικτό. Τα σώματα άρχισαν να μελανιάζουν. Αλλα αυτοί ενθάρρυναν ο ένας τον άλλο, λέγοντας: «Δριμύς ο χειμών, αλλά γλυκύς ο παράδεισος. Λίγο ας υπομείνουμε και σε μια νύχτα θα κερδίσουμε ολόκληρη την αιωνιότητα».

Ενώ προχωρούσε το μαρτύριο, ένας μόνο λιποψύχησε και βγήκε από τη λίμνη. Τον αντικατέστησε όμως ο φρουρός (Αγλάϊος), που είδε τα στεφάνια πάνω από τα κεφάλια τους. Ομολόγησε το Χριστό, μπήκε στη λίμνη και μαζί με τους 39 παίρνει και αυτός το στεφάνι του μαρτυρίου, αφού μισοπεθαμένους τους έβγαλαν το πρωί από τη λίμνη και τους συνέτριψαν τα σκέλη. Τα μαρτυρικά λείψανα ευρέθησαν από τους Χριστιανούς σε κάποιο γκρεμό, όπου είχαν συναχθεί κατά θεία οικονομία και ενταφιάσθηκαν με ευλάβεια.

Στον Ευεργετινό αναφέρεται ότι ενώ οι Άγιοι Τεσσαράκοντα Μάρτυρες βρίσκονταν στο στάδιο της αθλήσεως έχοντας παραμείνει όλη τη νύχτα μέσα στην παγωμένη λίμνη και καθώς τους έσερναν στον αιγιαλό για να τους συντρίψουν τα σκέλη, η μητέρα ενός Μάρτυρος παρέμενε εκεί πάσχουσα με αυτούς, βλέποντας το παιδί της που ήταν νεότερο στην ηλικία από όλους, μήπως και λόγω του νεαρού της ηλικίας και της αγάπης προς την ζωή, δειλιάσει και βρεθεί ανάξιο της τιμής και της τάξεως των στρατιωτών του Χριστού. Στεκόταν λοιπόν, εκεί και άπλωνε τα χέρια της προς το παιδί της λέγοντας: «Παιδί μου γλυκύτατο, υπόμεινε για λίγο και θα καταστείς τέκνο του Ουράνιου Πατέρα. Μην φοβηθείς τις βασάνους. Ιδού, παρίσταται ως βοηθός σου ο Χριστός. Τίποτε δεν θα είναι από εδώ και πέρα πικρό, τίποτα το επίπονο δεν θα απαντήσεις. Όλα εκείνα παρήλθαν, διότι όλα αυτά τα νίκησες με τη γενναιότητά σου. Χαρά μετά από αυτά, άνεση, ευφροσύνη. Όλα αυτά θα τα γεύεσαι, διότι θα είσαι κοντά στον Χριστό και θα πρεσβεύεις εις Αυτόν και για μένα που σε γέννησα».

Τα λείψανα των Αγίων βρήκε με θεία οπτασία, το έτος 438 μ.Χ., η αυτοκράτειρα Πουλχερία κρυμμένα στο ναό του Αγίου Θύρσου, πίσω από τον άμβωνα, στον τάφο της διακόνισσας Ευσέβειας σε δύο αργυρές θήκες, οι οποίες κατά την διαθήκη της Ευσέβειας, είχαν εναποτεθεί στον τάφο της στο μέρος της κεφαλής της. Στην συνέχεια η Πουλχερία οικοδόμησε ναό έξω από τα τείχη των Τρωαδησίων.

Σπουδαία από ιστορικής απόψεως θεωρείται από νεότερους ερευνητές η Διαθήκη των Αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων, η οποία αποσκοπεί στο να παρεμποδίσει τον διασκορπισμό των ιερών λειψάνων τους μεταξύ των Χριστιανών, πράγμα συνηθισμένο στην Ανατολή κατά τους χρόνους εκείνους.

Οι γονείς του Μεγάλου Βασιλείου που κατείχαν «κόνιν» και τεμάχια των ιερών λειψάνων των Αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων, ανήγειραν τον πρώτο ναό στην Ανατολή εις τιμήν των Αγίων, όπου και ετάφησαν, σε κτήμα τους στον Πόντο.

Ναός αφιερωμένος στους Αγίους Τεσσαράκοντα Μάρτυρες υπήρχε στην περιοχή Μέση της Κωνσταντινούπολης, που είχε ανεγερθεί από τον αυτοκράτορα Τιβέριο Α’ (579 – 582 μ.Χ.) και συμπληρωθεί από τον αυτοκράτορα Μαυρίκιο (582 – 602 μ.Χ.). Το ναό κατεκόσμησε ο Ανδρόνικος ο Κομνηνός (1183 – 1185 μ.Χ.). Στο ναό αυτό λειτουργούνταν κατά την ημέρα της μνήμης των Αγίων Μαρτύρων οι αυτοκράτορες. Άλλοι ναοί υπήρχαν:

α) στο παλάτι, και ο οποίος πανηγύριζε στις 27 Αυγούστου,
β) στη νήσο Πλάτη, ἢ Πλατεία,
γ) στη μονή της Χώρας,
δ) στην Έμμεσα της Συρίας.

Η Σύναξη αυτών ετελείτο στο αγιότατο Μαρτύριό τους πλησίον του Χαλκού Τετραπύλου.

Τέλος αξίζει να αναφέρουμε ότι οι Άγιοι Τεσσαράκοντα Μάρτυρες είναι προστάτες της Ι. Μ. Ξηροποτάμου στο Άγιον Όρος, το Καθολικό της οποίας τιμάται στη Μνήμη τους.

Κατά τους Παρισινούς Κώδικες 1575 και 1476 τα ονόματα τους ήταν: Κυρίων, Κάνδιδος (ή Κλαύδιος), Δόμνας, Ευτύχιος (ή Ευτυχής), Σεβηριανός, Κύριλλος, Θεόδουλος, Βιβιανός, Αγγίας, Ησύχιος, Ευνοϊκός, Μελίτων, Ηλιάδης (ή Ηλίας), Αλέξανδρος, Σακεδών (ή Σακερδών), Ουάλης, Πρίσκος, Χουδίων, Ηράκλειος, Εκδίκιος, (ή Ευδίκιος), Ιωάννης, Φιλοκτήμων, Φλάβιος, Ξάνθιος, (ή Ξανθιάς), Ουαλέριος, Νικόλαος, Αθανάσιος, Θεόφιλος, Λυσίμαχος, Γάϊος, Κλαύδιος, Σμάραγδος, Σισίνιος, Λεόντιος, Αέτιος, Ακάκιος, Δομετιανός (ή Δομέτιος), δυο Γοργόνιοι, Ιουλιανός, (ή Ελιανός ή Ηλιανός), και Αγλάϊος ο καπικλάριος. (Ορισμένοι Κώδικες αναφέρουν και επιπλέον των σαράντα ονόματα, όπως αυτά των Αγίων Αειθάλα, άλλου Γοργονίου κ.λ.π.).

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.

Θείω Πνεύματι, συγκροτηθέντες, δῆμος ὤφθητε, τροπαιοφόρος, Ἀθλοφόροι Χριστοῦ Τεσσαράκοντα, διὰ πυρὸς γὰρ καὶ ὕδατος ἔνδοξοι, δοκιμασθέντες λαμπρῶς ἐδοξάσθητε. Ἀλλ’ αἰτήσασθε, Τριάδα τὴν ὑπερούσιον, δωρήσασθαι ἠμὶν τὸ μέγα ἔλεος.

πηγή

Άγιος Γρηγόριος Θεολόγος – 25/1

Ποιοι, πότε και πόσο να θεολογούν

Τις πρωινές ώρες βγήκε από το κελλί του. Φώναξε δύο διάκους και τους μίλησε. Έπρεπε να ειδοποιήσουνε παντού. Το απόγευμα εκείνο θα κήρυττε, φυσικά στην Αναστασία. Οι διάκοι φύγανε αμέσως. Από στόμα σε στόμα η Πόλη έμαθε. Το απόγευμα οι ορθόδοξοι μαζεύτηκαν. Μαζί και μερικοί κακόδοξοι, αρειανοί, πνευματομάχοι και απολιναριστές.

Γέμισε η Αναστασία, πλημμύρισε ο γυναικωνίτης, έξω από το ναό κι άλλος κόσμος.

Καμμιά φορά ήρθε και ο Γρηγόριος. Μικρόσωμος σκελετωμένος, λίγο κυρτός, με τα μάτια χαιρετούσε τους πιστούς, του κάνανε διάδρομο να περάσει. Μπήκε στο ιερό Βήμα. Γονάτισε στην άγια Τράπεζα κι έμεινε ακίνητος για λίγα λεπτά. Σηκώθηκε, τράβηξε το βήλο της Ωραίας Πύλης και βγήκε. Στάθηκε στο μεγάλο σκαλοπάτι, κοίταξε με αγάπη το εκκλησίασμα, έδωσε τόνο αυστηρό στη φωνή και άρχισε:

— Αρκετά, το κακό έχει πολύ προχωρήσει. Πολλοί μιλάνε για τα θεία χωρίς περίσκεψη. Ενδιαφέρονται μόνο για ωραίες φράσεις, να εντυπωσιάζουν οι λόγοι τους… και να χειροκροτούνται. Ηδονίζονται με τις λογομαχίες, είναι χειρότεροι κι από τους αρχαίους σοφιστές.

Πιο κάτω έγινε πιο αυστηρός και, κοιτάζοντας όλους στα μάτια, συνέχισε:

— Μάθατε όλοι να μιλάτε για όλα κι ας έχετε βουνό την αμάθεια. Το θράσος είναι μεγάλο. Διδάσκετε χωρίς να γνωρίζετε και το μυστήριο της αλήθειας πέφτει χαμηλά, πέφτει στα μάτια του κόσμου…

Οι πιο τολμηροί κινήθηκαν να τον διακόψουν. Συνηθιζόταν στην εποχή εκείνη να διακόπτουνε τον ομιλητή, να του φέρνουν αντιρρήσεις ή να του ζητούν εξηγήσεις. Ήσαν εκεί και «κατάσκοποι», να παίρνουν λόγια κι επιχειρήματα, να τα πηγαίνουν στους αντιπάλους του Γρηγορίου και μάλιστα στον Ευνόμιο, που ζούσε τότε στη Χαλκηδόνα απέναντι από την Πόλη.

—Kάντε υπομονή και μη με διακόπτετε, είπε αποφασιστικά. Θα σάς το πω μια και καλή. Δεν είναι του καθενός να θεολογεί, να φιλοσοφεί για το Θεό. Το έργο τούτο ανήκει μόνο σ’ αυτούς που είναι είναι δοκιμασμένοι, που έχουνε  ζήσει τα  θεία πράγματα, που έχουνε καθαρίσει την ψυχή τους από την αμαρτία ή τουλάχιστον αγωνίζονται συνεχώς για την ψυχική τους καθαρότητα. Είναι φοβερά επικίνδυνο να πλησιάζει κανείς τον καθαρό Θεό, χωρίς κι ο ίδιος να είναι καθαρός. Όπως όταν πέσουνε οι καυτερές ακτίνες του ήλιου σε μάτι άρρωστο το μάτι τότε θ’ αρρωστήσει περισσότερο. Προσοχή, λοιπόν, μην επιχειρείτε να θεολογείτε χωρίς προϋποθέσεις. Και η κάθαρση πρώτη προϋπόθεση.

Το ενδιαφέρον των ακροατών άναψε. Πολλοί θυμώσανε. Και ο Γρηγόριος συνέχισε με τη δεύτερη προϋπόθεση.

— Να θεολογούν εκείνοι που απαλλαχτήκανε από τις καθημερινές επίμοχθες εργασίες. Όσο κανείς αφιερώνεται αποκλειστικά στο έργο της θεολογίας, τόσο περισσότερο πετυχαίνει ως θεολόγος. Είναι να λυπάται κανείς, όταν βλέπει κάποιους από τη μια μέρα στην άλλη να γίνονται θεολόγοι… πέφτουνε το βράδυ να κοιμηθούνε τεχνίτες και ξυπνούνε σοφοί, αυτοχειροτόνητοι θεολόγοι.

Με τα λόγια τούτα, όλοι κατάλαβαν ότι η συντριπτική πλειοψηφία των πιστών δεν πρέπει να θεολογούν. Και προχώρησε ο κήρυκας στην τρίτη προϋπόθεση:

— Και να μη γίνεται η θεολογία σε οποιουσδήποτε και σε οποιαδήποτε ώρα. Όχι μετά τις διασκεδάσεις και τα θέατρα, τα φαγοπότια και τον ιππόδρομο. Για ν ακούσει κανείς για την αλήθεια χρειάζεται πνευματική προετοιμασία και μάλιστα πολλή.

Έχει κι άλλη μια προϋπόθεση να τους τονίσει:

— Ακόμα, πρέπει να προσέχουμε και τα θέματα της θεολογίας και το βάθος της. Ούτε για όλα πρέπει να θεολογούμε, ούτε να προχωράμε αδιάκριτα σ’ όλο το βάθος.

Μόνο ανάλογα με τις πνευματικές μας δυνάμεις και ανάλογα με τη δεκτικότητα των ακροατών, με την δύναμή τους να μας καταλάβουν.

Μικροψίθυροι γίνανε στο ακροατήριο, και ένα σωρό ερωτήσεις έβλεπε στα μάτια τους ο Γρηγόριος.

— Δηλαδή, πάτερ, δε θ’ ασχολούμαστε με το Θεό;

— Αντίθετα, φίλε μου, του απαντά ο Γρηγόοιος, ν’ ασχολείσαι και με το παραπάνω. Αν μπορείς, έχε το Θεό στο νου σου πιο συχνά κι απ’ όσο αναπνέεις. Μπορείς; Δε σε συμβουλεύω όμως να θεολογείς χωρίς τις αναγκαίες προϋποθέσεις.

Βαριές οι απαιτήσεις του Γρηγορίου. Αλλιώς είχανε μάθει οι πιστοί. Νιώθανε τανάλια να σφίγγει το λαιμό τους. Και τους έδωσε μια διέξοδο, ν’ αναπνεύσουν, γιατί τους ήρθε απότομα:

— Ακούστε, αδελφοί. Καταλαβαίνω. Πολλοί έχετε μεγάλη φιλοτιμία να θεολογείτε, μα δεν έχετε όσο πρέπει τις προϋποθέσεις. Γι’ αυτό σάς λέω και τούτο: Μπορείτε, αν θέλετε, να φιλοσοφείτε και να θεολογείτε για πολλά, όπως για τον κόσμο και τη φύση, για την ψυχή, για την ανάσταση, για την κρίση, για τα πάθη του Χριστού. Γι’ αυτά, εάν πείτε κάτι σωστό, θα’ ναι χρήσιμο. Αν πάλι κάνετε λάθος, δε θα’ ναι επικίνδυνο για τη σωτηρία. Ο λόγος όμως ο απευθείας για τον Πατέρα, τον Υιό και το άγιο Πνεύμα και τη θεία οικονομία είναι η καθαυτό θεολογία, γι’ αυτήν χρειάζονται οι δύσκολες προϋποθέσεις. Και θα τα πω τώρα πιο καθαρά: χρειάζεται να’ χει κανείς τη θεία έλλαμψη, οποίος την έχει ας προχωρήσει…

Καμμιά φορά τελείωσε η ομιλία. Και οι συζητήσεις αρχίσανε αμέσως. Πώς, γιατί, με τι τρόπο…; Έλεγε ο καθένας το δικό του. Ο Γρηγόριος από το Ιερό Βήμα τα έβλεπε, τα καταλάβαινε, αλλά δεν έκρινε ότι το βράδυ εκείνο έπρεπε να συνεχίσει. Άλλωστε ήτανε φοβερά κουρασμένος.

Πριν αποσυρθεί στο κελλί του, όρισε την ώρα και την ημέρα που θα συνέχιζε για το ίδιο θέμα.

Ήτανε πάλι εν’ απόγευμα, πριν δύσει ο ήλιος. Μελιχρή ατμόσφαιρα, όλο θαλπωρή, ο Βόσπορος έστελνε λίγη υγρασία. Περνούσε από την ακρόπολη του Βύζα, των αρχαίων μεγαρέων, προχωρούσε στ’ ανάκτορα και τον ιππόδρομο, τρύπωνε στις κιονοστοιχίες του φόρου (αγοράς) του Μεγάλου Κωνσταντίνου κι ελεύθερος έμπαινε στη φυτεμένη αυλή του Αβλαβίου. Εκεί και η Αναστασία, πάλι γεμάτη, μέσα κι έξω. Τώρα έπρεπε ο Γρηγόριος να δώσει ένα σωρό εξηγήσεις για τα προηγούμενα. Έπρεπε να συνεχίσει το λόγο του περί θεολογίας. Έπειτα να προχωρήσει στην Τριαδολογία, ποία είναι η σχέση των προσώπων της αγίας Τριάδας, δηλαδή του Πατέρα, του Υιού και του αγίου Πνεύματος. Είχε προετοιμαστεί, τα είχε σχεδιάσει καλά.

Έκανε το σημείο του σταυρού, γονάτισε δίπλα στην αγία Τράπεζα, προσευχήθηκε λίγη ώρα. Σηκώθηκε αργά και βγήκε στην Ωραία πύλη. Για να υπενθυμίσει —αν και δε χρειαζότανε— συνόψισε με λίγα λόγια την προηγούμενη ομιλία και τόνισε το ρόλο της αγίας Τριάδας. Τους είπε ότι στη θεολογία ο Πατέρας ευδοκεί, ο Υιός συνεργεί και το Πνεύμα εμπνέει. Όλα τελικά είναι θεία έλλαμψη. Τα τελευταία τούτα λόγια του φέρανε σύγχυση. Έχασε τον ειρμό, το σχέδιο που είχε ετοιμάσει. Χωρίς να καταλάβει πώς, καρδιά και νους γατζώθηκαν σε ό,τι ο ίδιος τις μέρες εκείνες είχε ζήσει. Τις νύχτες που προσευχότανε και ζητούσε να του δείξει ο Θεός την αλήθεια και πώς να μιλάει γι’ αυτήν. Ήσανε βιώματα συγκλονιστικά. Εμπειρίες που δεν τις αντέχει ο νους του ανθρώπου, έπαθε ό,τι και ο Παύλος, που «ηρπάγει εις τρίτον ουρανόν» και είδε αλήθειες άρρητες.

Πίεσε ο Γρηγόριος τον εαυτό του ν’ αφήσει τις εμπειρίες του και να προχωρήσει. Μάταια. Τρόμαξε, όταν ένιωσε ότι δεν το μπορεί. Στο ξάστερο μέτωπό του γυάλισαν σταγόνες ιδρώτα. Ούτε μπρος μπορούσε ούτε πίσω. Παραδόθηκε στο βάθος του. Έσκυψε το κεφάλι αριστερά, στην εικόνα του Χριστού, και άφησε το ποτάμι που τον πλημμύριζε να κυλήσει έτσι όπως ερχόταν, άτακτα, αλλά με νερό καθαρό και άγιο:

– Αγωνιζόμουν, αδελφοί. Ασκήτευα και προσευχόμουν. Έκλαιγα και ζητούσα τη χάρη του Θεού να ζήσω την αλήθεια, να γνωρίσω βαθύτερα τη θεότητα για να διδάσκω τα ορθά. Βίαζα τον εαυτό μου ν’ ανέβω ψηλά στο βουνό της θεολογίας, να εισχωρήσω στο πυκνό σύννεφο της αλήθειας. Το ποθούσα αφάνταστα… μα βουνό η αλήθεια!

Όμως εγώ ήλπιζα, γιατί αγαπούσα. Έτρεμα κι αγωνιούσα, γιατί γνώριζα τη μικρότητά μου κι ένιωθα τη μεγαλωσύνη του Θεού. Κι έξαφνα έγινε, αδελφοί μου, έπαθα το γλυκύ και φοβερό. Ενώ ζητούσα κι αγωνιούσα, βρέθηκα μέσα στο σύννεφο, ναι, στο πνεύμα του Θεού… υπήρχα εκεί με το Θεό, ζούσα μ’ αυτόν, δεν ένιωθα ύλη και πράματα κοσμικά, μέσα μου έβλεπα και ζούσα, με νου και καρδιά, ό,τι μπορεί κανείς να ζήσει από τη θεότητα. Δε λέω πως είδα τη θεία φύση, που μένει απρόσιτη και άγνωστη. Όχι… αυτήν μόνο ο Πατέρας, ο Υιός και το άγιο Πνεύμα την βλέπουνε. Είδα τη «δεύτερη φύση», τη μεγαλειότητα του Θεού, τη θεία δηλαδή ενέργεια, τη λάμψη της θείας φύσης, την ακτινοβολία της, που φτάνει στον άνθρωπο, εάν αυτός αγαπά, εάν αγωνίζεται να ελευθερωθεί από τα πάθη. Κι όλα την ώρα τούτη είναι άφατη μακαριότητα… χωρίς όρια η απόλαυση. Βρίσκεσαι, αδελφέ, σε ύψος δυσθεώρητο εκεί πάνω… η θεωρία του Θεού ατέλειωτη και το κάλλος της ατέλειωτο. Κι όλ’ αυτά, φίλοι μου, είναι λίγα. Μηδαμινά σε σύγκριση με όσα δε βλέπει ο άνθρωπος στην κατάσταση τούτη, θα’ λεγα ότι βλέπει μόνο μικρό απαύγασμα, ενός παμμέγιστου φωτός. Όμως αλλοίμονο σε κείνον που θέλησε ν’ ανέβει εκεί χωρίς κάθαρση, χωρίς προετοιμασία. Πέφτει, κατρακυλά κάτω και χάνεται. Για ν’ αντικρύσει κανείς εκεί την περίλαμπρη θεότητα, πρέπει να’ χει καλά καθαρίσει τα πνευματικά του μάτια, διαφορετικά τυφλώνεται, χάνει κι αυτό που έχει, το φυσικό του φως, Έτσι αλλιώς, εκεί δε φτάνει ο ανέτοιμος. Μόνο οι πολύ αγωνιστές. Κι αυτοί πάλι όχι μόνοι τους, αλλά με τη χάρη του ίδιου του Θεού, που έρχεται σε μας από τότε που ενανθρώπησε ο θείος Λόγος. Μόνο έτσι απολαμβάνουμε τη θεία μακαριότητα, μετά την ενανθρώπηση ζούμε σε άλλο βαθμό τις θείες ενέργειες…

Σε λίγο ανέκοψε το λόγο του. Το ακροατήριο του είχε παραδοθεί. Δεν περίμενε τέτοιο ποταμό προσωπικών εμπειριών, θεοπτικών βιωμάτων. Ακόμα και οι κακόδοξοι, που ήσανε παρόντες, νιώθανε κάτι από τις θείες εμπειρίες του ιερού άνδρα να τους αγγίζει. Δεν έπρεπε όμως να προχωρήσει άλλο. Θα ήτανε ασύνετο. Και προσπάθησε με τρόπο να περάσει στο σχέδιο που αρχικά ετοίμασε: Τι γνωρίζουμε, τι δε γνωρίζουμε από το Θεό, πώς εκφράζεται η γνώση αυτή και τα σχετικά. Η ανακοπή του λόγου έκανε να συνέλθουνε λίγο από την έκπληξη και οι ακροατές. Οι πιο ζωηροί, όσων η καρδιά δεν είχε κατανυγεί πολύ, θυμηθήκανε απορίες κι ενστάσεις. Βρήκανε το κουράγιο την ώρα κείνη να τις ειπούν με συντομία, με δυο λέξεις:

— Μπορούμε, πάτερ, να εκφράσουμε το Θεό; γιατί κάποιοι σοφοί λένε πως όχι…

— Ο Πλάτωνας, τους απαντάει αμέσως, ένας άπ’ όσους Έλληνες θεολογήσανε, λέει πως είναι δύσκολο να καταλάβουμε το Θεό κι αδύνατο να τον εκφράσουμε. Αλλά, εάν καταλάβεις κάτι, σίγουρα θα βρεις κάποιο τρόπο να το εκφράσεις, έστω και αμυδρά. Το θέμα είναι, λοιπόν, πώς θα καταλάβεις το Θεό! Από μόνος του ο άνθρωπος δεν μπορεί. Επεμβαίνει όμως ο Θεός και μας φωτίζει, φανερώνει δηλαδή τον εαυτό του με πολλούς τρόπους. Δε φανερώνει όμως ποτέ την ουσία του, αυτή μένει απρόσιτη, γι’ αυτήν ποτέ δε μιλάμε στη θεολογία.

Ένας από το ακροατήριο, με φιλοσοφική παιδεία, επεμβαίνει και υπενθυμίζει τους νεοπλατωνικούς:

— Η μέθοδος του αποφατισμού, πάτερ, μ’ αυτή μπορούμε να γνωρίσουμε το Θεό;

— Όχι, όχι φίλοι μου. Εμείς θέλουμε να ζήσουμε αληθινά το Θεό μας, να τον γνωρίσουμε για να ζήσουμε! Δεν είναι θέμα ζήτησης φιλοσοφικής. Μέθοδο αποφατική έχουν οι νεοπλατωνικοί, αλλ’ αυτοί δε ζούνε κείνο που επιδιώκουνε να γνωρίσουν, γιατί τελικά δε φτάνουνε σε αυτό. Με το να λες τι δεν είναι ο Θεός, δε σημαίνει ότι φτάνεις στο Θεό. Εμείς θέλουμε την αλήθεια που δίνει ζωή, άρα πρέπει να ενωθούμε με την αλήθεια. Δεν μας ικανοποιεί να επισημάνουμε τι δεν είναι αλήθεια. Γιατί αυτό μόνο κάνει ο αποφατισμός. Σου λέει μόνο μερικά πράγματα που δεν είναι ο Θεός. Κάτι βέβαια είναι κι αυτό μα όχι εκείνο που ζητάμε. Αν σε ρωτήσει κάποιος, πόσο κάνουνε πέντε και πέντε και συ του απαντήσεις ότι δεν κάνουνε τρία, δεν κάνουνε επτά, δεν κάνουνε οκτώ ή δεκαπέντε κλπ., δεν ικανοποιείς αυτόν που ερωτά. Έτσι και με τον αποφατισμό, το να λέμε ότι ο Θεός δεν είναι ύλη, δεν έχει αρχή, δεν έχει τέλος, είναι άρρητος κ.λπ., δεν απαντάμε στη ζήτηση τον Θεού. Κι εμείς πασχίζουμε και πεθαίνουμε για να έχουμε μέσα μας το Θεό, για να τον ζούμε. Με τη δική του χάρη, βέβαια, αλλά ζούμε κι έχουμε την εμπειρία της χάρης του, της ενέργειάς του, όχι της ουσίας του. Γι’ αυτό και όλη μας η θεολογία μιλάει κυρίως για το πώς αποκτάμε αυτή την εμπειρία του Θεού, όχι για το τι δεν είναι Θεός. Για να δείτε και μόνοι σας πόσο μικρής σημασίας είναι ο αποφατισμός, αναλογιστείτε και τούτο:

Για να μπορείς με σιγουριά να πεις ότι ο Θεός δεν είναι ύλη, δεν έχει αρχή κλπ., πρέπει πρώτα να τον έχεις γνωρίσει Επομένως οι αποφατικές εκφράσεις είναι αποτέλεσμα της αποκτημένης πλέον βίωσης και γνώσης του Θεού, δεν οδηγούν οι εκφράσεις αυτές στη γνώση του Θεού. Χρησιμεύουν μόνο για τους αρχάριους και συχνά με αυτές δηλώνουμε το δέος μας ενώπιον του Θεού. Ακόμα τις χρησιμοποιούμε για να δηλώσουμε ότι δεν γνωρίζουμε την ουσία του Θεού την οποία όμως ουδέποτε αναζητάμε… Τελείωσε και το λόγο του αυτό. Είχε ξεκαθαρίσει δύο βασικά στοιχεία. Ποιος είναι ο θεολόγος και τι ακριβώς είναι η θεολογία. Τι οφείλει να προϋποθέτει ο θεολόγος και ποια η εσωτερική δομή της θεολογίας. Είναι αλήθεια ότι απ’ όσα υψηλά έλεγε ο Γρηγόριος οι πολλοί καταλάβαιναν λίγα. Μα δεν γινόταν διαφορετικά. Θα’ δινε ο Θεός, οι πολλοί να ακολουθήσουν τους λίγους. Πάντα έτσι γινότανε και έτσι γίνεται.

Ο Θεός αποκαλύπτει σταδιακά

Το ενδιαφέρον, ιδιαίτερα των μορφωμένων, έγινε πιο έντονο. Μαθημένοι γενικά στην προσκόλληση στο γράμμα της γραφής είχαν καταντήσει σαν τους ιουδαίους. Αυτοί λατρεύανε το γράμμα και ούτε καν υποπτεύονταν το πνεύμα της Γραφής. Τώρα ο Γρηγόριος δοκιμάζει να τους ανοίξει τα μάτια, να δούμε καθαρά την πορεία της θείας οικονομίας και ιδιαίτερα τη δράση του Αγίου Πνεύματος:

-Δύο ριζικές αλλαγές γίνονται στον κόσμο. Έπειτα ήρθε και Τρίτη. Όλες μοιάζουν με σεισμούς και ταρακούνησαν και μεταμόρφωσαν τον κόσμο. Φυσικά, του Θεού και οι τρεις. Ποιες είναι; Οι δύο διαθήκες και η δράση του Αγίου Πνεύματος από την πεντηκοστή και μετά. Γιατί τις λέω αλλαγές, «μεταθέσεις» και «σεισμούς»; Διότι στην πρώτη διδάχτηκε ο κόσμος για τον ένα Θεό και έτσι άφησε τα είδωλα. Δηλαδή με την Παλαιά Διαθήκη αφαιρούνται τα είδωλα, ειδωλολάτρες γίνανε Ιουδαίοι, λατρέψανε τον αληθινό Θεό. Κρατήσανε όμως στις θυσίες ζώων. Στη δεύτερη ενανθρώπησε ο Κύριος, δίδαξε για τον εαυτό του και υποσχέθηκε να στείλει το Άγιο Πνεύμα. Αυτά γίνανε στην Καινή Διαθήκη, που με τη σειρά της αφαίρεσε κάτι, κατάργησε τις θυσίες της Παλαιάς Διαθήκης. Τώρα πια το στάδιο της θείας οικονομίας είναι τέλειο. Ό,τι έδωσε ο Κύριος με την Καινή Διαθήκη είναι οριστικό και αμετάβλητο. Αυτό που θα’ ρθει μετά, με τη δράση του Αγίου Πνεύματος δεν θα έχει αφαίρεση κάποιου στοιχείου από την Καινή Διαθήκη, ούτε θα είναι αλήθεια νέα, άγνωστη και αντίθετη στην αποκάλυψη του Κυρίου. Στους δύο, λοιπόν σεισμούς είχαμε και αφαιρέσεις, καταργήσεις. Η Παλαιά Διαθήκη δηλαδή κατάργησε τα είδωλα και η Καινή Διαθήκη κατάργησε τις θυσίες ζώων.

Οι πιο θερμόαιμοι δεν είχαν υπομονή και είπανε φωναχτά  τις απορίες τους:

— Γιατί ο Θεός δεν έκανε την αλλαγή μία και καλή; Και αφού με την πεντηκοστή δεν έχουμε αφαιρέσεις και καταργήσεις τι έχουμε;

Από το σημείο τούτο γινόταν ακόμα πιο δύσκολη η θεολογία. Ο Γρηγόριος, παρά τους δισταγμούς του, προχώρησε. Άλλοι θα καταλάβαιναν και άλλοι όχι. Αυτός έπρεπε να δώσει λόγο, να κοινοποιήσει τη γνώση που έλαβε από το Άγιο Πνεύμα:

— Έχουμε από το Θεό την τακτική αυτή, δηλαδή τη σταδιακή αποκάλυψη και φανέρωση της αλήθειας, γιατί ο άνθρωπος είναι και αδύνατος και ελεύθερος. Με μιας δεν μπορούσε να τα καταλάβει και να τα αφομοιώσει όλα. Θα πάθαινε πνευματικό κορεσμό, θα βαρυστομάχιαζε. Δεν θα αφομοιώνε, δηλαδή δεν θα συνειδητοποιούσε την αποκαλυμμένη αλήθεια. Και ως ελεύθερος πάλι, χρειαζότανε χρόνο, προετοιμασία για να δεχτεί ελεύθερα, με τη θέλησή του, όσα του αποκαλύπτονταν σταδιακά. Ο Θεός δεν εξαναγκάζει.

Έπρεπε όμως να τους εξηγήσει και τη διαδικασία που ακολουθείται από την Πεντηκοστή και μετά. Προσπάθησε όσο γίνεται να απλουστεύσει:

— Είπαμε, ότι στην Παλαιά και στην Καινή Διαθήκη έχουμε αφαιρέσεις, καταργήσεις. Εδώ αντίθετα, έχουμε «προσθήκες». Από την Πεντηκοστή και μετά η σταδιακή πορεία της θείας οικονομίας προχωρεί με προσθήκες, όχι πλέον αφαιρέσεις. Διότι όσα έχουμε στην Καινή είναι γνήσια και οριστικά. Και για να καταλάβετε την τακτική των προσθηκών σας επισημαίνω τούτο: Στην Παλαιά Διαθήκη ο Θεός Πατέρας αποκαλύφτηκε με σαφήνεια, «φανερώς» ενώ ο Υιός αμυδρά, ελάχιστα. Η Καινή φανέρωσε τον Υιό και μόνο «υπέδειξε» τη θεότητα του Πνεύματος. Τώρα όμως το Πνεύμα, που πλέον ενεργεί σε μας, δηλαδή στην Εκκλησία, φανερώνει σαφέστατα ό,τι για το ίδιο το Πνεύμα λέχθηκε στην Καινή, χωρίς να αλλάζει κάτι από αυτά που λέχθηκαν εκεί. Βλέπετε πώς το φως της Αγίας Τριάδας καταυγάζει την ανθρωπότητα σταδιακά;  Με τις προσθήκες έχουμε «προόδους» και «προκοπή» στη θεία δόξα. Αυτό ισχύει και για τους μαθητές του Κυρίου. Σταδιακά δεχτήκανε τον φωτισμό και προοδευτικά καταλάβανε την αλήθεια.

Σε άλλους τα λόγια τούτα φάνηκαν λογικά και σε όλους περίεργα. Δεν είχε και ο Γρηγόριος αυταπάτες. Ανάγκη πάσα να στηρίξει όλα αυτά στη Γραφή. Και το έκανε με σαφήνεια μοναδική, που δεν είχε ξαναγίνει στην Εκκλησία:

— Μην αμφιβάλλετε αγαπητοί μου. Τις προσθήκες, για τις οποίες μίλησα, τις υποσχέθηκε ο ίδιος ο Κύριος. Θυμηθείτε μόνο τι έλεγε στους Αποστόλους όταν πια έφτανε η ώρα των Αγίων παθών του. Και τι ακριβώς τους υποσχέθηκε; Ότι όταν φύγει από τη γη, θα τους στείλει τον Παράκλητο, το Άγιο Πνεύμα. Γιατί; Για να τους ενισχύει, να τους παρηγορεί. Μα και για έναν ακόμη λόγο, πολύ σπουδαίο.

Ο Κύριος τους είπε, ότι έχω κι άλλα πολλά να σας διδάξω αλλά τώρα δεν μπορείτε να τα καταλάβετε. Το Άγιο Πνεύμα που θα στείλω, αυτό θα σας διδάξει και θα σας φωτίσει. Και θα σας εξηγήσει όλα όσα εγώ σας είπα. Αυτό θα σας οδηγήσει σε όλη την αλήθεια (βλέπε Ιωάννου 14, 25-26 και 12-14). Προσέξτε καλά τους λόγους του Κυρίου. Άφησε τους Αποστόλους να καταλάβουν ότι το Άγιο Πνεύμα θα συνεχίσει το έργο του Κυρίου. Δεν θα παρουσιάσει όμως διδασκαλία αντίθετη από του Κυρίου. Θα συνεχίσει στην ίδια γραμμή θα διαφωτίσει εκείνα που λέγονται και αποκαλύπτονται στην Καινή Διαθήκη.

Μία λοιπόν από τις διδασκαλίες – αλήθειες, που ο Κύριος δεν είπε – επεξήγησε στους Αποστόλους, είναι η περί της θεότητας του Αγίου Πνεύματος. Αυτήν μας τη δίνει τώρα με το φωτισμό του το ίδιο το Άγιο Πνεύμα. Μπορεί πρόσφατα και άλλοι να φωτίστηκαν για τη θεότητα του Πνεύματος, μα εγώ θα την ομολογώ πάντα και είμαι έτοιμος να θυσιαστώ για αυτήν, διότι την έχω κυριολεκτικά με «έλλαμψιν» του Αγίου Πνεύματος. Αυτό με οδήγησε κι αυτό μου φανέρωσε τη θεότητά του. Γι’ αυτό αδελφοί μου κρατώ τη διδασκαλία τούτη ως δώρο θείο. Μ’ αυτήν ζω και μ’ αυτήν θα πεθάνω δοξάζοντας και προσκυνώντας τον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα που έχουν μία κοινή θεότητα.

Τελείωσε την ομιλία του για το Άγιο Πνεύμα. Έκανε με το παραπάνω το καθήκον του ως διδάσκαλος. Ηρέμησε. Δύο-τρεις ημέρες περάσανε γαλήνιες. Κάτι συνέβη, όμως που δεν το γνωρίζουμε. Κάποιες συζητήσεις, κάτι αντιρρήσεις… και την επόμενη Κυριακή έκρινε ότι πρέπει να επανέλθει στο θέμα της θεολογίας. Ποιος πρέπει να θεολογεί και πότε να θεολογεί (Λόγος Κ’).

Έτσι ξανατόνισε στο Ναό της Αναστασίας:

— Αλίμονο σε όποιον θεολογεί χωρίς καθαρότητα και άσκηση. Προσπαθώ, και επιθυμία μου είναι να γίνω μέσα μου πεντακάθαρος καθρέφτης, για να καθρεφτιστεί εκεί ο Θεός, η αλήθεια.

Κι επειδή έβλεπε στο ακροατήριο κάποιον ιδιώτη που χωρίς φόβο μίλαγε για οποιοδήποτε σημείο της αλήθειας, σταμάτησε το λόγο και του είπε:

— Θες  κάποτε και εσύ να γίνεις θεολόγος, φύλαγε τις θείες εντολές, πορέψου εφαρμόζοντας τα προστάγματα του Κυρίου. Και μην ξεχνάς ποτέ, για να ζήσεις τη θεωρία, θα περάσεις από την πράξη. Πρώτα η άσκηση και έπειτα έρχεται η θεοπτία.

Απόσπασμα από το βιβλίο:

Ο ΠΛΗΓΩΜΕΝΟΣ ΑΕΤΟΣ (ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ)
Του  Στυλιανού Παπαδοπούλου

πηγή

Άγιος Παΐσιος: Το θάρρος είναι μεγάλη υπόθεση

“Σε μια αναμπουμπούλα μεγαλύτερη ζημιά γίνεται από τον πανικό που δημιουργείται. Σε έναν κίνδυνο το κυριώτερο από όλα είναι να μην τα χάνη κανείς. Βλέπεις, η κλώσσα τα βάζει με τον αετό και ορμάει επάνω του! Και η γάτα πώς τα βάζει με τον σκύλο, για να σώση τα γατάκια! Σηκώνει την ουρά της ψηλά σαν κυπαρίσσι και αρχίζει να κάνη «κίχ!…». Τα παίζει όλα κορώνα–γράμματα, και ο άνθρωπος να δειλιάζη!


Να μην πανικοβάλλεσθε. Ιδίως οι γυναίκες εύκολα πανικοβάλλονται. Στην Κατοχή, θυμάμαι, έπρεπε κάποτε να πάμε σε ένα μέρος δυο ώρες έξω από την Κόνιτσα. Τα παιδιά προχώρησαν μπροστά, βρήκαν κράνη και ρούχα στρατιωτικά από Έλληνες στρατιώτες, τα φόρεσαν και πήγαν σε ένα εξωκλήσι του Αγίου Κωνσταντίνου. Είχα πάει και εγώ εκεί να προσκυνήσω. Δεκαεπτά χρονών ήμουν. Μόλις τα είδαν οι μανάδες από μακριά, άρχισαν να φωνάζουν «ήρθαν οι Ιταλοί!» και γύρισαν να φύγουν. Δεν ρίχνουν μια ματιά να δουν τι είναι. Κράνη ελληνικά φορούσαν τα παιδιά, και αυτές τα νόμισαν για Ιταλούς και έφευγαν φοβισμένες οι μανάδες από τα παιδιά τους!


Το θάρρος είναι μεγάλη υπόθεση. Αν πης σε έναν υγιή που είναι φοβητσιάρης «κίτρινος είσαι· τί έχεις;», θα πάη στον γιατρό, ενώ μπορεί να ήταν κίτρινος, γιατί είχε ξαγρυπνήσει ή του πονούσε το δόντι κ.λπ. Ο Έλληνας ή θα τραβήξη μπροστά ή θα πανικοβληθή! Οι δειλοί είναι άχρηστο πράγμα. Στον πόλεμο τους δειλούς δεν τους θέλουν καθόλου· δεν τους έχουν εμπιστοσύνη. Δεν τους παίρνουν σε επίθεση στην πρώτη γραμμή, για να μη δημιουργήσουν προβλήματα. Ένας δειλός στρατιώτης, αν δεν ξέρη το στρατηγικό σχέδιο, μπορεί να δημιουργήση τέτοιο πανικό, που να διαλύση ολόκληρη μεραρχία. Ο φόβος μεγαλώνει και την φαντασία του και μπορεί να αρχίση να φωνάζη «να, έρχονται, έφθασαν, σφάζουν, φύγετε! ώ, που θα πάμε, τόσο στρατό έχουν οι εχθροί! θα μας φάνε!», οπότε θα κάνη πολλή ζημιά, γιατί εύκολα επηρεάζονται και οι άλλοι. Ένας όμως που έχει παλληκαριά, αν δη τους εχθρούς, θα πη «μυρμήγκια είναι αυτά· δεν είναι άνθρωποι!» και τρέχουν με θάρρος και οι άλλοι! Γι ̓ αυτό στον στρατό λένε καλύτερα πέντε γενναίοι να αντιμετωπίσουν μια κατάσταση με ψυχραιμία παρά είκοσι δειλοί.


– Γέροντα, σε ένα σύνολο σε μια δύσκολη κατάσταση δεν είναι τόσο οι εξωτερικοί κίνδυνοι, όσο οι εσωτερικοί.
– Να, έτσι είναι. Και το Σούλι δεν θα μπορούσαν οι Τούρκοι να το πάρουν, αν δεν το πρόδιδε ο Πήλιος Γούσης, που ήταν μέσα από το Σούλι. Από ένα κρυφό μονοπάτι τους οδήγησε. Βλέπεις, πέντε χωριουδάκια ήταν μονοιασμένα, ενωμένα, και τα έβαζαν με ολόκληρο Αλή-Πασά, που είχε την δύναμη να τα βάζη με τον Σουλτάνο. Το Σούλι ήταν δίπλα στον Αλή-Πασά και όμως τον έφερναν σβούρα. Και οι γυναίκες πόσο δεμένες ήταν μεταξύ τους και τι παλληκαριά είχαν! Έπαιρναν και αυτές την καραμπίνα!”


Από το βιβλίο: Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου Λόγοι, Β΄ “Πνευματική Αφύπνιση”, Ιερόν Ησυχαστήριον “Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος”, Σουρωτή Θεσσαλονίκης 1999

πηγή

Άγιος Μωυσής ο Αιθίοπας – 28 Αυγούστου

ΑΓ.ΜΩΥΣΗΣ

Ο όσιος Μωυσής ήταν αγορασμένος δούλος κάποιου πλούσιου κτηματία. Είχε χαρακτήρα σκληρό και δύστροπο και καθημερινά δημιουργούσε πολλά προβλήματα, ώσπου το αφεντικό του αγανάκτησε και τον πέταξε στον δρόμο. Ο Μωυσής βρήκε καταφύγιο σε μια ληστοσυμμορία και με την τεράστια σωματική του δύναμη δεν άργησε να επιβληθεί και να γίνει ο αρχηγός της.

Κάποτε, κυνηγημένος από τα όργανα της εξουσίας, για τα πολλά του εγκλήματα, πήγε να κρυφτεί βαθειά στην έρημο όπου ζούσαν οι πιο ονομαστοί ασκητές. Η συναναστροφή του με τους αγίους τον έκανε σιγά – σιγά να ημερεύσει. Τον επισκίασε η Χάρη του Θεού, γιατί η μετάνοια είναι ώρα Χάριτος, μαλάκωσε η καρδιά του, μετανόησε πραγματικά και ζήτησε την λύτρωση. Η αλλαγή του ήταν ριζική και σε σύντομο χρονικό διάστημα έφτασε στα μέτρα των μεγάλων Πατέρων της ερήμου. Μετά το βάπτισμα αξιώθηκε να λάβει και την Χάρη της Ιεροσύνης.

Σε ηλικία 75 ετών έφυγε από την πρόσκαιρη αυτή ζωή με τρόπο βίαιο και μαρτυρικό. Ειδωλολάτρες ληστές εισέβαλαν στο σπήλαιο που ασκήτευε και τον σκότωσαν με μαχαίρια. Και στο σημείο αυτό επαληθεύθηκε, για άλλη μια φορά, ο λόγος του Χριστού προς τον Απόστολο Πέτρο: «πάντες γὰρ οἱ λαβόντες μάχαιραν ἐν μαχαίρῃ ἀποθανοῦνται» (Ματθ. κστ, 52).

Οι δύο μεγάλες αρετές που τον κοσμούσαν ήταν η αληθινή μετάνοια και η βαθειά ταπείνωση. Μέχρι την τελευταία του αναπνοή «έκλαιε πικρώς» για τις αμαρτίες του και θεωρούσε τον εαυτό του κατώτερο όχι μόνον από τους ανθρώπους, αλλά και από αυτήν την άλογη κτίση. «Η συναίσθησις της αμαρτίας ημών είναι μέγα δώρον του Ουρανού, μεγαλύτερον και της οράσεως των αγγέλων… Η μετάνοια είναι ανεκτίμητον δώρον προς την ανθρωπότητα… Δια της μετανοίας συντελείται η θέωσις ημών. Τούτο είναι γεγονός ασυλλήπτου μεγαλείου» (Αρχιμ. Σωφρονίου, Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστι, σελ. 40 και 46). Ο Μωυσής αξιοποίησε κατά τον καλύτερο τρόπο το ανεκτίμητο αυτό δώρο και έφθασε στην θέωση, στην όραση του Θεού.

Αρκετά περιστατικά από τον βίο και την πολιτεία του φανερώνουν την ριζική αλλαγή του τρόπου της ζωής του. Άλλωστε αυτό σημαίνει μετάνοια. Αλλαγή τρόπου σκέψης και τρόπου ζωής. Αξίζει να αναφέρουμε ένα από αυτά: «Κάποτε, τέσσερεις ληστές, παλιοί σύντροφοί του, μπήκαν στην καλύβα του για να την ληστέψουν, χωρίς να φαντάζονται ποιόν μπορούσαν να βρουν μέσα. Όταν τον είδαν σάστισαν. Εκείνος, με μεγάλη ευκολία, τους έπιασε, τους έδεσε και τους οδήγησε στην συνάθροιση των Γερόντων και τους ερώτησε να του πουν τί πρέπει να κάνει με τους ληστές, λέγοντας συγχρόνως: «Σε μένα δεν αρμόζει πια να τιμωρήσω άνθρωπον»» (Γεροντικόν, Εκδ. Ρηγοπούλου, σελ. 111). Όταν τα άκουσαν αυτά οι ληστές εξομολογήθηκαν, μετανόησαν και έγιναν Μοναχοί.

Άλλο χαρακτηριστικό περιστατικό που φανερώνει την ταπείνωση του Οσίου είναι και το ακόλουθο: «Την ημέρα που τον χειροτονούσε Πρεσβύτερο ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας και μάλιστα την ώρα που του φορούσε τα ιερά άμφια του είπε φιλικά ότι έγινε λευκός σαν περιστέρι. Ο Μωυσής ερώτησε ταπεινά τον Πατριάρχη αν κρίνει από το εξωτερικό ή το εσωτερικό, επειδή και τα άμφια ήσαν λευκά. Ο Πατριάρχης θέλοντας να τον δοκιμάσει αν έχει πραγματική ταπείνωση, είπε κρυφά στους κληρικούς να τον διώξουν από το σκευοφυλάκιο. Έτσι, όταν παρουσιάστηκε εκεί μετά την θεία Λειτουργία, τον έδιωξαν βρίζοντας τον. Ο Μωυσής έφυγε αμέσως χωρίς καμιά αντιλογία. Ένας από αυτούς, που τον ακολούθησε κρυφά για να δει αν του κακοφάνηκε, τον άκουσε να μονολογεί μεμφόμενος τον εαυτό του: «Καλά σού κάνανε, σποδόδερμε μελανέ». Αφού δεν είσαι άνθρωπος, τί γυρεύεις με τους ανθρώπους;» (Γεροντικόν, σελ. 252 -253).

Η Ορθόδοξη Εκκλησία με τον τρόπο ζωής που προσφέρει μεταμορφώνει και μετασκευάζει τα τσακάλια και τους λύκους σε πρόβατα και αρνιά άκακα. Μεταβάλλει τους υπερήφανους σε ταπεινούς, τους πόρνους και μοιχούς σε σώφρονες, τους φονιάδες, τους τρομοκράτες και τους ληστές σε Οσίους.

Σημείωση: Σύμφωνα με τον Συναξαριστή του Άγιου Νικόδημου, ο Όσιος Μωυσής απεβίωσε ειρηνικά.

Ἀπολυτίκιον (Κατέβασμα)
Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Τῶν παθῶν καταλείψας Πάτερ τὴν Αἴγυπτον, τῶν ἀρετῶν ἐν τῷ ὄρει ἀνῆλθες πίστει θερμή, τὸν Σταυρὸν τὸν τοῦ Χριστοῦ ἄρας ἐπ’ ὤμων σου, καὶ δοξασθεῖς περιφανῶς τύπος ὤφθης Μοναστῶν, Μωσῆ Πατέρων ἀκρότης, μεθ’ ὧν ἀπαύστως δυσώπει ἐλεηθήναι τᾶς ψυχᾶς ἠμῶν.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α’. Τοῦ λίθου σφαγισθέντος.
Τῆς ἐρήμου πολίτης καὶ ἐν σώματι ἄγγελος, καὶ θαυματουργὸς ἀνεδείχθης, θεοφόρε Πατὴρ ἡμῶν Μωϋσῆ· νηστείᾳ ἀγρυπνίᾳ προσευχῇ, οὐράνια χαρίσματα λαβών, θεραπεύεις τοὺς νοσοῦντας, καὶ τὰς ψυχὰς τῶν πίστει προστρεχόντων σοι. Δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ πᾶσιν ἰάματα.

Κοντάκιον
Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Αἰθιόπων πρόσωπα, ἀπορραπίσας, νοητῶν ἀνέλαμψας, καθάπερ ἥλιος φαιδρός, φωταγωγῶν τᾶς ψυχᾶς ἠμῶν, τῶν σὲ τιμώντων, Μωσῆ παμμακάριστε.

Κάθισμα
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Φέγγος ἄδυτον εἰσδεδεγμένος, ἀπημαύρωσας τῶν νοουμένων, Αἰθιόπων θεοφόρε τὰ πρόσωπα, καὶ τὰς αὐτῶν κακουργίας διέλυσας, ταὶς πρὸς τὸ θεῖον ἀπαύστοις σου νεύσεσι Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Μεγαλυνάριον
Ἔργοις διαλάμψας ἀσκητικοῖς, ἐχθρῶν νοουμένων, ἀπημαύρωσας τὴν ἰσχύν, καὶ τῆς ἄνω δόξης ἐδείχθης κληρονόμος, συνὼν τοῖς Ἀσωμάτοις, Μωσῆ μακάριε.

πηγή

Ὁμιλία στὴ μνήμη τῆς ἁγίας ἐνδόξου μεγαλομάρτυρος Παρασκευῆς (26/7)

αγ Παρασκευή

Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ

Αγία Παρασκευή, 18ος αι., Λεμύθου-Ιερά Μητρόπολις Μόρφου Πανέορτη πανήγυρη καὶ ἡμέρα πνευματικῆς ἀγαλλίασης ἡ σημερινή, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, τὴν ὁποία συγκάλεσε καὶ κάθε χρόνο τέτοια ἡμέρα συγκαλεῖ ἡ πανένδοξος ὁσιοπαρθενομάρτυς Παρασκευὴ ἡ θαυματουργός.

Ἡ πανθαύμαστη αὐτὴ μάρτυς τοῦ Χριστοῦ, στὸν ναὸ τῆς ὁποίας μαζευτήκαμε γιὰ νὰ τὴν τιμήσουμε μὲ ὕμνους καὶ ᾠδὲς πνευματικὲς καὶ νὰ δοξάσουμε τὸν Θεό, ποὺ τόσο δοξάζει τοὺς ἁγίους Του, γεννήθηκε σ᾽ ἕνα χωριὸ κοντὰ στὴ Ρώμη κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ εἰδωλολάτρη καὶ διώκτη τῶν χριστιανῶν αὐτοκράτορα Ἀδριανοῦ (117-138). Οἱ γονεῖς της ἦταν ἐνάρετοι χριστιανοί, ὀνομαζόμενοι Ἀγάθωνας καὶ Πολιτεία, καὶ ἐπειδὴ δὲν μποροῦσαν νὰ ἀποκτήσουν παιδί, παρακαλοῦσαν γι᾽ αὐτὸ θερμὰ τὸν Κύριο. Καὶ ὁ Θεός, ποὺ ἐκπληρώνει τὸ θέλημα αὐτῶν, ποὺ Τὸν ἀγαποῦν καὶ Τὸν ἐπικαλοῦνται μὲ πίστη, τοὺς χάρισε ὡς καρπὸ προσευχῆς μία θυγατέρα, τὴν ὁποία, ἐπειδὴ γεννήθηκε κατὰ τὴν ἡμέρα Παρασκευή, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ εὐλάβεια πρὸς τὸ πάθος τοῦ Χριστοῦ μας, ὀνόμασαν στὸ ἅγιο Βάπτισμα Παρασκευή.

Ἡ Παρασκευὴ κατέστη σκεῦος ἐκλογῆς καὶ δοχεῖο τῶν χαρισμάτων τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἤδη ἀπὸ τὴν παιδική της ἡλικία. Δὲν ἀγάπησε τὰ παιγνίδια καὶ τὶς παιδικὲς χαρές. Μόνη χαρὰ καὶ ἐντρύφημά της ἦταν νὰ μελετᾶ τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ στὸ σπίτι της καὶ νὰ μετέχει στὶς ἱερὲς Ἀκολουθίες καὶ στὰ Μυστήρια στὴν Ἐκκλησία. Ἐδῶ νὰ τονίσουμε αὐτό, ποὺ λένε καὶ σύγχρονοι μεγάλοι Γέροντες καὶ φαίνεται στοὺς βίους πολλῶν ἁγίων, τὸ πόσο σπουδαῖο ρόλο διαδραματίζει ἡ ἁγία ζωὴ τῶν γονέων καὶ ἡ προσευχή τους, καὶ μάλιστα ὅταν κυοφορεῖται ἕνα παιδί, στὸ νὰ γίνει ἄνθρωπος ἀρετῆς καὶ ἁγιότητας τὸ τέκνο τους, ἤδη «ἐκ κοιλίας μητρὸς αὐτοῦ».

Ὅταν ἦταν περίπου εἴκοσι ἐτῶν ἡ Παρασκευή, ἐκοιμήθησαν ἐν Κυρίῳ οἱ γονεῖς της. Τότε αὐτὴ μοίρασε τὰ πλούτη της στοὺς πτωχοὺς καὶ ἀποσύρθηκε σὲ γυναικεῖο μοναστήρι, γιὰ νὰ λατρεύει ἐκεῖ ἀπερίσπαστα τὸν ἀγαπημένο της Νυμφίο Χριστό. Μετὰ ἀπὸ κάποιο διάστημα ἐνάρετης μοναχικῆς ζωῆς, φλεγόμενη ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ καὶ διψώντας νὰ κηρύξει στοὺς σκοτισμένους ἀπὸ τὴν εἰδωλολατρία ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς της τὸ Εὐαγγέλιο γιὰ νὰ σωθοῦν, ζήτησε εὐλογία ἀπὸ τὴν ἡγουμένη της καὶ ἄρχισε νὰ περιοδεύει πόλεις καὶ χωριὰ ἐκεῖ στὴν Ἰταλία, σὰν ἄλλος ἀπόστολος, ἐπιστρέφοντας σὲ θεογνωσία πλῆθος εἰδωλολατρῶν. Βλέποντας τοῦτο οἱ Ἑβραῖοι σ᾽ ἐκεῖνα τὰ μέρη τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ νὰ ἐξαπλώνεται μὲ τὸ κήρυγμα τῆς ἁγίας, φθόνησαν, καὶ τὴν κατάγγειλαν στὸν νέο αὐτοκράτορα Ἀντωνῖνο τὸν Εὐσεβῆ (138-161).

Ὁ αὐτοκράτορας πρόσταξε καὶ τὴ συνέλαβαν καὶ τὴν ὁδήγησαν μπροστά του. Βλέποντας τὸ θαυμαστό της κάλλος, ἕνα κάλλος ποὺ αὔξανε ἡ πνευματικὴ ὡραιότητα τῆς ἁγίας της ψυχῆς καὶ ἀκτινοβολοῦσε στὸ πρόσωπό της, ἔμεινε ἔκθαμβος, καὶ προσπάθησε μὲ κολακεῖες στὴν ἀρχὴ νὰ τὴ μεταστρέψει στὴ γνώμη καὶ τὴν πίστη του. Καὶ ὕστερα, τὴν ἀπείλησε νὰ τῆς δώσει φρικτὰ βασανιστήρια. Ἀλλ᾽ ἡ Παρασκευή, δυναμωμένη ἀπὸ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ, καθόλου δὲν δειλίασε, ἀλλὰ μὲ ἀνδρεία ἤλεγξε τὸν τύραννο καὶ ἀρνήθηκε τὶς βδελυρές του προτάσεις. Γεμάτος θυμὸ αὐτός, ἄρχισε τὰ βασανιστήρια: Πρῶτα, πρόσταξε καὶ τῆς φόρεσαν πυρακτωμένη περικεφαλαία. Ὕστερα, τῆς ξερρίζωσαν τὰ στήθη καὶ τὴν ἔριξαν πληγωμένη στὴ φυλακή, μὲ μιὰ ἀσήκωτη πέτρα πάνω στὸ στῆθος της. Ἄγγελος ὅμως Κυρίου ἐμφανίστηκε, σήκωσε τὸν βαρὺ λίθο ἀπὸ ἐπάνω της καὶ θεράπευσε ἐντελῶς τὶς πληγές της.

Τὰ βασανιστήρια τῆς ἁγίας συνεχίσθηκαν τὴν ἑπόμενη: Τὴν ἔριξαν σ᾽ ἕνα καζάνι, ὅπου ἔκαιαν μέσα λάδι καὶ πίσσα. Ἀλλ᾽ ἡ δρόσος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τὴ διαφύλαξε καὶ πάλιν ἀβλαβή, σὲ σημεῖο ποὺ ἀπόρησε ὁ Ἀντωνῖνος καὶ νόμισε πὼς δέν ἔκαιαν τὰ φλογισμένα ἐκεῖνα ὑλικὰ μέσ᾽ τὸ καζάνι. Γι᾽ αὐτό, πλησίασε καὶ εἶπε στὴν ἁγία νὰ τὸν ραντίσει μ᾽ αὐτὰ στὸ πρόσωπο. Καὶ ὅταν τὸ ἔπραξε ἡ ἁγία, ἀμέσως τυφλώθηκε! Ἄρχισε τότε μέσα σὲ φρικτοὺς πόνους νὰ φωνάζει καὶ νὰ ἱκετεύει τὴν ἁγία νὰ τὸν θεραπεύσει καὶ νὰ πιστεύσει στὸν Θεὸ ποὺ κήρυττε. Γεμάτη ἀνεξικακία ἡ Παρασκευὴ καὶ μιμούμενη τὸν ἐσταυρωμένο Ἰησοῦ, ποὺ προσευχόταν γιὰ τοὺς σταυρωτές Του, εὐχήθηκε γιὰ τὸν ἀσεβὴ τύραννο, ποὺ ἀμέσως θεραπεύθηκε καὶ πίστεψε στὸν Χριστὸ καὶ βαπτίστηκε μαζὶ μὲ ὅλη τὴ φρουρά του. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἐπωνομάσθηκε ὁ Εὐσεβὴς (AntoninusPius).

Ἐλεύθερη πιὰ ἡ ἁγία, ἀφέθηκε νὰ κηρύττει τὸν Χριστὸ καὶ σ᾽ ἄλλες περιοχές, μέχρι ποὺ ξανασυνελήφθη ἀπὸ τὸν διοικητὴ μιᾶς πόλης, ὀνόματι Ἀσκληπιό. Παραδόθηκε ξανὰ καὶ σὲ ἄλλα φρικτὰ μαρτύρια, ἀπὸ τὰ ὁποῖα διαφυλάχθηκε καὶ πάλιν ἀβλαβὴς μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ τέλος ὑπέστη τὸν διὰ ξίφους θάνατο, λαμβάνοντας ἀπὸ τὸν στεφοδότη Χριστὸ τὰ ἀμάραντα στεφάνια τῆς παρθενίας, τῆς ὁμολογίας καὶ τοῦ μαρτυρίου. Ἐξαιρέτως ἔλαβε τὴν ἰδιαίτερη χάρη νὰ θεραπεύει ὀφθαλμικὲς παθήσεις.

«Τιμὴ Μάρτυρος, μίμησις Μάρτυρος», λέει κάπου ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος. Κι ἐμεῖς, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, πρέπει νὰ ἀναλογισθοῦμε τὶς ἀρετὲς τῆς ἁγίας Παρασκευῆς καί, ὅσο μπορεῖ ὁ καθένας μας, νὰ ἀγωνισθοῦμε νὰ τὶς μιμηθοῦμε. Νὰ ξεχωρήσουμε τρεῖς: Τὴν ἁγνότητα καὶ σωφροσύνη της, τὴ θαυμαστὴ ἀγάπη της στὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους, ποὺ τὴν ὁδήγησαν στὴν τρίτη, τὴν ἀνδρεία ὁμολογία τῆς Πίστης της.

Ζοῦμε σὲ μιὰ ἐποχὴ ἐσχάτων χρόνων, ποὺ καὶ οἱ τρεῖς αὐτὲς ἀρετὲς τείνουν νὰ ἐκλείψουν: Ψυχράνθηκε ἡ ἀγάπη τῶν πολλῶν στὸν Θεὸ καὶ στὸν πλησίον μας. Κυριαρχεῖ ἡ ἰδιοτέλεια, ἡ ἀδιαφορία, ἠ ἀσπλαγχνία, ἡ ἀπιστία, ἡ ἀνυποταξία στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἀπόρροια αὐτῶν, τὸ βύθισμα τῶν ἀνθρώπων στὴν προσπάθεια νὰ «χαροῦν» τὰ ἀγαθὰ τοῦ κόσμου τούτου, τὶς σαρκικὲς ἡδονές, νομίζοντας πὼς ἔτσι θὰ γεμίσουν τὸ κενὸ τῆς ψυχῆς τους. Μά, οἱ σαρκικὲς ἡδονὲς μόνο ὀδύνες φέρνουν, ψυχικὲς καὶ σωματικές, καὶ θάνατο ψυχικό, καὶ πολλὲς φορές, κρίμασι Θεοῦ, καὶ σωματικό. Καὶ τέλος, στὶς μέρες μας κυριαρχεῖ ἡ ἔλλειψη διάθεσης νὰ ὁμολογοῦμε μὲ θάρρος τὴν Πίστη μας στὴν καθημερινὴ ζωή, σὰν νὰ ντρεπόμαστε ποὺ εἴμαστε χριστιανοί.

Ἀδελφοί, ἡ μεγαλομάρτυς Παρασκευὴ μᾶς καλεῖ, ἰδιαίτερα σήμερα, στὴ μνήμη της, νὰ μιμηθοῦμε τὸν βίο, τὰ ἔργα της. Νὰ ἀγαπήσουμε ὁλόψυχα τὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἀδελφούς μας· νὰ γίνουμε κήρυκες τῆς Πίστης μας σ᾽ αὐτούς· νὰ ζήσουμε μὲ σωφροσύνη καὶ ἐγκράτεια. Ἔτσι, θὰ λάβουμε πλούσια τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ τὴ βοήθεια τῶν ἁγίων μας, καὶ θὰ ἀξιωθοῦμε νὰ ἀπολαύσουμε τὴν αἰώνια ζωή, ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, τῷ Κυρίῳ ἡμῶν, στὸν ὁποῖο ἀνήκει, μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τιμὴ καὶ προσκύνηση στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν!

πηγή

Όσιος Ιννοκέντιος Βενιάμινωφ Μητροπολίτης Μόσχας και Ιεραπόστολος Αλάσκας-31 Μαρτίου

AgiosInnocentios

Βιογραφία
Ο Άγιος Ιννοκέντιος γεννήθηκε στις 26 Αυγούστου 1797 στο χωριό Ανζίσκογιε της Σιβηρίας της επαρχίας Ιρκούτσκ, από πτωχούς και ευσεβείς γονείς, τον Ευσέβειο και τη Θέκλα. Το κατά κόσμον όνομά του ήταν Ιωάννης, προς τιμήν του Αγίου Ιωάννου, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως του Νηστευτού. Σπουδάζει στο εκκλησιαστικό σεμινάριο του Ιρκούτσκ και ένα χρόνο πριν τελειώσει τις σπουδές του, το 1817, νυμφεύεται την Αικατερίνα, θυγατέρα ιερέως. Στις 13 Μαΐου του ιδίου έτους χειροτονείται διάκονος και διορίζεται στο ναό του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου Ιρκούτσκ.

Στις 28 Μαΐου 1821 ο Άγιος χειροτονείται πρεσβύτερος. Μετά από λίγο, το 1823, αναχωρεί με την οικογένειά του για την Αμερική. Φθάνει στο νησί Ουναλάσκα, στην Αλάσκα, και αρχίζει το ιεραποστολικό του έργο. Μαθαίνει την γλώσσα των Αλλεούτιων σε σύντομο χρονικό διάστημα και χωρίς αργοπορία μεταφράζει λειτουργικά κείμενα και περικοπές της Αγίας Γραφής. Στην συνέχεια συντάσσει την πρώτη γραμματική της γλώσσας των ιθαγενών και συνεχίζει το ιεραποστολικό συγγραφικό έργο του. Στα δέκα χρόνια της παραμονής του στην Ουναλάσκα δεν έμεινε ούτε ένας ιθαγενής ειδωλολάτρης. Η ιεραποστολή προχώρησε και στην ευρύτερη περιοχή.

Πέρασαν έτσι δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια. Ο Άγιος επιστρέφει με την οικογένεια στην Μόσχα το 1838 και τοποθετείται στον καθεδρικό ναό Ευαγγελισμού της Θεοτόκου στο Κρεμλίνο. Όμως, στις 25 Νοεμβρίου 1835 ανήμερα στην εορτή της, η πρεσβυτέρα Αικατερίνη πεθαίνει. Ο Άγιος με την συμβολή του Μητροπολίτου Μόσχας Φιλαρέτου, κείρεται μοναχός στις 27 Νοεμβρίου 1840 και λαμβάνει το όνομα Ιννοκέντιος, προς τιμήν του Αγίου Ιννοκεντίου του Ιρκούτσκ. Η κουρά του έγινε από τον ίδιο τον Μητροπολίτη Μόσχας. Στις 13 Δεκεμβρίου 1840 εκλέγεται Επίσκοπος Καμτσάτκας, Κουρίλλων και Αλλεουτίων Νήσων, ενώ συγχρόνως του δίδεται η κανονική εξουσία για όλες τις απομακρυσμένες ιεραποστολικές περιοχής. Η έδρα του ήταν η πόλη Σίτκα.

Το έργο του στην Αλάσκα είναι τεράστιο. Εργάζεται μέσα σε ένα αφάνταστα δύσκολο περιβάλλον, διατρέχοντας τις παγωμένες εκτάσεις και κινδυνεύοντας συνεχώς. Η ίδρυση σχολείων αποτελεί κύριο μέλημά του. Γράφει γι αυτό, το 1845, στον Μητροπολίτη Μόσχας Φιλάρετο: «Προσπάθησα να διδάξω όλα τα παιδιά του Θεού. Αν οι Αλλεουτιανοί με αγαπούν, το κάνουν μόνο γιατί τους έχω διδάξει». Την ίδια περίοδο, με απόφαση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ρωσίας, η Επισκοπή του Αγίου Ιννοκεντίου επεκτείνεται περιλαμβάνοντας στους κόλπους της όλη τη Γιακουτία και η έδρα μετατίθεται από την πόλη Σίτκα στο Γιακούτσκ της Σιβηρίας. Εκεί ακολουθούν νέοι ιεραποστολικοί αγώνες. Ο Άγιος Ιννοκέντιος είναι πλέον 70 ετών και έχει χάσει τις σωματικές του δυνάμεις, υποφέροντας πολύ από τα μάτια του. Η επιθυμία του είναι να παραιτηθεί και να εγκαταβιώσει σε κάποιο μοναστήρι. Όμως ο Θεός, που κηδεμονεύει την ιστορία του κόσμου, οικονόμησε αλλιώς τα πράγματα. Στις 25 Μαΐου 1868 εκλέγεται Μητροπολίτης Μόσχας. Και από τη νέα αυτή έπαλξη εργάσθηκε σκληρά. Παρέδωσε την αγία ψυχή του στον Κύριο, το Μέγα Σάββατο, στις 31 Μαρτίου του έτους 1879 και ενταφιάσθηκε στη Λαύρα της Αγίας Τριάδος του Σεργίου.

πηγή

Η παιδεία στους Τρεις Ιεράρχες

3-ierarxes

Οι Τρεις Ιεράρχες, διαθέτοντας οι ίδιοι ευρύτατη παιδεία, ήταν φυσικό, περισσότερο από όλους τους άλλους Πατέρες της Εκκλησίας, να συλλάβουν τη σημασία της Παιδείας για τον άνθρωπο και μάλιστα για τον «νέο άνθρωπο» της εποχής τους, τον χριστιανό άνθρωπο. Κι επειδή γι’ αυτούς Παιδεία δεν σημαίνει … κατάκτηση γνώσεων αλλά καλλιέργεια της ανθρώπινης ψυχής, ως κύριος σκοπός της Παιδείας προσδιορίζεται η αγωγή των νέων παιδιών: «Τέχνη τεχνών και επιστήμη επιστημών φαίνεται μοι, άνθρωπον άγειν, το πολυτροπώτατον ζώον και ποικιλώτατον», θα πει ο Γρηγόριος (Ε.Π.Μ.35,325).
Βεβαίως το «άνθρωπον άγειν», η ανθρωπαγωγή, ας νεολογίσουμε, δεν μπορεί στη σύλληψη των Πατέρων της Εκκλησίας παρά να είναι χριστοκεντρική. Σκοπός της αγωγής είναι: «ομοιωθήναι Θεώ κατά το δυνατόν ανθρώπου φύσει. Ομοίωσις δε ουκ άνευ γνώσεως, η δε γνώσις ουκ εκτός των διδαγμάτων», διδάσκει ο Μέγας Βασίλειος (Ε.Π.Μ. 32,69Β).

Για τους Τρείς Μεγάλους Πατέρες της Εκκλησίας, ουσία της παιδείας είναι η αγωγή και δεν νοείται αγωγή χωρίς «πνευματικά μαθήματα» και «επιμέλεια ψυχής»: «Ότι των οικείων αμελούμεν παίδων, και των μεν κτημάτων αυτών επιμελούμεθα, της δε ψυχής αυτών καταφρονούμεν, εσχάτης ανοίας πράγμα» (Ε.Π.Μ. 51,327), προειδοποιεί ο Χρυσόστομος.

Αν κάτι χαρακτηρίζει την παιδεία μας σε ευρωπαϊκό ίσως επίπεδο είναι ότι εξακολουθεί και σήμερα να μας διαφεύγει η ουσία, που ήταν και είναι η αγωγή ψυχών.Με άλλα λόγια, «περί άλλων τυρβαζόμεθα», ενώ «χρεία εστί ενός», να αναπτύξουμε την άγια πλευρά του του ανθρώπου, την καλλιέργεια της ψυχής και του νου του και να τον οδηγήσουμε σε μια πνευματική ανάταση και εγρήγορση, ώστε να βλέπει και να ενεργεί σωστά, διακρίνοντας το καίριο από το ασήμαντο, το μόνιμο από το πρόσκαιρο, την ουσία από τα «συμβεβηκότα» της ουσίας, για να θυμηθούμε τον ημέτερο Αριστοτέλη.
Η επιμονή των Ιερών Πατέρων στην αγωγή της ψυχής, και μάλιστα κατά Χριστόν, δεν σημαίνει ότι υποτιμούν τη σημασία των γνώσεων ή την σπουδαιότητα των γραμμάτων. Σημαίνει διαφορετική ιεράρχηση των αναγκών του ανθρώπου: πρώτα το πνεύμα και μετά το σώμα, πρώτα η αγωγή και μετά η γνώση. Ο Ιερός Χρυσόστομος προλαμβάνει ενδεχόμενες παρεξηγήσεις: «Και μη με τις νομιζέτω νομοθετείν αμαθείς τους παίδας γίνεσθαι…Ου κωλύων παιδεύειν ταύτα λέγω, αλλά κωλύων εκείνοις μόνοις προσέχειν». (Ε.Π.Ε. 28, 518-20).

Η παιδεία για τους σεπτούς Ιεράρχες είναι πολύ μεγάλη υπόθεση. Σε μια στιγμή εξάρσεως, ο Χρυσόστομος φθάνει να πει τη γνωστή ρήση: « Η παιδεία μετάληψις αγιότητος εστι» (Ε.Π.Ε. 25, 282). Να τι ύψος αλλά και τι νόημα δίνουν στην Παιδεία οι «μυσταγωγοί της Παιδείας», οι Μεγάλοι Ιεράρχες.

Επειδή, όπως είναι φυσικό, τα περί παιδείας διδάγματα των Τριών Πατέρων της Εκκλησίας θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο διδασκαλίας ετών, θα θίξω δύο μόνον ακόμη διδάγματα των Πατέρων: την έμφαση που δίνουν στον δάσκαλο και στους γονείς, παράγοντες οι οποίοι όλο και περισσότερο στις μέρες μας συνυπολογίζονται στους βασικούς πόλους της Παιδείας.
Η βασική αρχή για τον δάσκαλο είναι, κατά τους Μεγάλους Ιεράρχες, το παράδειγμα: «Τον δε παιδεύοντα, ου διά ρημάτων μόνον, αλλά διά πραγμάτων παιδεύειν χρή», λέει ο Ιερός Χρυσόστομος (Ε.Π.Ε.14,554). Η «πολιτεία» του δασκάλου, η ζωή και οι πράξεις του, το παράδειγμά του, όχι η απλή διδασκαλία του είναι αυτή που οδηγεί στην παιδεία, γιατί τα λόγια … φαίνεται πως περίσσευαν από τότε…
 
Ο Θεολόγος και ποιητής Γρηγόριος θα πει τη μνημειώδη επιγραμματική φράση: «Μισώ διδάγμαθ’ οις ενάντιος βίος».
Σ’ αυτό που ιδιαίτερα επιμένουν και οι τρείς Μεγάλοι Πατέρες στις κατευθύνσεις που δίνουν προς τους γονείς είναι η ευθύνη των γονέων να αναθρέψουν τα παιδιά τους με χριστιανικές αρχές και αξίες: με «φόβον Θεού», με καλλιέργεια των αρετών της ψυχής και του πνεύματος και με παιδεία τέτοια, που ο νέος να αντιληφθεί ότι σκοπός της ζωής δεν είναι να πασχίζει για την απόκτηση χρημάτων ή διαφόρων καταναλωτικών αγαθών και μάταιης εξουσίας, αλλά για ό,τι συνιστά την ουσία της ζωής και για τις αξίες που πρέπει να εμπνέουν τη ζωή του Χριστιανού (σύνεση, ταπεινοφροσύνη, εγκράτεια, δικαιοσύνη, αυτογνωσία).
Πόσο επίκαιρος είναι και σήμερα ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, όταν σχολιάζει ποια πρότυπα προβάλλουν συνήθως οι γονείς στα παιδιά τους προς μίμηση και πόσο έξω από την χριστιανική πραγματικότητα βρίσκονταν και βρίσκονται και σήμερα πολλοί γονείς: «Και τίποτε άλλο δεν είναι δυνατόν να ακούσει κανείς όταν οι πατέρες μιλούν προς τα παιδιά τους και τα παρακαλούν να σπουδάσουν ρητορική, παρά αυτά εδώ τα λόγια· ο τάδε, λέγει, ενώ είναι κατώτερος και κατάγεται από κατώτερους γονείς, αφού απέκτησε την εκ των ρητορικών σπουδών ικανότητα, ανήλθε στα ύψιστα αξιώματα, απέκτησε πολύν πλούτον, νυμφεύθηκε πλούσια γυναίκα, έκτισε πολυτελές σπίτι, είναι φοβερός σε όλους και φιλόδοξος. Άλλος πάλι λέει, ο τάδε που έμαθε την ιταλική γλώσσα, είναι ένδοξος στα ανάκτορα και κυβερνά όλα τα εσωτερικά θέματα. Και άλλος πάλι δείχνει άλλον, όλοι όμως τους επιτυχημένους στη γη. Κανένας δε ούτε μια φορά δε θυμάται τα ουράνια πράγματα» (Ε.Π.Ε 28, 474)…
(απόσπασμα, Γεωργίου Μπαμπινιώτη, Γλώσσα και παιδεία στους Τρεις Ιεράρχες, σελ.21-24)

πηγή

Η Σύλληψη της Αγίας Άννης – 9 Δεκεμβρίου

%ce%b1%ce%b3%ce%b9%ce%b1%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%b1

Η Αγία Άννα ήταν η μητέρα της Παναγίας. Το εξελληνισμένο όνομα Άννα προέρχεται από το εβραϊκό Χάνα που σημαίνει «εύνοια, χάρη». Η Αγία Άννα, η μητέρα της Υπεραγίας Θεοτόκου, καταγόταν από τη φυλή του Λευί. Ο πατέρας της, που ήταν ιερέας, ονομαζόταν Ματθάν και ιεράτευε την εποχή της βασιλείας της Κλεοπάτρας. Τη δε μητέρα της, την έλεγαν Μαρία. Η Άννα είχε και δύο αδελφές, την ομώνυμη με τη μητέρα της Μαρία και τη Σοβήν. Και η μεν Μαρία, που παντρεύτηκε στην Bηθλεέμ, είχε κόρη τη Σαλώμη την μαία, η δε Σοβή, που παντρεύτηκε και αυτή στην Bηθλεέμ, την Ελισάβετ. Τέλος, η Αγία Άννα που παντρεύτηκε στην Γαλιλαία τον Ιωακείμ, γέννησε την Παρθένο Μαρία. 

Η Αγία Άννα αξιώθηκε να έχει τη μεγάλη τιμή και ευτυχία να αποκτήσει μοναδική κόρη, τη μητέρα του Σωτήρα του κόσμου. Αφού η Αγία Άννα απογαλάκτισε τη Θεοτόκο και την αφιέρωσε στο Θεό, αυτή πέρασε την υπόλοιπη ζωή της με νηστείες, προσευχές και ελεημοσύνες προς τους φτωχούς. Ειρηνικά παρέδωσε στο Θεό τη δίκαια ψυχή της, κληρονομώντας τα αιώνια αγαθά.

Αν και δεν αναφέρεται σε κανένα βιβλίο της Καινής Διαθήκης, η Άννα κατέχει περίοπτη θέση στην ευσέβεια της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Οι όποιες πληροφορίες για την Άννα αντλούνται από τα Απόκρυφα Ευαγγέλια, ιδίως το Πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου και το Περί Νηπιότητας του Σωτήρος.

Σύμφωνα με το Πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου, η Άννα ήταν σύζυγος του Ιωακείμ. Το ζευγάρι δεν είχε παιδιά και παρακαλούσε τον Θεό να του χαρίσει ένα. Το αίτημά τους δεν έμεινε αναπάντητο από τον Θεό, ο οποίος απέστειλε άγγελο να τους γνωστοποιήσει ότι όχι μόνο θα αποκτούσαν τέκνο, αλλά ότι αυτό θα γινόταν διάσημο σε όλο τον κόσμο («λαληθήσεται το σπέρμα σου εν όλη τη οικουμένη»). Πράγματι, η γηραιά Άννα απέκτησε ένα κοριτσάκι «εξ επαγγελίας, αλλά και κατά τους νόμους της φύσεως», σύμφωνα με την Ορθόδοξη θεολογία. Το ονόμασε Μαριάμ και ήταν προορισμένη να γίνει η μητέρα του Χριστού. Η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά τρεις φορές την Αγία Άννα κατά τη διάρκεια του εορταστικού κύκλου: Στις 9 Δεκεμβρίου, τη Σύλληψή της, στις 25 Ιουλίου την Κοίμησή της και στις 9 Σεπτεμβρίου, μαζί με τον σύζυγό της Ιωακείμ.

Κατά τον 5ο αιώνα η αυτοκράτειρα του Βυζαντίου Ευδοξία ανήγειρε ναό προς τιμήν της στα Ιεροσόλυμα, όπου, κατά την παράδοση, γεννήθηκε η Άννα. Το 550 ο Ιουστινιανός ίδρυσε ναό στην Κωνσταντινούπολη προς τιμήν της Αγίας Άννας. Λείψανα της Αγίας Άννας υπάρχουν στην αγιορείτικη σκήτη της Αγίας Άννας (Μονή Μεγίστης Λαύρας), στον Ιερό Ναό της Αγίας Άννας Κατερίνης, καθώς και σε πολλά ιερά προσκυνήματα του κόσμου.

Απολυτίκιο Αγίας Άννας (9 Δεκεμβρίου) Σήμερον της ατεκνίας δεσμά διαλύονται· του Ιωακείμ γαρ και της Άννης, εισακούων Θεός, παρ’ ελπίδα τεκείν αυτούς, σαφώς υπισχνείται θεόπαιδα, εξ ης αυτός ετέχθη ο απερίγραπτος, βροτός γεγονώς, δι’ Αγγέλου κελεύσας βοήσαι αυτή· Χαίρε κεχαριτωμένη ο Κύριος μετά σου.

Απολυτίκιο της Αγίας Άννας (25 Ιουλίου) Ζωήν την κυήσασαν εκυοφόρησας, αγνήν θεομήτορα, θεόφρον, Ἄννα· δι’ ο προς λήξιν ουράνιον, ένθα ευφραινομένων, κατοικία εν δόξη, χαίρουσα νυν μετέστης, τοις τιμώσι σε πόθω, πταισμάτων αιτουμένη ιλασμόν, παμμακάριστε.

Απολυτίκιο των Θεοπατόρων Αγίων Ιωακείμ και Άννας (9 Σεπτεμβρίου) Των δικαίων Θεοπατόρων σου Κύριε, την μνήμην εορτάζοντες, δι᾽ αυτών σε δυσωπούμεν· Σώσον τας ψυχάς ημών. Η Δυάς η αγία και Θεοτίμητος, Ιωακεὶμ και η Άννα ως του Θεού αγχιστείς, ανυμνείσθωσαν φαιδρώς ασμάτων κάλλεσιν ούτοι γαρ έτεκον ημίν, την τεκούσαν υπέρ νουν, τον άσαρκον βροτωθέντα, εις σωτηρίαν του κόσμου, μεθ’ ης πρεσβεύουσι σωθήναι ημᾶς.

Η Σύλληψη της Θεοτόκου, από την Αγία Άννα και τον Ιωακείμ

Η Αγία Άννα κατάγεται από γένος επίσημο από ιερατική γενιά. Είναι κόρη του ιερέα Ματθάν και της γυναίκας του Μαρίας. Η ενάρετη Άννα παντρεύτηκε στη Γαλιλαία τον Θεοσεβή Ιωακείμ. Δεν είχε παιδιά και ήταν ήδη προχωρημένης ηλικίας. Οι Άγιοι Ιωακείμ και Άννα κοσμούνται από αρετές. Είναι γεμάτοι από καλοσύνη, πραότητα και υπομονή. Ζουν με ευλάβεια και φόβο Θεού. Τηρούν τον νόμο. Έχουν ταπείνωση, σωφροσύνη, αγιότητα ζωής. Πιστεύουν στο Θεό με θέρμη και προσεύχονται. Προσεύχονται ολόψυχα. Και γι’ αυτό αξιώνονται να γίνουν Πρόγονοι του Βασιλέως των βασιλευόντων Χριστού, του Δημιουργού του ουρανού και της γης.

Στη ζωή της Άγιας Άννας υπήρχε και ένα μελαγχολικό σύννεφο. Υπήρχε μια πίκρα διότι έμεινε στείρα. Ο Θεός, είχε δώσει στην ενάρετη ζωή της, για δοκιμασία, τη στέρηση της μητρότητας. Μοιράζει ο Θεός τα χαρίσματά Του. Και στον καθένα μαζί με τα προσόντα, που τον προικίζει του δίνει και κάποιο μειονέκτημα για να τον συγκρατεί. Έτσι λοιπόν και η ενάρετη Άννα έχει έντονη τη θλίψη της, γιατί δεν μπορεί να αποκτήσει ένα παιδί. Τον καιρό εκείνο η ατεκνία είχε φοβερές κοινωνικές συνέπειες. Ο άτεκνος εθεωρείτο περιφρονημένος και ντροπιασμένος από τον Θεό και τους ανθρώπους. Κανένας δεν έτρωγε ψωμί μ’ αυτόν που δεν είχε παιδί. Όταν πήγαινε στην Εκκλησία καθόταν τελευταίος. Και αν έδινε λειτουργία, συνηθιζόταν να τη δίνει τελευταίος στον Ιερέα.

Η προσευχή της αγίας Άννας

Ζητάει, να επιβλέψει ο Θεός στην ταπείνωση της και να της δώσει παιδί. Ένα παιδί ζητάει από το Θεό. Ένα παιδί θείο δώρο, που θα τους απάλλασσε από την ντροπή της ατεκνίας. Και αυτό δεν το θέλει δικό της. Υπόσχεται και λέγει: -«Θά τό ἀφιερώσω Κύριε σέ Σένα». Ας δούμε όμως με τί λόγια προσεύχεται, πως απευθύνει η Αγία Άννα την παράκληση της στο Θεό: «Κύριε Παντοκράτορα, καί Μεγαλοδύναμε, πού μόνο μέ τό λόγο ἔκανες τόν οὐρανό καί τή γῆ καί ὅσα φαίνονται καί εἶναι γύρω μας, πού λύτρωσες, τούς πατέρες μας ἀπό τά χέρια τοῦ Φαραώ, πού μέ τό πρόσταγμά Σου σχίσθηκε ἡ θάλασσα καί πέσανε μέσα οἱ Αἰγύπτιοι. Ἐσύ Θεέ, πού τούς ἔτρεφες σαράντα χρόνια στήν ἔρημο. Ἐσύ, πού εὐλόγησες τή Σάρρα, τή γυναίκα τοῦ Ἀβραάμ καί γέννησε τόν Ἰσαάκ στά γεράματά της. Ἐσύ πού χαρίτωσες ἐκείνη τήν Ἄννα τήν ὁμοία μου καί γέννησε τό Σαμουήλ τόν προφήτη. Ἐσύ δῶσε καί σέ μένα τήν ταπεινή Σου δούλη παιδί, καί μή μέ ἀφήσης νά εἶμαι ντροπιασμένη καί ταπεινωμένη ἀπό ὅλο μου τό γένος. Κύριε, ὁ Θεός μου, τάχα καί σάν ἕνα ἀπό τά θηρία δέν εἶμαι καί ἐγώ; Διατί μέ ὠργίστηκες τόσο καί εἶμαι στείρα; Ἐσύ, πού εὐλόγησες τά ποιήματά σου καί εἶπες: Αὐξάνεσθε καί πληθύνεσθε, δῶσε καί σέ μένα σπέρμα καί καρπό κοιλίας, καί ἄν γεννήσω εἴτε ἀρσενικό εἴτε θηλυκό, νά Σού τό χαρίσω μέ ὅλη μου τή χαρά καί νά τό φέρω στό Ναό Σου νά τό ἀφιερώσω».

Ο Άγιος Ιωακείμ, έκλεγε και αυτός και παρακαλούσε το Θεό, όπως και η γυναίκα του. Ο Θεός απαντάει στις προσευχές του Ιωακείμ και της Άννας Ο Θεός που αγαπάει το πλάσμα Του, είδε τα δάκρυα και τους αναστεναγμούς τους, απάντησε στις θερμές προσευχές τους. Και πως έγινε τούτο; Έστειλε τον Αρχάγγελο Γαβριήλ στον Ιωακείμ που ήταν στο βουνό και του λέγει: «Χαῖρε Ἰωακείμ, καί εὐφραίνου, ἐγώ εἶμαι Ἀρχάγγελος Κυρίου καί ἦλθα νά σού πῶ, ὅτι πρόκειται νά γεννήσεις μία θυγατέρα, πού θά γεννήσει ἀπό τήν παρθενία τῆς τόν Βασιλιά τοῦ κόσμου καί Θεό. Ἄφησε λοιπόν τήν πολλή σου λύπη καί πικρία τῆς ψυχῆς σου καί πήγαινε στό σπίτι σου χαρούμενος. Φτάνουν οἱ τόσο πολλοί κόποι καί ἀναστεναγμοί. Ἄκουσε ὁ Θεός τή δέησή σου. Μόνο πήγαινε, πιστεύοντας στούς λόγους μου καί δόξαζε τό Θεό.» Αυτά είπε ο Αρχάγγελος στον Ιωακείμ και έφυγε αμέσως και πήγε στην Άννα και της είπε τα εξής: -«Ἄννα, Ἄννα, ἐπήκουσε Κύριος της δεήσεώς σου καί συλλήψει καί γεννήσεις, καί λαληθήσεται τό σπέρμα σου ἐν ὅλη τή οἰκουμένη». Καί εἶπεν Ἄννα, «ζῆ Κύριος ὁ Θεός μου, ἐάν γεννήσω εἴτε ἄρρεν, εἴτε θῆλυ, προσάξω αὐτό δῶρον Κυρίω τῷ Θεῶ μου καί ἔσται λειτουργῶν αὐτῶ πάσας τάς ἡμέρας τῆς ζωῆς αὐτοῦ». Ο Ιωακείμ σαν άκουσε τα λόγια και τα μηνύματα του αρχαγγέλου Γαβριήλ, πήγε χαρούμενος ατό σπίτι του. Εκεί βρήκε τη γυναίκα του την Άννα που ήταν και αυτή χαρούμενη από τα λόγια του Αρχαγγέλου. Εκείνη λοιπόν τη νύχτα, συνέλαβε η άγια Άννα τη Δέσποινα Θεοτόκο από τη σπορά του Ιωακείμ, γιατί μόνο ο Χριστός ασπόρως εκυήθη, γεννήθηκε χωρίς σπορά ανδρός.

Επηκολούθησαν ευτυχείς ημέρες απερίγραπτης χαράς για τους ευσεβείς Ιωακείμ και Άννα. Και τότε συνεχίσθηκαν οι προσευχές ευχαριστίας με δάκρυα χαράς και ευγνωμοσύνης στο Θεό. Ποιος αλήθεια μπορεί να περιγράψει τη ευτυχία τους εκείνη, που επακολούθησε; Έπειτα όταν πέρασε ο προβλεπόμενος χρόνος η χαρά τους έγινε πιο χειροπιαστή. Η ευσεβής Άννα γέννησε μετά από 9 μήνες ένα χαριτωμένο κοριτσάκι.

Το όνομα του παιδιού και η σημασία του

Στις οχτώ μέρες, ήταν συνήθεια στους Εβραίους, οι γονείς του παιδιού να καλούν τους ιερείς, να τους φιλεύουν και να βάζουν το όνομα του παιδιού. Σύμφωνα με τη συνήθεια αυτή, ο Άγιος Ιωακείμ και η Αγία Άννα καλέσανε τους ιερείς, τους φιλέψανε για να βάλουν το όνομα τής θυγατέρας τους. Την ονομάσανε Μαριάμ. Το όνομα Μαριάμ σημαίνει Βασίλισσα. Σημαίνει επίσης, δώρο, ελπίδα, κυρία, Ωραία. Ήταν η πιο άγια γυναίκα, Άφθαρτη και Αμόλυντη και γι’ αυτό λέγεται Παναγία. Αναλυτικά όμως, σύμφωνα με μίαν άλλη ερμηνεία κάθε γράμμα του ονόματος της αντιστοιχεί στις λέξεις: Μόνη Αύτη Ρύσεται Ιού Άπαντας Μισοκάλου Δηλαδή: Μόνη αυτή θα γλυτώσει τους ανθρώπους από το φαρμάκι του Διαβόλου. Δηλαδή την αμαρτία.

Το τάμα της Αγίας Άννας

Επί τρία ολόκληρα χρόνια χαρήκανε οι ευλαβείς γονείς τη μικρή χαριτωμένη κόρη τους, έχοντάς την ανάμεσα τους και υμνολογώντας ευχαριστίες στο Θεό. Μόλις περάσανε τα τρία χρόνια, θυμήθηκαν οι γονείς της αυτό που τάξανε στο Θεό. Να χαρίσουν δηλαδή τη θυγατέρα τους στην Εκκλησία. Αληθινά, ήταν πολύ μεγάλη η πίστη της Άννας, για να χωριστεί από τη θυγατέρα της, που ήταν μόλις τριών χρόνων. Για να χωριστεί από κείνη, που ζήτησε με πολλά δάκρυα και πολλές προσευχές από το Θεό. Προτίμησε όμως η Αγία Άννα να τηρήσει την υπόσχεση της στο Θεό και να δώσει αυτό που έταξε, από τη διαδοχή του γένους της. Μόνο να γίνει αυτό που έταξα στο Θεό και ας μείνω χωρίς κληρονόμο, και ας μείνουν τα υπάρχοντα μου σε χέρια άλλων, είπε. Μαζέψανε λοιπόν οι Άγιοι Ιωακείμ και Άννα τις παρθένους της γειτονίας, για να πάνε με λαμπάδες την χαριτωμένη κόρη τους στο Ναό. Τον καιρό εκείνο, ήταν αρχιερέας ο Ζαχαρίας, ο Προφήτης και πατέρας του Προδρόμου. Αυτός μόλις είδε την Παναγία, τη γνώρισε αμέσως. Στάθηκε και της είπε πολλά εγκώμια. Μετά γύρισε και στους γονείς της και τους είπε: -«Εὐλογημένο καί χαριτωμένο ἀντρόγυνο, χαίρεσθε καί ἀγαλλιάσθε, γιατί ἀξιωθήκατε νά γίνετε γονεῖς τέτοιας θυγατέρας. Ἐσεῖς ξεπεράσατε τούς προπάτορές μας καί τούς πατέρες μας. Ἐσεῖς γεννήσατε τή Βασίλισσα τοῦ κόσμου. Ἐσεῖς θά δοξασθῆτε ἀπό τόν Θεό καί τούς ἀνθρώπους». Τότε η Αγία Άννα είπε στον Αρχιερέα: -«Πάρε Ἀρχιερέα, τή θυγατέρα μου. Μᾶλλον τή θυγατέρα τοῦ Θεοῦ. Δέξου τήν καθαρή καί ἀμόλυντη καί ὑψηλότερη τῶν οὐρανῶν. Βάλτην μέσα στό Ναό γιατί ἐκεῖ της ἀξίζει νά κατοικῆ. Ἁγία εἶναι, σέ καθαρό τόπο τοποθέτησε τήν στά χέρια τοῦ Θεοῦ παράδωσε τήν σέ τόπο ἅγιο βάλτην ν’ ἁγιάση. Πάρε, Ζαχαρία, τήν κόρη μου, καί ἀφιέρωσε τήν στό Ναό, γιατί ἔτσι τήν τάξαμε».

Η κοίμηση της Άγιας Άννης

Η Αγία Άννα αφού γέννησε την Θεοτόκο Μαρία, την απογαλάκτισε και την αφιέρωσε στο Ναό σαν καθαρό και άμωμο δώρο. Πέρασε τη ζωή της με νηστείες, προσευχές και ελεημοσύνες προς τους φτωχούς. Τέλος παρέδωσε την Αγία της ψυχή στα χέρια του Κυρίου ειρηνικά. Η παράδοση, αναφέρει ότι η Θεοπρομήτωρ Άννα, όταν κοιμήθηκε εν Κυρίω, ήταν 69 χρόνων και ο Ιωακείμ 80 χρόνων. Ποιος από τους δύο, πέθανε πρώτος δεν αναφέρεται. Αναφέρεται μόνο ότι, όταν η Θεοτόκος ήταν έντεκα χρόνων έμεινε ορφανή και από τους δύο γονείς της. Η μνήμη της Αγίας Άννης εορτάζεται την 9ην Σεπτεμβρίου, εορτή των δικαίων Θεοπατόρων. Την κοίμησή της η Εκκλησία μας γιορτάζει την 25ην Ιουλίου με ιδιαίτερη ακολουθία. Ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός ίδρυσε Ναό προς τιμήν τής Άγιας Άννης το 550 στη Κωνσταντινούπολη.

πηγή