Πνευματικές Νουθεσίες 3(28)

Έτος 4ο                                                                                                         Φύλλο 3(28)           

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΕΣ  ΝΟΥΘΕΣΙΕΣ

Πόνημα  Νεανικής Συντροφιάς Ι. Ν. Ευαγγελιστρίας Λιβαδειάς

« Ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δέ ἐν ἐμοί Χριστός »

Η Θεία Λειτουργία κατά τον Ιωάννη Χρυσόστομο

(επί τη ευκαιρία της εορτής της μνήμης του αγίου 13 Νοεμβρίου)

   Μία από τις κυριότερες αιτίες, που πολλοί Χριστιανοί δεν προσέρχονται στο Ναό για να συμμετάσχουν στη Θεία Λειτουργία, άλλοι προσερχόμενοι δε λατρεύουν πράγματι το Θεό, αλλά στέκουν τυπικά ή περιφέρονται και περιεργάζονται χωρίς ευλάβεια, ή φεύγουν από το Ναό άτακτα και νωρίς, είναι η άγνοια της Θείας Λειτουργίας. Δεν γνώρισαν τι μέγα Μυστήριο τελείται κατά τη Θεία Λειτουργία, ούτε έμαθαν να προσεύχονται και να λατρεύουν το Θεό διά μέσου της Θείας Λειτουργίας. Αλλά η άγνοια αυτή προέρχεται και εξαιτίας του ότι οι εκκλησιαζόμενοι Χριστιανοί ακούουν μόνο τις εκφωνούμενες ευχές της Θείας Λειτουργίας και αγνοούν τα εσωτερικά λεγόμενα των ευχών του ιερέα. Και άρα δεν είναι δυνατό να εννοήσουν τη σειρά της τέλεσης του Μυστηρίου. Πολλοί δεν καταλαβαίνουν ούτε των εκφωνούμενων προσευχών την έννοια και εξαιτίας αυτού δεν είναι σε θέση να μετέχουν στην τελούμενη λατρεία. Δεν είναι λοιπόν παράδοξο, ότι μηχανικά και χωρίς ενδιαφέρον παρακολουθούν την ωφέλεια της Θείας λειτουργίας. Εξαιτίας αυτών των λόγων είναι φρόνιμο, ένα εγκόλπιο της Θείας Λειτουργίας, στο οποίο θα παρατίθεται ολόκληρο κείμενο αυτής, με σύντομη ερμηνεία για κάθε μια ευχή για να βοηθήσει τους Χριστιανούς ν’ αναπτύξουν ενδιαφέρον για τη Θεία Λειτουργία, η οποία αποτελεί τη σπουδαιότερη προσευχή της Εκκλησίας του Χριστού και τη μοναδική λατρεία, από την οποία ο άνθρωπος λατρεύει το Θεό κατά το πλέον ευάρεστο προς Αυτόν τρόπο. Ο εκκλησιαζόμενος δηλαδή, όταν κρατεί στο χέρι του το εγκόλπιο αυτό κατά τη Θεία Λειτουργία, θα είναι σε θέση να παρακολουθεί προσεκτικότερα την τέλεση του Μυστηρίου, να καταλαβαίνει καλύτερα τις ευχές, να προσεύχεται με το πνεύμα του, και να μετέχει ολοκληρωτικά στη λατρεία. Αυτή η επικοινωνία με τον Χριστό, μέσω του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας, θα τον ελκύσει, ώστε να εκκλησιάζεται τακτικά, να γίνει συνειδητός Χριστιανός και ζωντανό μέλος της Εκκλησίας. Και για να εισαχθεί ευκολότερα ο αναγνώστης του παρόντος στο νόημα των προσευχών της Θείας Λειτουργίας και του όλου Μυστηρίου αυτής, θα εκθέσουμε στην εισαγωγή επιγραμματικά τι είναι προσευχή γενικά και τι είναι η Θεία Λειτουργία ειδικότερα.

   Η προσευχή. Προσευχή είναι η επικοινωνία του ανθρώπου με το Θεό, είναι η απλή , η ταπεινή, αλλά γλυκιά και αγία συνομιλία του ανθρώπου με το Θεό, είναι η θερμή έκχυση της καρδίας μας προς το Θεό, κατά την οποία ο άνθρωπος δοξολογεί, ευχαριστεί το Θεό για τις μεγάλες δωρεές της αγάπης Του, εκθέτει σε Αυτόν τις ανάγκες και θλίψεις του, ζητεί με πίστη τη βοήθεια και επέμβαση Εκείνου, ο οποίος είναι ο μόνος ικανός να βοηθήσει και να ικανοποιήσει κάθε ανάγκη του ανθρώπου. Προσευχή είναι η θλιβερή ομολογία, η εγκάρδιος παράκληση, η ικετευτική κραυγή του αμαρτωλού ανθρώπου, ο οποίος συναισθάνεται το βάρος των αμαρτιών του και ποθεί να λάβει συγχώρηση από το μόνο Αγαθό, το Θεό που συγχωρεί τις αμαρτίες. Και επειδή αυτή είναι η προσευχή, γι΄ αυτό αποτελεί πράγματι την υψηλότερη έκφραση του ευγενέστερου από τα συναισθήματα του ανθρώπου, του θρησκευτικού συναισθήματος, αποτελεί, όπως λέει ο άγιος Γρηγόριος ο θεολόγος, «σύνδεσμον τῶν λογικῶν πρός τόν Κτίσαντα κτισμάτων καί δύναμιν, ἥτις ἱερουργεῖ καί τελεσιουργεῖ τήν τοῦ ἀνθρώπου πρός Θεόν ἀνάτασιν τέ καί ἕνωσιν». Αυτή η προσευχή λέγεται ι δ ι ω τ ι κ ή, όταν γίνεται από τον καθένα ξεχωριστά Χριστιανό ιδιαιτέρως, ή από την κάθε ξεχωριστή χριστιανική οικογένεια, ή και από οποιαδήποτε άλλη ομάδα πιστών, ανεξάρτητα από τόπο και χρόνο. Είναι τόσο φυσική ιδιότητα και εκδήλωση του λογικού μας η προσευχή, τόσο σπουδαίο και ένδοξο προνόμιο μας το ότι αναβιβαζόμεθα εις την μεγάλη τιμή να συνομιλούμε με τον ύψιστο Θεό, τόσο βαθιά και απαραίτητη ανάγκη της υλικής και πνευματικής μας φύσης, ώστε διαστρέφει τη φύση του, εκφυλίζεται και αποκτηνώνεται και παύει να είναι άνθρωπος εκείνος, που νέκρωσε την απαίτηση αυτή της ψυχής του, την απαίτηση της προσευχής. Αλλά εάν είναι τόσο απαραίτητη η ιδιωτική προσευχή, είναι επίσης απαραίτητη η δημόσια προσευχή και λατρεία. Δηλαδή,  η προσευχή,  την οποία από κοινού προσφέρει στο Θεό η εκκλησία των πιστών εντός του Ναού. Τόσο στενά συνδέεται η δημόσια με την ιδιωτική προσευχή, ώστε χωρίς να συμμετέχουμε στις προσευχές της Εκκλησίας, και μάλιστα στη Θεία Λειτουργία, δε μπορεί να υπάρξει ιδιωτική προσευχή και δε μπορεί οι ατομικές προσευχές μας να γίνουν δεκτές από το Θεό. Και ο λόγος είναι ευνόητος. Πρώτον, διότι η Θρησκεία ενός λαού γίνεται γνωστή από τη δημόσια λατρεία του. Και εάν οι ειδωλολάτρες συγκεντρώνονται στην κοινή και δημόσια προσευχή, μέσω της οποίας ομολογούν την πίστη τους στους θεούς τους, πολύ περισσότερο εμείς οι Χριστιανοί, δημόσια και στην εκκλησία του λαού, οφείλουμε να λατρεύουμε το Θεό Πατέρα και το σωτήρα Χριστό και το Άγιο Πνεύμα. Εξαιτίας της δημόσιας λατρείας θα φανερώσουμε σε όλο τον κόσμο και θα ομολογήσουμε, ότι πιστεύουμε στον αληθινό Θεό. Είναι λοιπόν δημοσία ομολογία και διακήρυξη της πίστης μας στον αληθινό Θεό η δημοσία και επ’ εκκλησίας προσευχή. Δεύτερον, διότι η κοινή και δημοσία προσευχή είναι η πρέπουσα εκδήλωση ευλάβειας και ευγνωμοσύνης προς τον ύψιστο Ευεργέτη. Διότι όλοι ανεξαιρέτως και από κοινού «ἐν τῷ Θεῷ ζῶμεν καί κινούμεθα καί ἐσμέν» – όπως διεκήρυξε στους Αθηναίους ο απόστολος Παύλος. Όλοι και από κοινού τον ίδιο αέρα, τον ίδιο ήλιο, τα ίδια αγαθά – υλικά και πνευματικά-μαζί με το Θεό λαμβάνουμε και χρησιμοποιούμε προς ζωή και απόλαυση. Και επομένως είναι δίκαιο και πρέπον δημοσία και από κοινού ν’ αναπέμπουμε δόξα και ευχαριστία στον κοινό χορηγό και δοτήρα Θεό. Από Αυτόν όλοι ανεξαιρέτως εξαρτόμαστε, τόσο ο φτωχός και άσημος και ο αγράμματος, όσο και ο πλούσιος και ο σοφός και ο επιφανής. Όλοι έχουμε αμαρτήσει και είμαστε ένοχοι ενώπιον της δικαιοσύνης του Θεού, και επομένως όλοι και από κοινού οφείλουμε να ομολογούμε όχι μόνο την εξάρτηση μας αλλά και την ενοχή μας, και από κοινού να ζητούμε το έλεος και τη σωτηρία, της οποίας όλοι ανεξαιρέτως έχουμε ανάγκη. Καθ΄ ον χρόνον οι άγγελοι και οι άγιοι του ουρανίου κόσμου, από κοινού στο θρόνο του Θεού κυκλικά, αναπέμπτουν ύμνους και δοξολογίες, πρέπει παράλληλα- όπως λέει ο θεόπνευστος προφήτης-«βασιλεῖς τῆς γῆς καί πάντες λαοί, ἄρχοντες καί πάντες κριταί γῆς, νεανίσκοι καί παρθένοι, πρεσβύτεροι μετά νεωτέρων» να υμνούμε και να δοξάζουμε μαζί το Θεό. Γιατί διαφορετικά διακόπτουμε τη συγγένεια και επικοινωνία προς τα λογικά εκείνα του ουρανού όντα και μεταπηδούμε στην κατάσταση των αλόγων και στη δυστυχία των εκπεσόντων. Για αυτούς τους λόγους και ο Θεός παραγγέλλει και επιβάλλει ως καθήκον ιερό την κοινή και δημοσία προσευχή, τον εκκλησιασμό των πιστών, λέγοντας: «Ἐν ἐκκλησίαις εὐλογεῖτε τόν Θεόν. Ἡ αἴνεσις Αὐτοῦ ἐν ἐκκλησίᾳ ὁσίων». Αυτός ο Κύριος υποσχέθηκε, ότι θα αγιάζει συγκέντρωση πιστών, που γίνεται προς το σκοπό προσευχής και λατρείας, ιδιατέρως κατά τη Θεία Λειτουργία του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας.

   Η Θεία Λειτουργία. Περί της προσευχής και λατρείας, την οποία προσφέρουμε στο Θεό κατά τη Θεία Λειτουργία, είναι ανάγκη να γίνει ιδιαίτερος λόγος, διότι σε αυτήν αναφέρεται το παρόν. Πρωτίστως πρέπει να γνωρίζει ο αναγνώστης, ότι η λέξη λ ε ι τ ο υ ρ γ ί α στην ιερά γλώσσα της Θρησκείας σήμαινε κατ’ αρχήν κάθε ιερή υπέρ του λαού υπηρεσία και αγαθοεργία. Στους χρόνους της Παλαιάς Διαθήκης σήμαινε κάθε προσευχή και λατρεία, την οποίαν ο λαός ανέφερε στο Θεό δια των ιερέων του μωσαϊκού νόμου. Στους χριστιανικούς χρόνους λειτουργία επικράτησε να λέγεται η τέλεση του μεγάλου μυστηρίου της Θείας Κοινωνίας. Διότι αυτή είναι και υπέρ του λαού υπηρεσία, και μεγίστη ευεργεσία, προσευχή και λατρεία η αρίστη και εξόχως αρεστή ενώπιον του Θεού. Υπερέχει η Θεία Λειτουργία από όλες τις άλλες προσευχές, τις ιδιωτικές ή τις δημόσιες, τόσο όσο ο ήλιος από τα άλλα σώματα, που τον ακολουθούν και λαμβάνουν από αυτόν το φως. Και όπως γράφουν τα λεγόμενα βιβλία του αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου, «οὐκ ἔνεστι σχεδόν τινά τελεσθῆναι τελετήν ἱεραρχικήν μή τῆς θειοτάτης Εὐχαριστίας τελεσιουργούσης τήν πρός Θεόν κοινωνίαν».

   Η Θεία λειτουργία είναι πρώτον α ν ά μ ν η σ ι ς και αναπαράσταση της θυσίας, την οποία ο Κύριος προσέφερε επί του σταυρού, και της οποίας οι πιστεύοντες βρίσκουν τη σωτηρία. Δεν υπάρχει στην ιστορία της ανθρωπότητας γεγονός μεγαλύτερης σπουδαιότητας, και δωρεά του Θεού προς τους ανθρώπους μεγαλύτερης αξίας, από την οποίαν σε εμάς προσέφερε πάνω στου σταυρό. Το γεγονός λοιπόν αυτό πρέπει να μένει αλησμόνητο, πρέπει να κατέχει ζωηρώς τη μνήμη μας. Και προς το σκοπό αυτό ο Κύριος ίδρυσε το μυστήριο της Θείας Κοινωνίας σύμφωνα με την περίφημη εσπέρα του Μυστικού Δείπνου. Διότι αφού μετέβαλε θαυματουργικώς τον άρτο και τον οίνο στο σώμα Του και το αίμα Του -στο ίδιο σώμα που σταυρώθηκε την επομένη και σε αυτό το αίμα που χύθηκε από το σταυρό- έδωσε την εξής περίφημη εντολή: «Τοῦτο ποιεῖτε εἰς τήν ἐμήν ἀνάμνησιν».

   Δηλαδή, να τελείτε και εσείς το Μυστήριο αυτό, το οποίο εγώ τέλεσα, να μεταδίδετε και εσείς τη Θεία Κοινωνία, όπως Εγώ σας τη μετέδωσα. Προς ποιό σκοπό; Σε ανάμνηση Δική Μου. Να θυμάστε Εμένα, τους λόγους και τη διδασκαλία Μου, την αρετή και την αγιότητα Μου, από τώρα και στο εξής. Για να θυμάστε τα παθήματά Μου, τον επί του σταυρού θάνατον Μου! Αυτά θα θυμάστε, όταν τελείτε το Μυστήριο αυτό. Από την εποχή εκείνη άρχισε η Θεία Λειτουργία κατά την οποία τελείται το μέγα αυτό Μυστήριο. Δεν έπαυσε ποτέ μέχρι σήμερα, και δεν θα παύσει «ἄχρις οὐ ἄν ἔλθῃ»-λέει ο Θείος Παύλος-δηλαδή μέχρις ότου έλθει πάλι ο Κύριος, μέχρι της δευτέρας Του παρουσίας. Έως τότε η Θεία Λειτουργία θα εξακολουθεί να γίνεται ως ιερωτάτη αναμνηστική τελετή. Ως τελετή, η οποία υπενθυμίζει και αναπαριστάνει το σταυρικό θάνατο του Κυρίου. Ως τελετή, η οποία προσκαλεί τους πιστούς να λάβουν τα μέγιστα αγαθά, τα οποία πηγάζουν από τη σταυρική θυσία του Χριστού και μεταδίδονται σε όσους καταφεύγουν στη σωτήρια αυτή πηγή. Είναι λοιπόν η Θεία Ευχαριστία αιώνιο αναμνηστικό Μυστήριο, το οποίο αναπαριστάνει τον επί σταυρού θάνατο του Κυρίου, και υπενθυμίζει σε εμάς τους επιλήσμονες τόσο την πρώτη επί γης παρουσία Του, όσο και τη μέλλουσα δευτέρα Του παρουσία. Αλλά από αυτή τη σημασία της Θείας Λειτουργίας δίνεται η ευκαιρία να καταλάβει ο αναγνώστης, αν μπορεί κανείς Χριστιανός να λείπει από αυτή, να μην εκκλησιάζεται κάθε Κυριακή. Από μία σπουδαία αναμνηστική εορτή, που κάμει μία οικογένεια, δε μπορεί ποτέ να λείψουν τα γνήσια παιδιά της, αλλά μόνο, εάν κανένα από τα παιδιά αποξενωθεί από αυτή. Κατά παρόμοιο τρόπο, από μία τέτοια αναμνηστική τελετή, όπως είναι η Θεία Λειτουργία, λείπουν μόνο όσοι αποξενώθηκαν από το Θεό Πατέρα και δε θέλουν να ανήκουν στη μεγάλη οικογένεια Του, η οποία λέγεται Εκκλησία. Αυτοί μόνο φεύγουν και δεν εκκλησιάζονται.

   Η Θεία Λειτουργία είναι δεύτερον θ υ σ ί α. Θυσία ευγενεστάτη, πνευματικωτάτη, θεοπρεπής. Δηλαδή, η μόνη αρμόζουσα στο θεό θυσία, από την οποία ο άνθρωπος έχει τη δυνατότητα να προσφέρει την πλέον αρεστή στο Θεό λατρεία. Ο Χριστιανός -όπως σημειώσαμε και προηγουμένως- αισθάνεται την ανάγκη να λατρεύσει το Θεό, να δοξάσει την άπειρη μεγαλειότητα Του, να ευχαριστήσει την άπειρη αγάπη Του, να Του προσφέρει θυσία αινέσεως και ευχαριστίας. Αλλά επίσης αισθάνεται βαθύτατη και απολύτως αναπόφευκτη ανάγκη να λάβει άφεση αμαρτιών, να απαλλαγεί από το βάρος της αμαρτίας, να εξιλεώσει τη δικαιοσύνη του Θεού, την οποία από την αμαρτία προσέβαλε, να αποτρέψει την οργή Αυτού, την οποία η ενοχή προκάλεσε, να ελκύσει τη βοήθεια Αυτού, από την οποία και μόνη έχει τη δυνατότητα να ανορθωθεί από τη θανατηφόρο πτώση της αμαρτίας, να βαδίσει το δρόμο της ζωής και σωτηρίας, να βρει όσα η διπλή φύση μας, η διατήρηση του σώματος και η ανάπτυξη της ψυχής μας, απαιτεί. Πόσο βαθιά είναι η ανάγκη αυτή αποδεικνύεται από το πλήθος των θυσιών, τις οποίες ανέκαθεν προσέφερε ο άνθρωπος, για να εξιλεώσει το θείο. Αλλά καμία θυσία, όχι μόνο οι θυσίες των ειδωλολατρών, αλλά και εκείνες, τις οποίες οι ιερείς του ισραηλιτικού λαού προσέφεραν στον αληθινό Θεό, καμία δεν ήταν αντάξια του Θεού του αγίου και ανάλογη προς το βάρος των αμαρτιών των ανθρώπων. Πού λοιπόν ο αμαρτωλός άνθρωπος θα ‘βρισκε τη θυσία την αξίαν και ανάλογον, για να προσφέρει στον Θεό τον ύψιστον; Εδώ τώρα φανερώνεται το μεγαλείο της αγάπης του Θεού. Εκείνου το οποίο χρειαζόμαστε μεν απολύτως, για να το προσφέρουμε, αλλά ήτο απολύτως αδύνατο να το αποκτήσουμε, μας το έδωσε η ανέκφραστη αγάπη του Θεού, για να Του το προσφέρουμε και να λάβουμε την άφεση και την σωτηρία. Μας έστειλε τον Υιό Του, ο οποίος λαμβάνοντας και την ανθρώπινην φύση και αφού παρουσιάσθηκε ως άνθρωπος επί της γης, προσέφερε επί του σταυρού τον Εαυτό Του στο Θεό ως θυσία εκ μέρους εμάς και ως αντιπρόσωπος δικός μας. Τη θυσία εκείνη συνεχίζει η θυσία της Θείας Ευχαριστίας, που γίνεται μέσω της Θείας Λειτουργίας. Οι ιερές εκείνες λέξεις: «Τά σά ἐκ τῶν σῶν σοί προσφέρομεν», τις οποίες ακούμε σε κάθε Λειτουργία κατά την ώρα της τέλεσης του Μυστηρίου, οι λέξεις αυτές φανερώνουν τι είναι η Θεία Λειτουργία. Απευθυνόμενος ο ιερέας προς τον Θεό Πατέρα λέει: «Οὔτε ἡμεῖς ἔχομεν, οὔτε ὑπάρχει εἰς τόν κόσμον ὅλον θυσία ἀξία τῆς μεγαλειότητός Σου, τῆς ἀγάπης Σου, τῆς δικαιοσύνης Σου, τήν ὁποίαν ἡμεῖς διά τῆς ἁμαρτίας δεινῶς προσεβάλομεν. Ἀλλά Σύ μᾶς ἔδωκες τήν μόνην κατάλληλον θυσίαν. Μᾶς ἔδωκες τόν Υἱόν Σου, ὁ ὁποῖος εἶναι τό μόνο ἄξιον τῆς μεγαλειότητός Σου πρόσωπον, ὁ μόνος ἀναμάρτητος καί ἅγιος καί ἱκανός νά ἐξιλεώσῃ τήν δικαιοσύνην Σου. Μᾶς ἔδωκες τόν Χριστόν, ὁ ὁποῖος προσεφέρθη θυσία δι’ ἡμᾶς ἐπί τοῦ σταυροῦ, καί ὁ ὁποῖος ὡς συνέχειαν τῆς θυσίας Του ἐκείνης μᾶς ἄφηκε τήν θυσίαν ταύτην τῆς θείας Εὐχαριστίας. Ταύτην λοιπόν τήν θυσίαν, τήν ὁποίαν Σύ μᾶς ἐχάρισες, ἡμεῖς Σου προσφέρομεν! ».

   Η Θεία Λειτουργία είναι τρίτον θ ε ί α  κ ο ι ν ω ν ί α. Δηλαδή, είναι μετάδοση και μετάληψη του σώματος και του αίματος του Χριστού. Είναι συμμετοχή στην αγιότατη και υψίστη θυσία. Αυτό είναι το υπερέχον γεγονός της Θείας Λειτουργίας, το οποίο την αναδεικνύει μοναδική στον κόσμο λειτουργία. Τελούν και οι Εβραίοι μεγάλη αναμνηστική της απελευθέρωσης τους εορτή, το Πάσχα. Αλλά κατά την εορτή αυτή τρώνε τον αμνό, τα άζυμα, τα πικρά χόρτα αυτούσια, αμετάβλητα, χωρίς άλλη ουσία. Αλλά όταν ο Κύριος ίδρυσε το νέο Πάσχα, όταν τέλεσε το Μυστικό Δείπνο, έδωσε στους μαθητές Του τον άρτον και τον οίνον με την εντολήν: «λάβετε, φάγετε» και «πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες», αυτά δεν ήταν πλέον κοινό και αμετάβλητο ψωμί και κρασί. Από τη στιγμή κατά την οποία με την ευλογία Του τα καθηγίασε, μεταβλήθησαν θαυματουργικώς. Και ο άρτος έγινε σώμα Του, αυτό το σώμα, το οποίο την επομένη θυσιάστηκε επί του σταυρού, ο οίνος έγινε αίμα Του, αυτό το αίμα, που χύθηκε από του σταυρού. Γι αυτό, όταν έδωσε τον οίνο και είπε: «πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες», προσέθεσε αμέσως: «τοῦτο γάρ ἔστι τό αἷμα μου». Αυτό λοιπόν το Σώμα και αυτό το Αίμα μεταδίδει και η Θεία Λειτουργία στους πιστούς τους αξίους να μεταλάβουν και να γίνουν μέτοχοι της αγιωτάτης αυτής θυσίας. Και επομένως οι ερχόμενοι στη Θεία Λειτουργία πιστοί δεν τελούν μία ξηρά ανάμνηση της επί του σταυρού θυσίας του Χριστού, αλλά γίνονται μέτοχοι της θυσίας αυτής, αξιώνονται της Θείας κοινωνίας, μεταλαμβάνουν το Χριστό, έχουν εντός της καρδιάς τους το Χριστό, και ζουν μαζί με το Χριστό. Διότι ο Χριστός βεβαίωσε: «ὁ τρώγων μου τήν σάρκα καί πίνων μου τό αἷμα, ἐν ἐμοί μένει καγῶ ἐν αὐτῷ».

   Αλλά αφού αυτή είναι η Θεία Λειτουργία, αφού είναι η μεγαλύτερη επί της γης αναμνηστική τελετή, η μόνη θεοπρεπής θυσία, η αληθινή Θεία κοινωνία, η προσκαλούσα τους πιστούς στο Μυστικό Δείπνο και προσφέρουσα σε αυτούς το Μυστικό Δείπνο, αντιλαμβάνεται πλέον ο αναγνώστης πόσο μεγάλο καθήκον και προνόμιο είναι το να εκκλησιάζεται ο Χριστιανός, το να μετέχει στη Θεία Λειτουργία, το να λαμβάνει μέρος στη Θεία κοινωνία. Δεν είναι δυνατόν αλλιώς να λάβεις άφεση αμαρτιών, να αγωνισθείς το δύσκολο αγώνα κατά της αμαρτίας, να μορφωθείς αληθινός Χριστιανός, να ικανοποιήσεις τις νόμιμες ανάγκες της ζωής σου, να βρεις αληθινή ενίσχυση και παρηγοριά στις δυσκολίες και στις θλίψεις του βίου σου, μέσω της συμμετοχής σου στο Μυστήριο αυτό της ζωής, που γίνεται κατά την θεία Λειτουργία. Δεν είναι δυνατό καμία άλλη ιδιωτική προσευχή σου να γίνει δεκτή από τον Θεό, ούτε να θεωρήσαι μέλος της Εκκλησίας του Χριστού, ούτε να είσαι Χριστιανός, εάν δεν προσεύχεσαι και δεν λατρεύεις το Θεό κατά τη Θεία Λειτουργία. Χριστιανός, ο οποίος δεν μετέχει της Θείας Λειτουργίας, Χριστιανός, ο οποίος δεν πηγαίνει την Κυριακή στην εκκλησία, για να συμμετάσχει μέχρι τέλους στη Θεία Λειτουργία, παύει να είναι Χριστιανός. Ως απόδειξη όλων αυτών, η Έκτη Οικουμενική Σύνοδος -για εκείνους τους καιρούς- όρισε, ότι πρέπει να αφορίζεται, να αποκόπτεται από την Εκκλησία, ο Χριστιανός εκείνος ο οποίος χωρίς ανάγκη μεγάλη λείπει τρείς Κυριακές από τη Θεία Λειτουργία.

   Αλλά πάλι ο Χριστιανός, που έρχεται στη Θεία Λειτουργία, πρέπει να εννοεί, να καταλαβαίνει τις θαυμάσιες προσευχές, οι οποίες λέγονται κατά τη Θεία Λειτουργία ως προπαρασκευή αυτών της Θείας Ευχαριστίας, διότι απαραιτήτως μετέχει και ο εκκλησιαζόμενος λαός στην ιερωτάτην αυτή λατρεία. Εξάλλου ανήκουν στο λαό πολλές της Θείας Λειτουργίας ευχές, καθώς συμπροσεύχεται και ο λαός μετά του ιερέα και ανταποδίδει ευχές σε αυτόν και ευχαριστεί το Θεό μετ̕ αυτού. Και επομένως πρέπει να γνωρίζει καλώς όλα αυτά. “Γιατί, θαυμάζεις” , λέει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, “ότι ο λαός όλος προσεύχεται μαζί με τον ιερέα, αφού αναπέμπει τους ιερούς ύμνους μαζί με αυτά τα Χερουβείμ και με τις επουράνιες δυνάμεις; Όλα αυτά γίνονται για να παρακολουθεί ο λαός τη Θεία Λειτουργία με προσοχή, για να μάθουμε, ότι όλοι οι εκκλησιαζόμενοι αποτελούμε ένα σώμα και έχουμε ο ένας με τον άλλον τόση διαφορά όση τα μέλη του ίδιου σώματος μας” .

Πηγή υλικού

Σεραφείμ Παπακώστα, Εγκόλπιον της Θείας Λειτουργίας Ιωάννου Χρυσοστόμου, Έκδοση ενδέκατη, Αδελφότης Θεολόγων «Ζωή», Αθήνα, 1979, σ. 5-33

ΔΟΞΑ ΤΩ ΘΕΩ

Advertisements