Πνευματικές Νουθεσίες 1(54)

Έτος 8ο                                                                                                              Φύλλο 1(54)

         

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΕΣ  ΝΟΥΘΕΣΙΕΣ   

Πόνημα Νεανικής Συντροφιάς Ι. Ν. Ευαγγελιστρίας Λιβαδειάς

« Ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δέ ἐν ἐμοί Χριστός »

Ζ’ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟΣ

Την Kυριακή μετά την ενδεκάτη Οκτωβρίου, μνήμη επιτελούμε των Aγίων Πατέρων της αγίας και Oικουμενικής Eβδόμης Συνόδου. Η Ζ’ Οικουμενική Σύνοδος συνήλθε στη Νίκαια της Βιθυνίας από τις 24 Σεπτεμβρίου έως τις 13 Οκτωβρίου 787 μ.Χ., με πρωτοβουλία της αυτοκράτειρας Ειρήνης, η οποία ασκούσε χρέη αντιβασιλέως. Υπό την προεδρία του Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Αγίου Ταρασίου (βλέπε 25 Φεβρουαρίου), συγκεντρώθηκαν τριακόσιοι πενήντα ορθόδοξοι επίσκοποι και σε αυτούς προστέθηκαν άλλοι δεκαεπτά ιεράρχες, οι όποιοι αποκήρυξαν την αίρεση των εικονομάχων. Πλάι στους αντιπροσώπους του Πάπα Ρώμης και των Πατριαρχών Αντιοχείας και Ιεροσολύμων, οι μοναχοί οι όποιοι υπέφεραν δεινούς διωγμούς επί βασιλείας των εικονομάχων αυτοκρατόρων Λέοντος Γ’ Ισαύρου (717 – 741 μ.Χ.) και Κωνσταντίνου Ε’ Κοπρωνύμου (741 – 775 μ.Χ.), αποτελούσαν έντονη παρουσία· ήταν περίπου εκατόν τριάντα έξι.

Μετά από επιμελή προετοιμασία, οι Πατέρες της Συνόδου αναθεμάτισαν τους αιρετικούς, οι όποιοι για περισσότερα από πενήντα έτη απαγόρευαν στους ορθόδοξους χριστιανούς να τιμούν τις σεπτές εικόνες του Χρίστου και των αγίων Του, διότι αυτό αποτελούσε δήθεν ειδωλολατρία. Έθεσαν έτσι τέρμα στην πρώτη περίοδο της εικονομαχίας, η οποία όμως ξέσπασε εκ νέου λίγα χρόνια αργότερα επί Λέοντος Ε’ Αρμενίου (813 – 820 μ.Χ.) και δε σταμάτησε οριστικά παρά το 843 μ.Χ.,  χάρις στην αυτοκράτειρα Θεοδώρα και στον πατριάρχη άγιο Μεθόδιο (βλέπε 14 Ιουνίου). Οι άγιοι Πατέρες αναθεμάτισαν τους αιρετικούς πατριάρχες Αναστάσιο, Κωνσταντίνο και Νικήτα, αποκήρυξαν την δήθεν οικουμενική σύνοδο που συνεκλήθη στο ανάκτορο της Ιερείας με πρωτοβουλία του Κωνσταντίνου Ε’ το 754 μ.Χ. και κήρυξαν αιωνία την μνήμη των αγίων υπερμάχων της Ορθοδοξίας: του πατριάρχου αγίου Γερμανού (715 – 730 μ.Χ.) (βλέπε 12 Μαΐου), του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού (βλέπε 4 Δεκεμβρίου), του Γεωργίου Κύπρου και όλων όσοι είχαν υποστεί βασάνους και εξορίες ως υπέρμαχοι των αγίων εικόνων. Στον Όρο της πίστεως, που ανέγνωσαν στην έβδομη και τελευταία συνεδρία της Συνόδου, οι Πατέρες διεκήρυξαν:

«Ορίζομεν συν ακριβεία πάση και εμμελεία, παραπλησίως τω τύπω του τιμίου και ζωοποιού σταυρού ανατίθεσθαι τας σεπτάς και αγίας εικόνας, τας εκ χρωμάτων και ψηφίδος και ετέρας ύλης επιτηδείως εχούσης, εν ταις αγίαις του Θεού εκκλησίαις, εν ιεροίς σκεύεσι και εσθήσι, τοίχοις τε και σανίσιν, οίκοις τε και οδοίς· της τε του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού εικόνος  και της αχράντου δεσποίνης ημών της αγίας Θεοτόκου, τιμίων τε αγγέλων και πάντων αγίων και οσίων ανδρών.  Όσω γάρ συνεχώς δι’ εικονικής ανατυπώσεως ορώνται, τοσούτον και οι ταύτας θεώμενοι διανίστανται προς την των πρωτοτύπων μνήμην τε και επιπόθησιν και ταύταις ασπασμόν και τιμητικήν προσκύνησαν απονέμειν, ου μην την κατά πίστιν ημών αληθινήν λατρείαν, η πρέπει μόνη τη θεία φύσει – αλλ’ ον τρόπον τω τύπω του τιμίου και ζωοποιού σταυρού και τοις αγίοις ευαγγελίοις και τοις λοιποίς ιεροίς αναθήμασι και θυμιαμάτων και φώτων προσαγωγήν προς την τούτων τιμήν ποιεισθαι, καθώς και τοις αρχαίοις ευσεβώς είθισται. Η “γαρ της εικόνος τιμή επι το πρωτότυπον διαβαίνει” και ο προσκυνών την εικόνα, προσκυνεί εν αυτή του εγγραφομένου την υπόστασιν. Ούτω γαρ κρατύνεται η των άγιων Πατέρων ημών διδασκαλία, είτουν παράδοσις της Καθολικής Εκκλησίας, της από περάτων εις πέρατα δεξαμένης το ευαγγέλιον».

Οι άγιοι Πατέρες ως εκ τούτου απεδείχθησαν υπέρμαχοι όχι μόνον των αγίων εικόνων αλλά, στην ουσία, αυτού του ιδίου του μυστηρίου της Ενανθρωπήσεως του Υιού του Θεού: «Πάλαι μεν ο Θεός ο ασώματος τε και ασχημάτιστος ουδαμώς εικονίζετο, νυν δε σαρκί οφθέντος Θεού και τοις ανθρώποις συναναστραφέντος εικονίζω Θεού το ορώμενον. Ού προσκυνώ τη ύλη, προσκυνώ δε τον της ύλης δημιουργόν, τον ύλην δι’ εμέ γενόμενον και εν ύλη κατοικήσαι καταδεξάμενον και δι’ ύλης την σωτηρίαν μου εργασάμενον και σέβων ου παύσομαι την ύλην, δι’ ης η σωτηρία μου είργασται». Προσλαμβάνοντας την ανθρώπινη φύση, ο Λόγος του Θεού την θέωσε χωρίς εκείνη να χάσει τα ιδιώματά της. Γι’ αυτό τον λόγο, ενώ εν τη δόξα Του είναι ακατάληπτη στις αισθήσεις μας, η ανθρώπινη φύση του Σωτήρος δύναται ωστόσο να αποτυπωθεί. Η εικόνα του Χριστού – την πιστότητα της οποίας φυλάσσει η παράδοση της Εκκλησίας – καθίσταται κατά συνέπεια αληθής παρουσία του θεανθρώπινου προτύπου της, αγωγός χάριτος και αγιασμού σε όσους με πίστη της απονέμουν τιμητική προσκύνηση.

Η δεύτερη Σύνοδος της Νικαίας είναι η έβδομη και τελευταία Οικουμενική Σύνοδος που αναγνωρίζει η Ορθόδοξος Εκκλησία. Ωστόσο αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορούν να συγκληθούν στο μέλλον άλλες οικουμενικές Σύνοδοι, άλλα ότι ως έβδομη η Σύνοδος της Νικαίας συμπληρώνει τον αριθμό που μέσα στην Αγία Γραφή αντιπροσωπεύει την τελειότητα και ολοκλήρωση (π.χ., Γεν. 2, 1-3). Σφραγίζει το πέρας της περιόδου των δογματικών συγκρούσεων, που επέτρεψαν στην Εκκλησία να διευκρινίσει με σαφείς και ακριβείς ορισμούς τα όρια της ορθοδόξου πίστεως. Εφεξής, κάθε αίρεση δύναται και θα δύναται να αναχθεί σε μία από τις πλάνες που αναθεμάτισε η Εκκλησία στις οικουμενικές συνόδους, από την πρώτη (325 μ.Χ.) έως την έβδομη (787 μ.Χ.) εν Νικαία Σύνοδο.

 Ἱερόθεος, Μητροπολίτης Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου – Βασικὰ σημεῖα διαφορᾶς μεταξὺ Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ Παπισμοῦ

Περιοδικὸ Παρέμβασις, Ἀπρίλιος 2001

  1. Οἱ Ἐπίσκοποι τῆς Παλαιᾶς Ρώμης, παρὰ τὶς μικρὲς καὶ μὴ οὐσιαστικὲς διαφορές, εἶχαν πάντοτε κοινωνία μὲ τοὺς Ἐπισκόπους της Νέας Ρώμης καὶ τοὺς Ἐπισκόπους της Ἀνατολῆς μέχρι τὸ 1009-1014, ὅταν γιὰ πρώτη φορὰ κατέλαβαν τὸν θρόνο τῆς Παλαιᾶς Ρώμης οἱ Φράγκοι Ἐπίσκοποι. Μέχρι τὸ 1009 οἱ Πάπες τῆς Ρώμης καὶ οἱ Πατριάρχες τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἦσαν ἑνωμένοι στὸν κοινὸ ἀγώνα ἐναντίον τῶν Φράγκων Ἡγεμόνων καὶ Ἐπισκόπων, ἀλλὰ καὶ τῶν κατὰ καιροὺς αἱρετικῶν.
  2. Οἱ Φράγκοι στὴν Σύνοδο τῆς Φραγκφούρτης τὸ 794 κατεδίκασαν τὶς ἀποφάσεις τῆς Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καὶ τὴν τιμητικὴ προσκύνηση τῶν ἱερῶν εἰκόνων. Ἐπίσης τὸ 809 οἱ Φράγκοι εἰσήγαγαν στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως τὸ Filioque, τὴν διδασκαλία δηλαδὴ περὶ τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐκ τοῦ Πατρὸς καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ. Αὐτὴν τὴν εἰσαγωγὴ κατεδίκασε τότε καὶ ὁ ὀρθόδοξος Πάπας τῆς Ρώμης. Στὴν Σύνοδο τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἐπὶ Μεγάλου Φωτίου, στὴν ὁποία συμμετεῖχαν καὶ ἐκπρόσωποι τοῦ ὀρθοδόξου Πάπα τῆς Ρώμης, κατεδίκασαν ὅσους εἶχαν καταδικάσει τὶς ἀποφάσεις τῆς Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καὶ ὅσους προσέθεσαν στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως τὸ Filioque. Ὅμως γιὰ πρώτη φορὰ ὁ Φράγκος Πάπας Σέργιος Δ´ τὸ 1009 στὴν ἐνθρονιστήρια ἐπιστολή του προσέθεσε στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως τὸ Filioque καὶ ὁ Πάπας Βενέδικτος Η´ εἰσήγαγε τὸ πιστεύω μὲ τὸ Filioque στὴν λατρεία τῆς Ἐκκλησίας, ὁπότε ὁ Πάπας διεγράφη ἀπὸ τὰ δίπτυχά της Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
  3. Ἡ βασικὴ διαφορὰ μεταξὺ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ τοῦ Παπισμοῦ βρίσκεται στὴν διδασκαλία περὶ τῆς ἀκτίστου οὐσίας καὶ ἀκτίστου ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ. Ἐνῶ οἱ Ὀρθόδοξοι πιστεύουμε ὅτι ὁ Θεὸς ἔχει ἄκτιστη οὐσία καὶ ἄκτιστη ἐνέργεια καὶ ὅτι ὁ Θεὸς ἔρχεται σὲ κοινωνία μὲ τὴν κτίση καὶ τὸν ἄνθρωπο μὲ τὴν ἄκτιστη ἐνέργειά Του, ἐν τούτοις οἱ Παπικοὶ πιστεύουν ὅτι στὸν Θεὸ ἡ ἄκτιστη οὐσία ταυτίζεται μὲ τὴν ἄκτιστη ἐνέργειά Του (actus purus) καὶ ὅτι ὁ Θεὸς ἐπικοινωνεῖ μὲ τὴν κτίση καὶ τὸν ἄνθρωπο διὰ τῶν κτιστῶν ἐνεργειῶν Του, δηλαδὴ ἰσχυρίζονται ὅτι στὸν Θεὸ ὑπάρχουν καὶ κτιστὲς ἐνέργειες. Ὁπότε ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ διὰ τῆς ὁποίας ἁγιάζεται ὁ ἄνθρωπος θεωρεῖται ὡς κτιστὴ ἐνέργεια. Ἀλλὰ ἔτσι δὲν μπορεῖ νὰ ἁγιασθῇ.

Ἀπὸ αὐτὴν τὴν βασικὴ διδασκαλία προέρχεται ἡ διδασκαλία περὶ ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐκ τοῦ Πατρὸς καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ, τὸ καθαρτήριο πῦρ, τὸ πρωτεῖο τοῦ Πάπα κλπ.

  1. Ἐκτὸς ἀπὸ τὴν θεμελιώδη διαφορὰ μεταξὺ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ τοῦ Παπισμοῦ στὸ θέμα τῆς οὐσίας καὶ ἐνεργείας στὸν Θεό, ὑπάρχουν ἄλλες μεγάλες διαφορές, ποὺ ἔγιναν κατὰ καιροὺς ἀντικείμενα θεολογικῶν διαλόγων, ἤτοι:

– τὸ Filioque, ὅτι τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἐκπορεύεται ἀπὸ τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱὸ μὲ ἀποτέλεσμα νὰ μειώνεται ἡ μοναρχία τοῦ Πατρός, νὰ καταργῆται ἡ τέλεια ἰσότητα τῶν προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος, νὰ μειώνεται ὁ Υἱὸς κατὰ τὴν ἰδιότητά Του νὰ γεννᾶ, ἐὰν ὑπάρχει ἑνότητα μεταξὺ Πατρὸς καὶ Υἱοῦ, νὰ ὑποτιμᾶται τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ὡς μὴ ἰσοδύναμο καὶ ὁμόδοξο μὲ τὰ ἄλλα πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἀφοῦ παρουσιάζεται ὡσεὶ «πρόσωπο στεῖρο»,

– ἡ χρησιμοποίηση ἀζύμου ἄρτου στὴν θεία Εὐχαριστία ποὺ παραβαίνει τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ὁ Χριστὸς ἐτέλεσε τὸ μυστικὸ δεῖπνο,

– ὁ καθαγιασμὸς τῶν «τιμίων δώρων» ποὺ γίνεται ὄχι μὲ τὴν ἐπίκληση, ἀλλὰ μὲ τὴν ἀπαγγελία τῶν ἱδρυτικῶν λόγων τοῦ Χριστοῦ «λάβετε φάγετε… πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες…,

– ἡ θεωρία ὅτι ἡ σταυρικὴ θυσία τοῦ Χριστοῦ ἐξιλέωσε τὴν θεία δικαιοσύνη, ποὺ παρουσιάζει τὸν Θεὸ Πατέρα ὡς φεουδάρχη καὶ παραθεωρεῖ τὴν Ἀνάσταση,

– ἡ θεωρία περὶ τῆς «περισσευούσης ἀξιομισθίας» τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν ἁγίων ποὺ τὴν διαχειρίζεται ὁ Πάπας,

– ὁ χωρισμὸς καὶ ἡ διάσπαση μεταξὺ τῶν μυστηρίων Βαπτίσματος, Χρίσματος, καὶ θείας Εὐχαριστίας,

– ἡ διδασκαλία περὶ τῆς κληρονομήσεως τῆς ἐνοχῆς τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος,

– οἱ λειτουργικὲς καινοτομίες σὲ ὅλα τὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας (Βάπτισμα, Χρίσμα, Ἱερωσύνη, Ἐξομολόγηση, Γάμος, Εὐχέλαιον),

– ἡ μὴ μετάληψη τῶν λαϊκῶν ἀπὸ τὸ «Αἷμα» τοῦ Χριστοῦ,

– τὸ πρωτεῖο τοῦ Πάπα, κατὰ τὸ ὁποῖο ὁ Πάπας εἶναι «ὁ episcopus episcoporum καὶ ἡ πηγὴ τῆς ἱερατικῆς καὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐξουσίας, εἶναι ἡ ἀλάθητος κεφαλὴ καὶ ὁ Καθηγεμὼν τῆς Ἐκκλησίας, κυβερνῶν αὐτὴν μοναρχικῶς ὡς τοποτηρητὴς τοῦ Χριστοῦ ἐπὶ τῆς γῆς» (Ι. Καρμίρης). Μὲ αὐτὴν τὴν ἔννοια ὁ Πάπας θεωρεῖ τὸν ἑαυτό του διάδοχο τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου, στὸν ὁποῖον ὑποτάσσονται οἱ ἄλλοι Ἀπόστολοι, ἀκόμη καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος,

– ἡ μὴ ὕπαρξη συλλειτουργίας κατὰ τὶς λατρευτικὲς πράξεις,

– τὸ ἀλάθητο τοῦ Πάπα,

– τὸ δόγμα τῆς ἀσπίλου συλλήψεως τῆς Θεοτόκου καὶ γενικὰ ἡ μαριολατρεία, κατὰ τὴν ὁποία ἡ Παναγία ἀνυψώνεται στὴν Τριαδικὴ θεότητα καὶ μάλιστα γίνεται λόγος καὶ γιὰ Ἁγία Τετράδα,

– οἱ θεωρίες τῆς analogia entis καὶ analogia fidei ποὺ ἐπικράτησαν στὸν δυτικὸ χῶρο.

– ἡ συνεχὴς πρόοδος τῆς Ἐκκλησίας στὴν ἀνακάλυψη τῶν πτυχῶν τῆς ἀποκαλυπτικῆς ἀλήθειας,

– ἡ διδασκαλία περὶ τοῦ ἀπολύτου προορισμοῦ,

– ἡ ἄποψη περὶ τῆς ἑνιαίας μεθοδολογίας γιὰ τὴν γνώση τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν κτισμάτων, ἡ ὁποία ὁδήγησε στὴν σύγκρουση μεταξὺ θεολογίας καὶ ἐπιστήμης.

  1. Ἐπίσης, ἡ μεγάλη διαφοροποίηση, ἡ ὁποία δείχνει τὸν τρόπο τῆς θεολογίας βρίσκεται καὶ στὴν διαφορὰ μεταξὺ σχολαστικῆς καὶ ἡσυχαστικῆς θεολογίας. Στὴν Δύση ἀναπτύχθηκε ὁ σχολαστικισμός, ὡς προσπάθεια διερεύνησης ὅλων τῶν μυστηρίων τῆς πίστεως μὲ τὴν λογικὴ (Ἄνσελμος Καντερβουρίας, Θωμᾶς Ἀκινάτης), ἐνῶ στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἐπικρατεῖ ὁ ἡσυχασμός, δηλαδὴ ἡ κάθαρση τῆς καρδιᾶς καὶ ὁ φωτισμὸς τοῦ νοῦ, γιὰ τὴν ἀπόκτηση τῆς γνώσης τοῦ Θεοῦ. Ὁ διάλογος μεταξὺ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καὶ τοῦ σχολαστικοῦ καὶ οὐνίτη Βαρλαὰμ εἶναι χαρακτηριστικὸς καὶ δείχνει τὴν διαφορά.
  2. Συνέπεια ὅλων τῶν ἀνωτέρω εἶναι ὅτι στὸν Παπισμὸ ἔχουμε ἀπόκλιση ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξη Ἐκκλησιολογία. Ἐνῶ στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δίνεται μεγάλη σημασία στὴν θέωση ποὺ συνίσταται στὴν κοινωνία μὲ τὸν Θεό, διὰ τῆς ὁράσεως τοῦ ἀκτίστου Φωτός, ὁπότε οἱ θεούμενοι συνέρχονται σὲ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο καὶ ὁριοθετοῦν ἀσφαλῶς τὴν ἀποκαλυπτικὴ ἀλήθεια σὲ περιπτώσεις συγχύσεως, ἐν τούτοις στὸν Παπισμὸ δίνεται μεγάλη σημασία στὸν θεσμὸ τοῦ Πάπα, ὁ ὁποῖος Πάπας ὑπέρκειται ἀκόμη καὶ ἀπὸ αὐτὲς τὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους. Σύμφωνα μὲ τὴν λατινικὴ θεολογία «ἡ αὐθεντία τῆς Ἐκκλησίας ὑπάρχει τότε μόνον ὅταν στηρίζεται καὶ ἐναρμονίζεται μὲ τὴν θέληση τοῦ Πάπα. Σὲ ἀντίθετη περίπτωση ἐκμηδενίζεται». Οἱ Οἰκουμενικὲς Σύνοδοι θεωροῦνται ὡς «συνέδρια τοῦ Χριστιανισμοῦ ποὺ συγκαλοῦνται ὑπὸ τὴν αὐθεντία καὶ τὴν ἐξουσία καὶ τὴν προεδρία τοῦ Πάπα». Ἀρκεῖ νὰ βγῆ ὁ Πάπας ἀπὸ τὴν αἴθουσα τῆς Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὁπότε αὐτὴ παύει νὰ ἔχῃ κύρος. Ὁ Ἐπίσκοπος Μαρὲ ἔγραψε: «θὰ ἦταν πιὸ ἀκριβεῖς οἱ ρωμαιοκαθολικοὶ ἂν ἐκφωνώντας τὸ «Πιστεύω» ἔλεγαν: «καὶ εἰς ἕναν Πάπαν» παρὰ νὰ λένε: «καὶ εἰς μίαν… Ἐκκλησίαν»».

Ἐπίσης, «ἡ σημασία καὶ ὁ ρόλος τῶν Ἐπισκόπων μέσα στὴν ρωμαϊκὴ Ἐκκλησία δὲν εἶναι παρὰ ἁπλὴ ἐκπροσώπηση τῆς παπικῆς ἐξουσίας, στὴν ὁποία καὶ οἱ ἴδιοι οἱ Ἐπίσκοποι ὑποτάσσονται, ὅπως οἱ ἁπλοὶ πιστοί». Στὴν παπικὴ ἐκκλησιολογία οὐσιαστικὰ ὑποστηρίζεται ὅτι «ἡ ἀποστολικὴ ἐξουσία ἐξέλιπε μὲ τοὺς ἀποστόλους καὶ δὲν μετεδόθη στοὺς διαδόχους τους ἐπισκόπους. Μονάχα ἡ παπικὴ ἐξουσία τοῦ Πέτρου, ὑπὸ τὴν ὁποίαν βρίσκονταν ὅλοι οἱ ἄλλοι, μετεδόθη στοὺς διαδόχους του Πέτρου, δηλαδὴ στοὺς Πάπες». Μέσα σε αὐτὴν τὴν προοπτικὴ ὑποστηρίζεται ἀπὸ τὴν παπικὴ «Ἐκκλησία» ὅτι ὅλες οἱ Ἐκκλησίες τῆς Ἀνατολῆς εἶναι διϊστάμενες καὶ ἔχουν ἐλλείψεις καὶ κατὰ οἰκονομίαν μᾶς δέχονται σὲ κοινωνία, καὶ βέβαια κατ᾿ οἰκονομίαν μᾶς δέχονται ὡς ἀδελφὰς Ἐκκλησίας, ἐπειδὴ αὐτὴ αὐτοθεωρεῖται ὡς μητέρα Ἐκκλησία καὶ ἐμᾶς μᾶς θεωροῦν θυγατέρες Ἐκκλησίες.

  1. Τὸ Βατικανὸ εἶναι κράτος καὶ ὁ ἑκάστοτε Πάπας εἶναι ὁ ἡγέτης τοῦ Κράτους τοῦ Βατικανοῦ. Πρόκειται γιὰ μία ἀνθρωποκεντρικὴ ὀργάνωση, γιὰ μία ἐκκοσμίκευση καὶ μάλιστα θεσμοποιημένη ἐκκοσμίκευση. Τὸ Κράτος τοῦ Βατικανοῦ ἱδρύθηκε τὸ 755 ἀπὸ τὸν Πιπίνο τὸν Βραχύ, πατέρα τοῦ Καρλομάγνου καὶ στὴν ἐποχή μας ἀναγνωρίσθηκε τὸ 1929 ἀπὸ τὸ Μουσολίνι. Εἶναι σημαντικὴ ἡ αἰτιολογία τῆς ἀνακηρύξεως τοῦ Παπικοῦ Κράτους, ὅπως τὸ ὑποστήριξε ὁ Πίος ΙΑ´: «ὁ ἐπὶ τῆς γῆς ἀντιπρόσωπος τοῦ Θεοῦ δὲν δύναται νὰ εἶναι ὑπήκοος ἐπιγείου κράτους». Ὁ Χριστὸς ἦταν ὑπήκοος ἐπιγείου κράτους, ὁ Πάπας δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι! Ἡ παπικὴ ἐξουσία συνιστᾶ θεοκρατία, ἀφοῦ ἡ θεοκρατία ὁρίζεται ὡς ταύτιση κοσμικῆς καὶ ἐκκλησιαστικῆς ἐξουσίας σὲ ἕνα πρόσωπο. Σήμερα θεοκρατικὰ κράτη εἶναι τὸ Βατικανὸ καὶ τὸ Ἰράν.

Εἶναι χαρακτηριστικὰ τὰ ὅσα ὑποστήριξε στὸν ἐνθρονιστήριο λόγο του ὁ Πάπας Ἰννοκέντιος Γ´ (1198-1216): «Αὐτὸς ποὺ ἔχει τὴ νύμφη εἶναι ὁ νυμφίος. Ἀλλὰ ἡ νύμφη αὐτὴ (ἡ Ἐκκλησία) δὲ συνεζεύχθη μὲ κενὰ τὰ χέρια, ἀλλὰ πρόσφερε σὲ μένα ἀσύγκριτη πολύτιμη προίκα, δηλ. τὴν πληρότητα τῶν πνευματικῶν ἀγαθῶν καὶ τὴν εὐρύτητα τῶν κοσμικῶν, τὸ μεγαλεῖο καὶ τὴν ἀφθονία ἀμφοτέρων… Σὰ σύμβολα τῶν κοσμικῶν ἀγαθῶν μοῦ ἔδωσε τὸ Στέμμα, τὴ Μίτρα ὑπὲρ τῆς Ἱερωσύνης, τὸ Στέμμα γιὰ τὴ βασιλεία καὶ μὲ κατέστησε ἀντιπρόσωπο Ἐκείνου, στὸ ἔνδυμα καὶ στὸ μηρὸ τοῦ ὁποίου γράφτηκε: ὁ Βασιλεὺς τῶν βασιλέων καὶ Κύριος τῶν κυρίων».

Ἑπομένως, ὑπάρχουν μεγάλες θεολογικὲς διαφορές, οἱ ὁποῖες καταδικάσθηκαν ἀπὸ τὴν Σύνοδο ἐπὶ Μεγάλου Φωτίου καὶ στὴν Σύνοδο ἐπὶ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ὅπως φαίνεται καὶ στὸ «Συνοδικό της Ὀρθοδοξίας». Ἐπὶ πλέον καὶ οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καὶ οἱ Τοπικὲς Σύνοδοι μέχρι τὸν 19ο αἰώνα καταδίκαζαν ὅλες τὶς πλάνες τοῦ Παπισμοῦ. Τὸ πράγμα δὲν θεραπεύεται, οὔτε βελτιώνεται ἀπὸ κάποια τυπικὴ συγγνώμη ποὺ θὰ δώσῃ ὁ Πάπας γιὰ ἕνα ἱστορικὸ λάθος, ὅταν οἱ θεολογικὲς ἀπόψεις του εἶναι ἐκτὸς τῆς Ἀποκαλύψεως καὶ ἡ Ἐκκλησιολογία κινεῖται σὲ ἐσφαλμένο δρόμο, ἀφοῦ μάλιστα ὁ Πάπας παρουσιάζεται ὡς ἡγέτης τοῦ Χριστιανικοῦ κόσμου, ὡς διάδοχος τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου καὶ βικάριος – ἀντιπρόσωπος τοῦ Χριστοῦ πάνω στὴν γῆ, ὡσὰν ὁ Χριστὸς νὰ ἔδωσε τὴν ἐξουσία του στὸν Πάπα καὶ Ἐκεῖνος ἀναπαύεται εὐδαίμων στοὺς Οὐρανούς.

ΚΑΛΟ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟ ΕΤΟΣ

Advertisements