Πνευματικές Νουθεσίες 3(56)

Έτος 8ο                                                                                                      Φύλλο 3(56)

 

 ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΕΣ  ΝΟΥΘΕΣΙΕΣ   

Πόνημα  Νεανικής Συντροφιάς Ι. Ν. Ευαγγελιστρίας Λιβαδειάς

« Ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δέ ἐν ἐμοί Χριστός »

 

Ὁ Φώτης Κόντογλου γιά τά Χριστούγεννα

Τήν πνευματική χαρά καί τήν οὐράνια ἀγαλλίαση πού νοιώθει ὁ χριστιανός ἀπό τά Χριστούγεννα, δέν μπορεῖ νά τή νοιώσει, μέ κανέναν τρόπο, ὅποιος τά γιορτάζει μοναχά σάν μία συγκινητική συνήθεια, πού εἶναι δεμένη περισσότερο μέ τίς συνηθισμένες χαρές τοῦ κόσμου, μέ τόν χειμώνα, μέ τά χιόνια, μέ τό ζεστό τζάκι.

Μοναχά ὁ ὀρθόδοξος χριστιανός γιορτάζει τά Χριστούγεννα πνευματικά, κι ἀπό τήν ψυχή τοῦ περνᾶνε ἁγιασμένα αἰσθήματα, καί τή ζεσταίνουνε μέ κάποια θέρμη παράδοξη, πού ἔρχεται ἀπό ἕναν ἄλλο κόσμο, τή θέρμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, κατά τόν ἀναβαθμό πού λέγει: «Ἁγίω Πνεύματι πάσα ψυχή ζωοῦται, καί καθάρσει ὑψοῦται, λαμπρύνεται τή τριαδική μονάδι, ἱεροκρυφίως».

Ψυχή καί σῶμα γιορτάζουν μαζί, εὐφραίνουνται μέ τή θεία εὐφροσύνη, πού δέν τήν ἀπογεύεται ὅποιος βρίσκεται μακριά ἀπό τόν Χριστό. Ἐνῶ ἡ καρδιά τοῦ χριστιανοῦ, αὐτές τίς ἁγιασμένες μέρες, εἶναι γεμάτη ἀπό τήν εὐωδία τῆς ὑμνωδίας, γεμάτη ἀπό μία γλυκύτατη πνευματική φωτοχυσία, πού σκεπάζει ὅλη τήν κτίση, τά βουνά, τή θάλασσα, τόν κάθε βράχο, τό κάθε δέντρο, τήν κάθε πέτρα, τό κάθε πλάσμα. Ὅλα εἶναι ἁγιασμένα, ὅλα γιορτάζουνε, ὅλα ψέλνουνε, ὅλα εὐφραίνονται, ὅλη ἡ φύση εἶναι «ὡς ἐλαία κατάκαρπος ἐν τῷ οἴκω τοῦ Θεοῦ». Κανείς δέν νοιώθει στήν καρδιά τοῦ τέτοια χαρά, παρά μονάχα ἐκεῖνος πού ἀγαπᾶ τόν Θεό καί πού ζεῖ τίς μέρες τῆς ζωῆς τοῦ μαζί μέ τόν Θεό, γιατί κανένας ἄλλος ἀπό τόν Θεό δέν μπορεῖ νά δώσει τέτοια χαρά, τέτοια εἰρήνη, κατά τόν λόγο πού εἶπε ὁ Κύριος στόν Μυστικό Δεῖπνο: «Τή δική μου τήν εἰρήνη σᾶς δίνω, δέν σᾶς δίνω ἐγώ τήν εἰρήνη πού δίνει ὁ κόσμος».

Ἡ χαρὰ τοῦ Χριστοῦ κ’ ἡ εἰρήνη εἶναι ἀλλιώτικη ἀπὸ τὴ χαρὰ κι ἀπὸ τὴν εἰρήνη τούτου τοῦ κόσμου. Γιὰ τοῦτο ὁ ἄνθρωπος ποὺ χαίρεται νὰ πηγαίνει στὴν ἐκκλησία, γιὰ νὰ…  πιεῖ ἀπ’ αὐτὴ τὴν ἀθάνατη βρύση τῆς ἀληθινῆς χαρᾶς καὶ τῆς εἰρήνης, λέγει μαζὶ μὲ τὸν Δαβίδ: «Ἑξαπόστειλον, Κύριε, τὸ φῶς σου καὶ τὴν ἀλήθειάν σου· αὐτὰ μὲ ὠδήγησαν καὶ ἤγαγον μὲ εἰς ὅρος ἅγιόν σου καὶ εἰς τὰ σκηνώματά σου· καὶ εἰσελεύσομαι πρὸς τὸ θυσιαστήριον τοῦ Θεοῦ, πρὸς τὸν Θεὸν τὸν εὐφραίνοντα τὴν νεότητά μου».

Ἂς γιορτάσουμε λοιπὸν κ’ ἐμεῖς, ἀδελφοί μου, τὴ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ «ἐν πνεύματι καὶ ἀληθεία, ἐν ψαλμοῖς καὶ ὕμνοις καὶ ὠδαῖς πνευματικαῖς», καὶ τότε καὶ τ’ ἄλλα «προστεθήσεται ἠμίν», θὰ μᾶς δοθοῦνε, ἤγουν ἡ χαρὰ τοῦ σπιτιοῦ, τῆς οἰκογένειας, τῆς φύσης, τῆς συναναστροφῆς, τῆς ἁγνῆς διασκέδασης, γιατί ὅλα θὰ τὰ γλυκαίνει ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, καὶ θὰ τὰ ζεσταίνει ἡ θέρμη Ἐκείνου ποὺ εἶναι ὁ ζωοδότης.

Μέγα μάθημα τῆς ταπείνωσης εἶναι γιά μας, ἀδελφοί μου, ἡ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ. Ποῦ γεννήθηκε; Μέσα σὲ μία φάτνη, σ’ ἕνα παχνὶ νὰ ποῦμε καλύτερα, γιὰ νὰ νοιώσουμε βαθύτερα τὴν ἀνείπωτη συγκατάβαση τοῦ Θεοῦ, γιατί τ’ ἀρχαία λόγια κάνουνε νὰ φαίνουνται στὰ μάτια μᾶς πλούσια καὶ τὰ φτωχὰ πράγματα. Ἡ μητέρα του, ἡ ὑπεραγία Θεοτόκος, μακριὰ ἀπὸ τὸ σπίτι της, ξένη σὲ ξένον τόπο, πῆγε καὶ τὸν γέννησε μέσα σ’ ἕνα μαντρί. Τὸ βόδι καὶ τὸ γαϊδούρι τὸν ζεστάνανε μὲ τὴν ἀνασαμιά τους. Τσομπάνηδες τὸν συντροφέψανε. Μαζὶ μὲ τὰ νιογέννητα ἀρνιὰ λογαριάστηκε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἦρθε στὸν κόσμο γιὰ νὰ σώσει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴν κατάρα τοῦ Ἀδάμ. Ποιὸς ἄνθρωπος γεννήθηκε μὲ μεγαλύτερη ταπείνωση;

Ὁ Ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος γράφει, στὸν Λόγο του γιὰ τὴν Ταπεινοφροσύνη, τὰ παρακάτω ἐξαίσια λόγια: «Θέλω ν’ ἀνοίξω τὸ στόμα μου, ἀδελφοί μου, καὶ νὰ λαλήσω γιὰ τὴν ὑψηλὴ ὑπόθεση τῆς ταπεινοφροσύνης, κ’ εἶμαι γεμάτος φόβο, σὰν ἐκεῖνον τὸν ἄνθρωπο ποὺ ξέρει πὼς θὰ μιλήσει γιὰ τὸν Θεό. Γιατί ἡ ταπεινοφροσύνη εἶναι στολὴ τῆς θεότητας. Γιατί ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ ποὺ ἔγινε ἄνθρωπος, αὐτὴ ντύθηκε, κ’ ἦρθε σὲ συνάφεια μαζί μας μ’ αὐτή, παίρνοντας σῶμα σὰν τὸ δικό μας. Κι ὅποιος τὴ ντύθηκε, ἀληθινὰ ἔγινε ὅμοιος μ’ Ἐκεῖνον, ποὺ κατέβηκε ἀπὸ τὸ ὕψος Του, καὶ ποὺ σκέπασε τὴν ἀρετὴ τῆς μεγαλωσύνης Του καὶ τὴ δόξα Του μὲ τὴν ταπεινοφροσύνη. Κι αὐτὸ ἔγινε γιὰ νὰ μὴν κατακαεῖ ἡ κτίση ἀπὸ τὴ θωριά Του. Γιατί ἡ κτίση δὲν μποροῦσε νὰ τὸν κοιτάξει , ἂν δὲν ἔπαιρνε ἕνα μέρος ἀπ’ αὐτὴ (τὸ σῶμα), κ’ ἔτσι μίλησε μ’ αὐτή. Σκέπασε τὴ μεγαλωσύνη Του μὲ τὴ σάρκα, καὶ μ’ αὐτὴ ἦρθε σὲ συνάφεια μαζί μας, μὲ τὸ σῶμα ποὺ ἐπῆρε ἀπὸ τὴν Παρθένο καὶ Θεοτόκο Μαρία. Ὥστε, βλέποντας τὸν ἐμεῖς πὼς εἶναι ἀπὸ τὸ γένος μας καὶ πὼς μᾶς μιλᾶ σὰν ἄνθρωπος, νὰ μὴν τρομάξουμε ἀπὸ τὴ θωριά Του. Γι’ αὐτό, ὅποιος φορέσει τὴ στολὴ ποὺ φόρεσε ὁ Κτίστης (δηλαδὴ τὴν ταπεινοφροσύνη), τὸν ἴδιον τὸν Χριστὸ ντύθηκε».

Ἡ φάτνη εἶναι ἡ ταπεινὴ καρδιά, ποὺ μοναχὰ σ’ αὐτὴ πηγαίνει καὶ γεννιέται ὁ Χριστός.

Ἡ Ἐκκλησία μᾶς φωτοβολὰ μέσα στὸ χειμωνιάτικο σκοτάδι, γιορτάζοντας τὴ Γέννηση τοῦ Κυρίου. Ἀπὸ μέσα τῆς ἀκούγεται μία ὑπερκόσμια ὑμνωδία, σὰν ἐκείνη ποὺ ψέλνανε οἱ ἄγγελοι τὴ νύχτα ποὺ γεννήθηκε ὁ Κύριος, «ἦχος καθαρὸς ἑορταζόντων». […]

(ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ «Τὸ Ἀϊβαλὶ ἡ πατρίδα μου»)

 

Ο Άγιος Παΐσιος για τα Χριστούγεννα

Η καρδιά σας να γίνη Αγία Φάτνη και το Πανάγιο Βρέφος της Βηθλεέμ να σας δώση όλες τις ευλογίες Του

«Όταν ο νους είναι στα θεία νοήματα, ζει τα γεγονότα ο άνθρωπος, και έτσι αλλοιώνεται».

«Ο Χριστός με την μεγάλη Του αγάπη και με την μεγάλη Του αγαλλίαση που σκορπάει στις ψυχές των πιστών με όλες τις άγιες γιορτές Του, μας ανασταίνει αληθινά αφού μας ανεβάζει ψηλά πνευματικά. Αρκεί να συμμετέχουμε και να έχουμε όρεξη πνευματική να τις πανηγυρίζουμε πνευματικά· τότε τις γλεντάμε πνευματικά και μεθάμε πνευματικά από το παραδεισένιο κρασί που μας φέρνουν οι Άγιοι και μας κερνούν.

Τις γιορτές για να τις ζήσουμε, πρέπει να έχουμε τον νου μας στις άγιες ημέρες και όχι στις δουλειές που έχουμε να κάνουμε για τις άγιες ημέρες. Να σκεφτόμαστε τα γεγονότα της κάθε αγίας ημέρας και να λέμε την ευχή δοξολογώντας τον Θεό. Έτσι θα γιορτάζουμε με πολύ ευλάβεια κάθε γιορτή».

«Να μελετάει και να ζει τα θεία γεγονότα συνέχεια. Όταν κανείς μελετάει τα γεγονότα της κάθε γιορτής, φυσιολογικά θα συγκινηθεί και με ιδιαίτερη ευλάβεια θα προσευχηθεί. Έπειτα στις Ακολουθίες ο νους να είναι στα γεγονότα που γιορτάζουμε και με ευλάβεια να παρακολουθούμε τα τροπάρια που ψέλνονται. Όταν ο νους είναι στα θεία νοήματα, ζει τα γεγονότα ο άνθρωπος, και έτσι αλλοιώνεται.

-Γέροντα, μετά την Αγρυπνία των Χριστουγέννων δεν κοιμόμαστε;

-Χριστούγεννα και να κοιμηθούμε! Η μητέρα μου έλεγε: «Απόψε μόνον οι Εβραίοι κοιμούνται». Βλέπεις, την νύχτα που γεννήθηκε ο Χριστός οι άρχοντες κοιμόνταν βαθιά, και οι ποιμένες «αγραυλούσαν». Φύλαγαν τα πρόβατα την νύχτα παίζοντας την φλογέρα. Κατάλαβες; Οι ποιμένες πού αγρυπνούσαν είδαν τον Χριστό.

-Πώς ήταν Γέροντα, το σπήλαιο;

-Ήταν μία σπηλιά μέσα σε έναν βράχο και είχε μία φάτνη· τίποτε άλλο δεν είχε. Εκεί πήγαινε κανένας φτωχός και άφηνε τα ζώα του. Η Παναγία με τον Ιωσήφ, επειδή όλα τα χάνια ήταν γεμάτα και δεν είχαν που να μείνουν, κατέληξαν σε αυτό το σπήλαιο. Εκεί ήταν το γαϊδουράκι και το βοϊδάκι, που με τα χνώτα τους ζέσταναν τον Χριστό! «Ἔγνω βοῦς τον κτησάμενον και όνος την φάτνην του κυρίου αὐτοῦ», δεν λέει ο Προφήτης Ησαΐας;

-Σε ένα τροπάριο, Γέροντα, λέει ότι η Υπεραγία Θεοτόκος βλέποντας τον νεογέννητο Χριστό, «χαίρουσα ὁμοῦ καὶ δακρύουσα» ἀναρωτιόταν:… «Ἐπιδώσω σοι μαζόν, τῷ τὰ σύμπαντα τρέφοντι, ἢ υμνήσω σε, ὡς Υἱὸν καὶ Θεόν μου; ποίαν εὕρω ἐπὶ σοί προσηγορίαν;»

-Αυτά είναι τα μυστήρια του Θεού, η πολύ μεγάλη συγκατάβαση του Θεού, την οποία δεν μπορούμε εμείς να συλλάβουμε!

Γέροντα, πως θα μπορέσουμε να ζήσουμε το γεγονός της Γεννήσεως, ότι δηλαδή ο Χριστός «Σήμερον γεννάται εκ Παρθένου»;

-Για να ζήσουμε αυτά τα θεία γεγονότα, πρέπει ο νους να είναι στα θεία νοήματα. Τότε αλλοιώνεται ὁ άνθρωπος. «Μέγα και παράδοξον θαύμα τετέλεσται σήμερον», ψάλλουμε. Άμα ο νους μας είναι εκεί, στο «παράδοξον», τότε θα ζήσουμε και το μεγάλο μυστήριο της Γεννήσεως του Χριστού.

Εγώ θα εύχομαι η καρδιά σας να γίνη Αγία Φάτνη και το Πανάγιο Βρέφος της Βηθλεέμ να σας δώση όλες τις ευλογίες Του.

(από το βιβλίο: «Περί προσευχής», Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου, Λόγοι ΣΤ’)

 

Ο Γιάννης ο Γιαννάκης ή Χριστούγεννα σα Πάσχα

Από καιρό ο Γιάννης ο Μπλέντζας είχε παραιτηθεί, είχε αλλάξει συνήθειες, τρόπο ζωής. Και τι τρόπο ζωής; Δεν πήγαινε στην εκκλησία και είχε δικαιολογίες γι΄αυτό. Εδώ και δέκα χρόνια είχε χάσει την γυναίκα του και πως τον έριξε μέσα στο μυαλό του, δεν πήγαινε στην εκκλησία ούτε καθημερινές, αλλά ούτε και γιορτές. Δέκα ολάκερα χρόνια περίπου είχε να δει και τα δυο του τα παιδιά, που έφυγαν εδώ και τρεις δεκαετίες στην Αμερική. Μίλαγαν στο τηλέφωνο τακτικά, αλλά τι να το κάνεις; Η θλίψη διάχυτη στο πρόσωπο και πιο μέσα, μέσα στην ψυχή του.

Η ζωή ήταν τώρα σύνταξη και από σπίτι στο καπηλειό και από καπηλειό στο σπίτι. Ποιος τα έκανε όλα αυτά; Ο Γιάννης ο Γιαννάκης, που το όνομα του έμεινε από μικρός γιατί ήταν καλός σε όλα του. Από μικρό παιδί δε ξέφυγε από τον ναό, την Αγια-Σωτήρα. Εκεί μεγάλωσε με τον παπα- Γρηγόρη. Η μάνα του τον πρωτοπήγε στον ναό, αυτή τον έβαλε στους κόλπους της εκκλησίας και ο πατέρας του όμως, ήταν κι αυτός σ΄ όλη την παιδική του ηλικία από κοντά στο στασίδι. Έπαιρνε το θυμιατό στο χέρι από πολύ μικρός και λιβάνιζε τα Άγια, πρώτος σ΄ ό,τι ήθελε κατά την διάρκεια των ακολουθιών ο παπα-Γρηγόρης, πρώτος ν΄ ανάψει το κάρβουνο, πρώτος τη λαμπάδα, πρώτος στα ξωκλήσια. Χρόνια πολλά έκανε έτσι, μέχρι που παντρεύτηκε, αλλά και πάλι συνέχισε. Έβαλε τα παιδιά μαζί με την γυναίκα του στον δρόμο του Θεού και εξομολογιόταν και κοινωνούσε τακτικά κι αυτός και η οικογένειά του.

Τώρα όμως, πού να εξομολογηθεί. Δεν είχε κουράγιο για τόσο πνευματικά πράγματα και όμως του είχε μείνει από παλιά να κρατάει τις Σαρακοστές: Χριστούγεννα, Πάσχα και Δεκαπενταύγουστο, στην εκκλησία όμως δεν πάταγε.

Έτσι προσευχόταν και τούτον τον χρόνο στα Χριστούγεννα, γυμνός από εξομολόγηση. Το ήξερε αλλά προσπαθούσε να μην το σκέφτεται γιατί στεναχωριόταν. Κάθε παραμονή το ίδιο πράγμα. Έβαλε το φαγητό όταν σουρούπωσε και το σιγόβραζε. Ήταν γίδα βραστή απ΄ την παλιακιά συνταγή, μόνο με νερό, λίγο λάδι, αλάτι και πιπέρι, όπως την ήξερε απ΄ τον παππού του. Το φαγητό δεν άργησε και έπεσε για ύπνο, πού όμως ύπνος! Του ήρθε στο μυαλό η γυναίκα, τα παιδιά που είχαν μιλήσει από νωρίς στο τηλέφωνο και στο τέλος της σκέψης του, έμειναν τα παιδικά χρόνια με τον παπα-Γρηγόρη.

Αυτό ήταν. Στριφογύρισε από ’δω, στριφογύρισε από ’κει και να, χτύπησαν οι καμπάνες! «Τέσσερις η ώρα «, σκέφτηκε. Από εκείνη την ώρα, δεν ήξερε τι να κάνει. Σηκώθηκε και ντύθηκε και κοιτούσε για ώρα τα φώτα της Αγια-Σωτήρας, που ήταν γιορτινή, λουσμένη απ΄ τα φώτα του καμπαναριού. Έπρεπε να πάει επτά η ώρα, γιατί το είχε νόμο: αν δεν έλεγε ΄΄δι΄ ευχών΄΄ ο παπάς , δεν πήγαινε ποτέ στο καπηλειό και ας μην πήγαινε στην εκκλησία και ούτε καφέ και τσιγάρο έβαζε στο στόμα και ας μην έπαιρνε αντίδωρο. Πέρασε η ώρα και κατηφόρισε προς την Αγια-Σωτήρα, από εκεί ήταν ο δρόμος του. Πέρναγε απ΄ έξω όταν άκουσε απ΄ τους ψαλτάδες το ΄΄Χριστός γεννάται δοξάσατε…΄΄ και του έκανε εντύπωση. Ο Γιάννης ήξερε πολύ καλά από μικρός πως τις καταβασίες τις λένε οι ψαλτάδες πολύ πιο νωρίς, στον όρθρο, τι κι αν ήταν Χριστούγεννα, δεν έκανε διαφορά. Ο κόσμος είχε αρχίσει να βγαίνει απ΄ τον ναό και με πολλούς αντάλλαξε ευχές. Δεν άντεξε στην περιέργεια, μπήκε μέσα και τότε είδε, κατάλαβε και θυμήθηκε. Καμιά φορά, οι ψαλτάδες στο αντίδωρο ξαναλένε τις καταβασίες. Δάκρυσε και δεν πήγε να πάρει αντίδωρο, δεν το άξιζε σύμφωνα με τον ίδιο. Περίμενε να φύγει ο κόσμος για να σταθεί λίγο μπροστά στην εικόνα της Γέννησης. Εκεί που στεκόταν ήρθε ο παπάς, όχι ο παπα-Γρηγόρης,  που τον είχε πάρει ο Κύριος στους ουρανούς από χρόνια, αλλά ο παπα-Φώτης που είχε κι αυτός δέκα χρόνια στην Αγια-Σωτήρα κι έτσι ο ένας δεν γνώριζε τον άλλον.

  • ΄΄ Έλα, έλα γρήγορα να κοινωνήσεις, δεν πρόλαβα να καταλύσω. Άντε βρε…, δεν πειράζει…΄΄, είπε ο παπάς που νόμιζε ότι απλά είχε αργήσει να πάει στην εκκλησία ο Γιάννης.
  • ΄΄ Μα…, μα παπά μου …΄΄.
  • ΄΄ Άντε βρε΄΄, του ξαναλέει ο παπα-Φώτης .
  • ΄΄ Μα δεν έχω εξομολογηθεί ΄΄.
  • ΄΄ Κι εγώ γιατί είμαι εδώ; ΄΄.

Η καρδιά του Γιάννη φτερούγισε, συντελούνταν ένα θαύμα στην ψυχή του. Ο παπα-Φώτης κάθισε με υπομονή για δύο ώρες ακόμα στην εκκλησία κι εξομολογήθηκε ο Γιάννης.

  • ΄΄ Να έρθω αύριο, την δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων, να κοινωνήσω παπα-Φώτη; ΄΄.
  • ΄΄ Όχι Γιάννη, τώρα θα σε κοινωνήσω ΄΄.

Ο Γιάννης γονάτισε δακρυσμένος και κοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων. Έφυγε με το αντίδωρο στα χέρια και δεν πήγε στο καπηλειό, παρά μόνο γύρισε πίσω και έφαγε το ευλογημένο φαγητό, όπως έκανε παλιά με την οικογένεια.

Ο Γιαννάκης έκανε Χριστούγεννα σα Πάσχα.

(χριστουγεννιάτικο διήγημα)

                                                           Χριστός ἐτέχθη

 

 

Advertisements